Macro

Γιάννης Παρασκευόπουλος: Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής αποτελεί δομική προϋπόθεση για την προστασία του περιβάλλοντος

Η «Υπαρκτή» Μετάβαση και το Ελληνικό Μοντέλο των «Εθνικών Πρωταθλητών»

Παρά τα όσα ενδεχομένως υπονοεί ο τίτλος της αποψινής εκδήλωσης, δεν βρίσκομαι εδώ ως ειδικός. Σκοπός μου είναι να μεταφέρω την εμπειρία από την προγραμματική συζήτηση στον πράσινο χώρο, καθώς και τις διεθνείς εξελίξεις. Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα στην πολιτική και εκλογική αυτονομία της οικολογίας, αλλά εξίσου πιστεύω και στην ανάγκη διαλόγου με τους όμορους πολιτικούς χώρους.
Προετοιμάζοντας αυτές τις σημειώσεις, η σκέψη μου γύρισε πίσω στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Εκείνη την περίοδο, η ανανεωτική αριστερά επιχειρούσε να αρθρώσει λόγο για τον σοσιαλισμό, εγκλωβισμένη όμως στο βάρος του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που κυριαρχούσε τότε και επέβαλλε μια ισοπεδωτική λογική του τύπου «υπέρ ή κατά».
Με ανάλογο τρόπο, σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια «υπαρκτή» μετάβαση, η οποία όμως κάθε άλλο παρά πράσινη είναι. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας έγκειται στο ότι αυτή η στρεβλή μετάβαση δεν αποτελεί απλώς μια μακρινή σκιά, αλλά μια οδυνηρή πραγματικότητα που βιώνουμε εντονότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η κατάσταση αυτή οφείλεται κυρίως στη μηχανιστική μεταφορά των ευρωπαϊκών πολιτικών. Οι ευρωπαϊκές οδηγίες που φτάνουν στη χώρα μας αποτελούν συχνά τον εξασθενημένο απόηχο των αρχικών πράσινων προτάσεων, λόγω των αναγκαίων πολιτικών συμβιβασμών που μεσολάβησαν για την ψήφισή τους. Το κυριότερο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι στην Ελλάδα οι πολιτικές αυτές εφαρμόζονται χωρίς την απαραίτητη κοινωνική δυναμική που ώθησε την πράσινη μετάβαση σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Παράλληλα, το ελληνικό μοντέλο χαρακτηρίζεται από έντονες εγχώριες στρεβλώσεις, με πρώτη τη διακομματική συναίνεση στις εξορύξεις. Από το 2010 και μετά, τα κόμματα εξουσίας συμφώνησαν στην προώθηση των εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε μια χρονική συγκυρία που τα επιστημονικά δεδομένα επέβαλλαν την οριστική εγκατάλειψή τους.
Η δεύτερη μεγάλη στρέβλωση αφορά την αντίληψη περί «εθνικών πρωταθλητών». Πρόκειται για μια ιδέα που περνά κάτω από το ραντάρ της δημόσιας συζήτησης, σύμφωνα με την οποία το κράτος πρέπει να ενισχύει συγκεκριμένες εγχώριες εταιρείες στους τομείς που διαπρέπουν, αντί να αφήνει τα πάντα στις πολυεθνικές. Στην ελληνική πραγματικότητα, οι παίκτες αυτοί εντοπίζονται κυρίως στην ενέργεια, όπου οι παραδοσιακοί όμιλοι αερίου και διυλιστηρίων ελέγχουν πλέον και τις μεγάλες επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθώς επίσης στις κατασκευές και, σε μικρότερο βαθμό, στις αερομεταφορές.

Δημόσιες Πολιτικές «στα Μέτρα» Ιδιωτών

Το τελικό αποτέλεσμα είναι η πλήρης αντιστροφή των προτεραιοτήτων. Αντί οι δημόσιες πολιτικές να σχεδιάζονται με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον, διαμορφώνονται τελικά στα μέτρα των εθνικών πρωταθλητών, υπό το ιδεολόγημα ότι ό,τι είναι καλό για τους ομίλους αυτούς είναι αυτόματα καλό και για τη χώρα.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται ανάγλυφα στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά και στις μεταφορές, όπου ο σιδηρόδρομος υποβαθμίστηκε και στριμώχτηκε ανάμεσα στα συμφέροντα των ιδιωτικών διοδίων και των αερομεταφορών, οδηγώντας σε τραγικές καταστάσεις όπως αυτή των Τεμπών.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η εμμονή στο δόγμα του «Ενεργειακού Κόμβου». Η προσήλωση στη μεταπώληση, στους σταθμούς LNG, στους αγωγούς και στο φαραωνικό σχέδιο του EastMed –ο οποίος υπογράφηκε δύο φορές για λόγους πολιτικών εντυπώσεων περί δήθεν συνεχόμενων συνόρων Ελλάδας και Κύπρου– λειτούργησε ως πυροδότης για γεωπολιτικές αντίρροπες κινήσεις. Η Τουρκία απάντησε με το τουρκολιβικό σύμφωνο, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την παραγνώριζε έμμεσα και ο σχεδιασμός του EastMed.
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα μοντέλο που δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να βαφτίζεται πράσινη μετάβαση. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, αξίζει να εξετάσουμε τι συμβαίνει σε μερικά πολύ συγκεκριμένα μέτωπα.

Το Ζήτημα της Απολιγνιτοποίησης και η Χαμένη Ευκαιρία της Δυτικής Μακεδονίας

Στη δημόσια συζήτηση γίνεται συχνά λόγος για μια «βίαιη» απολιγνιτοποίηση, στην πραγματικότητα όμως η διαδικασία αυτή εξελίχθηκε στην Ελλάδα σε δύο διακριτές φάσεις. Η πρώτη φάση, η οποία διήρκεσε μέχρι το 2019, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αθέατη και αθόρυβη. Κατά την περίοδο αυτή, το 80% της λιγνιτικής παραγωγής έσβησε για καθαρά οικονομικούς λόγους, καθώς η συνέχιση της δραστηριότητας δεν ήταν πλέον βιώσιμη. Μάλιστα, προκειμένου να διατηρηθεί το υπόλοιπο 20%, η ΔΕΗ κατέγραψε ζημιές της τάξης των 30 εκατομμυρίων ευρώ. Η δεύτερη φάση ξεκίνησε μετά το 2019, με τον οριστικό παροπλισμό αυτού του εναπομείναντος ποσοστού και τη στροφή της παραγωγής προς το εισαγόμενο ορυκτό αέριο.
Στην εξίσωση αυτή, ωστόσο, παραλείπεται συστηματικά μια κρίσιμη κοινωνική παράμετρος. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, η Δυτική Μακεδονία κατείχε τα πρωτεία στην ανεργία σε ολόκληρη τη χώρα, μια αρνητική πρωτιά που διατηρεί μέχρι σήμερα με την κατάσταση διαρκώς να επιδεινώνεται.
Μια πραγματικά πράσινη λύση θα προϋπέθετε να έχει ξεκινήσει η συζήτηση για την επόμενη μέρα ήδη από τη δεκαετία του 2010, όταν η λιγνιτική παραγωγή βρισκόταν σε σταθερή υποχώρηση. Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει δύο σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα: την παραγωγή και αποθήκευση καθαρής, πλήρως ανανεώσιμης ενέργειας, καθώς και τον μεγάλο φυσικό πλούτο των παραλίμνιων περιοχών της. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα αναγνωρίσιμο brand πράσινης μετάβασης, ικανό να δώσει ώθηση στην ποιοτική γεωργία, τον αγροτουρισμό και τη βιώσιμη μεταποίηση. Με τον τρόπο αυτό θα διαμορφωνόταν μια βιώσιμη οικονομία «από τα κάτω», στηριγμένη σε τοπικές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό το μοντέλο και την τρέχουσα πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρη.

Ο Εθνικός Ενεργειακός Σχεδιασμός και τα Δύο Σενάρια

Ένα άλλο ζήτημα που ελάχιστα συζητιέται αφορά τον μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό, ο οποίος αποτελεί θεσμική υποχρέωση κάθε κράτους μέλους απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το σχετικό ελληνικό σχέδιο, το οποίο κατατέθηκε το 2020, παραμένει εκτός του δημόσιου διαλόγου και περιγράφει δύο εναλλακτικά σενάρια με ορίζοντα το έτος 2050, χρονιά κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο τις μηδενικές καθαρές εκπομπές.
Το πρώτο σενάριο βασίζεται στην εξοικονόμηση και τον εξηλεκτρισμό, ενώ το δεύτερο προκρίνει τη χρήση συνθετικών καυσίμων. Η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι το σενάριο των συνθετικών καυσίμων οδηγεί σε διπλάσιες ενεργειακές απαιτήσεις για το 2050. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται στην ανάγκη για διπλάσια φωτοβολταϊκά και διπλάσια μεγάλα αιολικά πάρκα, γεγονός που συνεπάγεται διπλασιασμό του κόστους ενέργειας, επιβαρύνοντας άμεσα το κόστος ζωής, την οικονομική δραστηριότητα και την ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Στο ενδιάμεσο διάστημα, το σχέδιο προβλέπει εκτεταμένη χρήση του φυσικού αερίου ως μεταβατικού καυσίμου. Πίσω από τη ρητορική της «γέφυρας» κρύβεται το γεγονός ότι σήμερα έχουν κατασκευαστεί περισσότερες νέες μονάδες αερίου από όσες μπορεί να αντέξει το ενεργειακό σύστημα της χώρας. Αυτό είναι το σενάριο που ακολουθείται στην πράξη, επιφέροντας αρνητικές συνέπειες για το σύνολο της κοινωνίας, με μοναδική εξαίρεση τους εθνικούς πρωταθλητές, οι οποίοι για ακόμη μια φορά ταυτίζονται σκοπίμως με τα συμφέροντα της ίδιας της χώρας.

Το Έλλειμμα Ενεργειακής Δημοκρατίας

Αυτή η στρέβλωση γίνεται ακόμα πιο εμφανής στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ο οποίος στην Ελλάδα ελέγχεται κατά 99% από μεγάλους επενδυτές και συγκεκριμένα από εγχώριους ομίλους του αερίου και των κατασκευών. Η ιδιαιτερότητα αυτή, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, συνυπάρχει με ένα άκρως συγκεντρωτικό και απαρχαιωμένο δίκτυο που προκαλεί ασφυξία στον ηλεκτρικό χώρο, ο οποίος παραχωρείται προνομιακά μόνο στους μεγάλους παίκτες της αγοράς.
Στον αντίποδα, οι αυτοπαραγωγοί και οι ενεργειακές κοινότητες προσκρούουν σχεδόν πάντα σε ένα ανυπέρβλητο τείχος. Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά ανάμεσα σε μια εταιρική, καπιταλιστική μετάβαση και μια συμμετοχική προσέγγιση, αρκεί να εξετάσει κανείς το παράδειγμα της Γερμανίας. Το 2024, με τους Πράσινους στην κυβέρνηση, τα δύο τρίτα των νέων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων αφορούσαν την αυτοπαραγωγή σε στέγες και κτίρια. Την ίδια χρονιά, τοποθετήθηκαν 435.000 νέα φωτοβολταϊκά μπαλκονιών, τα οποία συνδέονται απευθείας στην πρίζα για την κάλυψη των οικιακών αναγκών.
Στην Ελλάδα, μια αντίστοιχη αναλογία θα σήμαινε περίπου 50.000 τέτοιες εγκαταστάσεις. Ωστόσο, τα συστήματα αυτά είναι ουσιαστικά απαγορευμένα στη χώρα μας, με το πρόσχημα ότι επιβαρύνουν το ηλεκτρικό δίκτυο. Το σύνθημα των Γερμανών Πρασίνων, οι οποίοι δεν χαρακτηρίζονται για τον ριζοσπαστισμό τους, είναι «ενέργεια από όλους για όλους». Αντίθετα, το ελληνικό μοντέλο διαφοροποιείται ριζικά από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα λόγω της εμφατικής έλλειψης συμμετοχικότητας και του βαθύτατου ελλείμματος ενεργειακής δημοκρατίας.

Το Πρόβλημα της Απορριπτόμενης Ενέργειας και οι Εναλλακτικές Μορφές Αποθήκευσης

Ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα των τελευταίων ετών είναι οι τεράστιες ποσότητες απορριπτόμενης ενέργειας. Ενώ η εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών έχει προχωρήσει με γρήγορους ρυθμούς, η ανάπτυξη των υπόλοιπων αναγκαίων υποδομών έχει μείνει πίσω, με αποτέλεσμα το δίκτυο να βρίσκεται εκτός ισορροπίας και η ενέργεια που παράγεται τελικά να πετιέται. Η προφανής απάντηση σε αυτή τη δυσλειτουργία είναι η αποθήκευση, όμως τα υφιστάμενα πολιτικά σχέδια στρέφονται σχεδόν κατά απόλυτο ποσοστό σε ιδιώτες επενδυτές και σε νέα έργα μεγάλης κλίμακας. Οι λύσεις αυτές, είτε αφορούν την αντλησιοταμίευση σε παρθένες φυσικές περιοχές είτε τη χρήση μπαταριών λιθίου, συνεπάγονται ένα πολύ βαρύ οικολογικό αποτύπωμα.
Την ίδια στιγμή, μια σειρά από εναλλακτικές λύσεις παραμένουν συστηματικά εκτός της δημόσιας συζήτησης. Πρώτον, οι νεότερες θερμικές μονάδες της χώρας θα μπορούσαν να μετατραπούν σε σύγχρονες μονάδες θερμικής αποθήκευσης με τη χρήση τηγμένων αλάτων. Δεύτερον, δεδομένου ότι η πλειονότητα των μεγάλων υδροηλεκτρικών σταθμών της ΔΕΗ είναι εγκατεστημένη σε ποτάμια όπου λειτουργούν περισσότερα από ένα έργα στην ίδια κοίτη, οι σταθμοί αυτοί θα μπορούσαν να διασυνδεθούν μεταξύ τους για τη δημιουργία συστημάτων αντλησιοταμίευσης. Τρίτον, στα παλιά ορυχεία, στα σημεία εκείνα που έχουν ήδη ανασκαφεί σε μεγάλο βάθος, υπάρχει η τεχνική δυνατότητα να εγκατασταθούν συστήματα βαρυτικής αποθήκευσης ενέργειας.
Όλες αυτές οι εναλλακτικές προτάσεις μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: ανήκουν στη ΔΕΗ, αξιοποιούν υφιστάμενες υποδομές και αξιοποιούν το ήδη υπάρχον έμπειρο προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο απαντούν αποτελεσματικά στις εύλογες ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών, αλλά προστατεύουν και το περιβάλλον. Ωστόσο, δεν επιλέγονται για τον απλούστατο λόγο ότι δεν δημιουργούν νέες κερδοφόρες ευκαιρίες για τους εθνικούς πρωταθλητές.

Το Απαρχαιωμένο Χωροταξικό και η Πολιτική των Κορυφογραμμών

Η χωροταξία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί τον πραγματικό ελέφαντα στο δωμάτιο της πράσινης μετάβασης. Η χώρα εξακολουθεί να πορεύεται με ένα απαρχαιωμένο χωροταξικό πλαίσιο από το 2009, το οποίο είχε σχεδιαστεί βιαστικά και σε πιλοτικό επίπεδο. Το πλαίσιο αυτό ουσιαστικά έσπρωχνε τις ΑΠΕ μακριά από τους οικισμούς και τις κατευθύνε προς τον φυσικό χώρο, πλήττοντας ακόμη και τις πιο ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές. Παράλληλα, οι υφιστάμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες γεννούν τεράστια αβεβαιότητα για την έκβαση των αιτήσεων, προκαλώντας έναν πρωτοφανή τραγέλαφο όσο ο όγκος τους αυξάνεται.
Το σύστημα αυτό ενθαρρύνει τις εταιρείες ΑΠΕ και φυσικού αερίου να επιδίδονται σε ένα διαρκές «κυνήγι τοποθεσιών» προς άγραν δωρεάν δημόσιας γης. Αυτή ακριβώς η στρέβλωση γέννησε την καταστροφική πολιτική των κορυφογραμμών, με τα γνωστά αποτελέσματα που βιώνει σήμερα, για παράδειγμα, η Νότια Εύβοια. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που εξελίσσεται σε καθημερινό εφιάλτη για τις τοπικές κοινωνίες, γεννώντας το επιτακτικό ερώτημα αν υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική λύση.

Η Εναλλακτική Πρόταση της Ενεργειακής Δημοκρατίας

Για πολλούς, η απάντηση εξαντλείται σε μια στείρα άρνηση και στην προσπάθεια να απομακρυνθούν τα φωτοβολταϊκά όσο το δυνατόν περισσότερο, με την ψευδαίσθηση ότι έτσι θα διασωθούν οι τοπικές περιοχές. Μια ορθολογική εναλλακτική πρόταση, ωστόσο, οφείλει να εκκινεί από μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία. Το πρώτο βήμα είναι ο ακριβής προσδιορισμός των πραγματικών ενεργειακών αναγκών της χώρας, με γνώμονα τον αναγκαίο εξηλεκτρισμό που θα μας απεξαρτήσει από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά και με τη μέγιστη δυνατή εξοικονόμηση. Πρέπει να παράγουμε μόνο την ενέργεια που είναι απολύτως απαραίτητη.
Στη συνέχεια, οι εθνικοί αυτοί στόχοι δεν πρέπει να κατανέμονται τυφλά μέσω των μηχανισμών της αγοράς, η οποία επιλέγει αυθαίρετα ποιες περιοχές θα επιβαρύνει και ποιες θα αφήσει ανέπαφες, όπως συμβαίνει με τη Μύκονο που έχει μηδενική επιβάρυνση. Η κατανομή πρέπει να γίνει πολιτικά, όχι όμως με βάση την κομματική επιρροή και τον αριθμό των βουλευτών κάθε περιφέρειας, αλλά με γνώμονα τρία αντικειμενικά κριτήρια: την τοπική κατανάλωση, το τοπικό ανανεώσιμο δυναμικό και το τοπικό οικολογικό κόστος.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και οι ΑΠΕ έχουν περιβαλλοντικό κόστος. Η μόνη ενέργεια με μηδενικό αποτύπωμα είναι αυτή που εξοικονομείται, δηλαδή εκείνη που δεν χρειάζεται να παραχθεί και να καταναλωθεί ποτέ. Αυτή η στρατηγική πρέπει στη συνέχεια να εξειδικεύεται ανά νομό και ανά δήμο με βάση τα ίδια ακριβώς κριτήρια. Με αυτόν τον τρόπο, οι τοπικές κοινωνίες θα έχουν τον τελικό και καθοριστικό λόγο για τη συγκεκριμένη χωροθέτηση των έργων στα όριά τους, κάνοντας πράξη την ουσία της ενεργειακής δημοκρατίας.

Θεσμικές Δικλίδες Χωροθέτησης και η Κριτική στο Νέο Πλαίσιο

Για μια ορθόδοξη και δίκαιη χωροθέτηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν δύο σαφείς και αυστηρές δικλίδες ασφαλείας. Πρώτον, οι προστατευόμενες περιοχές οφείλουν, ως ελάχιστη κίνηση προστασίας, να εξαιρεθούν πλήρως από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς. Οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτές πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά από τα ειδικά διαχειριστικά σχέδια για το περιβάλλον, παραχωρώντας τον τελικό λόγο αποκλειστικά στους επιστημονικούς φορείς και την τοπική αυτοδιοίκηση. Δεύτερον, όσον αφορά τους ορεινούς όγκους, η ελαχιστοποίηση του οικολογικού κόστους επιβάλλει την εγκατάσταση υποδομών μόνο πλησίον του υφιστάμενου οδικού δικτύου και αυστηρά μέχρι το υψόμετρο που κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων.
Σε γενικότερο επίπεδο, η χωροθέτηση των έργων μεγάλης κλίμακας οφείλει να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε ήδη διαμορφωμένες ζώνες που φέρουν έντονο το αποτύπωμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Τέτοιοι χώροι είναι η υποβαθμισμένη αγροτική γη, οι μεταφορικές υποδομές, οι βιομηχανικές περιοχές, καθώς και οι στρατιωτικές ή άλλες εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις.
Αντίθετα με αυτές τις αρχές, το νέο χωροταξικό σχέδιο της κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από έναν ιδιότυπο, διπλό λαϊκισμό. Από τη μία πλευρά, εξασφαλίζει ότι για όλους τους μεγάλους επενδυτές δεν πρόκειται να αλλάξει απολύτως τίποτα μέχρι το 2035, επιτρέποντάς τους να υλοποιήσουν όσα έχουν ζητήσει στη χειρότερη δυνατή εκδοχή για το περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, υπόσχεται εκτεταμένους οριζόντιους αποκλεισμούς μετά το 2035, επιχειρώντας να κατευνάσει τα τοπικά κινήματα κατόπιν εορτής, όταν πλέον θα έχει απομείνει ελάχιστος ζωτικός χώρος. Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε υπερσυγκέντρωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης σε συγκεκριμένες περιοχές, προκαλώντας χωρικές «καραμπόλες» που απειλούν να προξενήσουν μη αναστρέψιμη ζημιά.

Το Αδιέξοδο των Πυρηνικών και η Σύνδεση με την Κοινωνική Συνοχή

Στο ίδιο προβληματικό πλαίσιο εντάσσεται και η ξαφνική στροφή προς την πυρηνική ενέργεια. Το κυβερνητικό σχέδιο προβλέπει τη χρηματοδότηση ενός νέου αντιδραστήρα στο Κοζλοντούι της Βουλγαρίας με εγγυημένη απορρόφηση της παραγωγής του, την αγορά εγχώριων αντιδραστήρων, καθώς και την προσκόλληση στη γαλλική πυρηνική ομπρέλα. Η τελευταία, λόγω του αμιγώς στρατιωτικού της χαρακτήρα, μετατρέπει ουσιαστικά τη χώρα σε δυνητικό στόχο πυρηνικών αντιποίνων.
Πέρα από τους προφανείς γεωπολιτικούς κινδύνους, η πυρηνική ενέργεια είναι τεχνικά ασύμβατη με την πράσινη μετάβαση για έναν λόγο που σπάνια αναφέρεται: στερείται της δυνατότητας δυναμικής αυξομείωσης της παραγωγής της. Καθώς η πυρηνική ενέργεια πρέπει να απορροφάται εξολοκλήρου και αδιαλείπτως από το σύστημα, τις ώρες αιχμής αναγκάζει το δίκτυο να διακόπτει την απορρόφηση της καθαρής ενέργειας που παράγεται από τις ΑΠΕ. Αυτός ο τεχνικός αποκλεισμός της πράσινης ενέργειας συνιστά έναν επιπλέον λόγο για μια κατηγορηματική άρνηση απέναντι στα πυρηνικά σχέδια.
Η συζήτηση για την ενέργεια δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο ερώτημα της κοινωνικής συνοχής. Το ζήτημα είναι βαθύτατα κοινωνικό. Αν η κοινωνία δεν αντιληφθεί ένα άμεσο, χειροπιαστό όφελος στην καθημερινότητά της, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης, δεν έχει κανέναν λόγο να στηρίξει τη μετάβαση. Η πραγματική πράσινη μετάβαση –και όχι η υπαρκτή μετάβαση του ορυκτού αερίου– οφείλει να ξεκινά από την προστασία των πιο αδύναμων πολιτών.
Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι νέο φαινόμενο. Ήδη από τις παραμονές της οικονομικής κρίσης του 2009, τα στοιχεία έδειχναν ότι το 10% των νοικοκυριών στο Πέραμα ζούσε με κομμένο ηλεκτρικό ρεύμα. Η απάντηση σε αυτό το κοινωνικό αδιέξοδο υπάρχει και βασίζεται στον θεσμό των δημοτικών Ενεργειακών Κοινοτήτων. Οι κοινότητες αυτές μπορούν να αξιοποιήσουν τις στέγες των δημόσιων κτιρίων και των υποδομών για να καλύψουν πρωτίστως τις ανάγκες των ίδιων των δήμων, διοχετεύοντας στη συνέχεια το ενεργειακό πλεόνασμα δωρεάν ή με συμβολικό αντίτιμο στα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά. Το μοντέλο αυτό δεν αποτελεί μια θεωρητική ουτοπία, καθώς εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία στην Ελλάδα, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα του Άργους Ορεστικού.

Εκδημοκρατισμός της Παραγωγής και Άρση των Αποκλεισμών

Ακόμη και για τα νοικοκυριά που δεν βρίσκονται σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, η κατακόρυφη άνοδος των τιμών του ρεύματος και του αερίου προκαλεί έντονη οικονομική πίεση. Η ουσιαστική απάντηση σε αυτό το πρόβλημα βρίσκεται στο μοντέλο της αυτοπαραγωγής, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου τα δύο τρίτα των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων βρίσκονται σε στέγες και κτίρια. Για να λειτουργήσει όμως αυτό στην πράξη, απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές, εξασφάλιση ηλεκτρικού χώρου για τους απλούς πολίτες και κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Πολλοί δεν διαθέτουν ούτε το αρχικό κεφάλαιο των χιλίων ή χιλίων πεντακοσίων ευρώ που απαιτείται για μια τέτοια εγκατάσταση, ενώ άλλοι, επειδή διαμένουν σε πολυκατοικίες, στερούνται της απαραίτητης πρόσβασης σε ιδιόκτητη στέγη.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι επιτακτική ανάγκη να επιτραπεί η χρήση των φωτοβολταϊκών μπαλκονιών, τα οποία σήμερα αντιμετωπίζονται στη χώρα μας ως ένας άσκοπα απαγορευμένος καρπός. Παράλληλα, πρέπει να στηριχθούν οικονομικά οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών, όπως ο Υπερίονας, καθώς το κόστος συμμετοχής παραμένει απαγορευτικό για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Μια μόνιμη λύση θα μπορούσε να δοθεί μέσω μιας νέας νομοθεσίας, η οποία θα υποχρέωνε τους μεγάλους επενδυτές να μεταβιβάζουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό των τοπικών έργων μεγάλης κλίμακας σε συλλογικά σχήματα των ίδιων των κατοίκων.
Η οικονομική πίεση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον λογαριασμό του ρεύματος, αλλά επεκτείνεται και στη θέρμανση. Η διέξοδος εδώ βρίσκεται στην ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων με κρατική στήριξη, καθώς και στον πλήρη εξηλεκτρισμό της θέρμανσης και της ψύξης, μακριά από τη χρήση του φυσικού αερίου. Ο εξηλεκτρισμός αυτός δεν εξαντλείται υποχρεωτικά στις δαπανηρές αντλίες θερμότητας ή στα κλιματιστικά, αλλά περιλαμβάνει και πιο απλές, οικονομικές λύσεις, όπως η χρήση ανεμιστήρων το καλοκαίρι και αφυγραντήρων τον χειμώνα.

Βιώσιμες Μετακινήσεις και η Οικολογική Διάσταση των Ανισοτήτων

Στον τομέα των μετακινήσεων, η ενίσχυση των μέσων σταθερής τροχιάς, η αναβάθμιση των δημόσιων συγκοινωνιών και η προώθηση της ελαφριάς ατομικής ηλεκτροκίνησης μπορούν να περιορίσουν δραστικά την ανάγκη για χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου. Μια τέτοια στροφή προσφέρει άμεση οικονομική ανακούφιση στους πολίτες, απελευθερώνοντάς τους από το υψηλό κόστος συντήρησης ενός Ι.Χ. Συνολικά, ένας μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός που εγκαταλείπει οριστικά τα δαπανηρά σενάρια του αερίου και του υδρογόνου απαλλάσσει τους πολίτες και τις μικρές επιχειρήσεις από μια δυσβάσταχτη οικονομική επιβάρυνση.
Αν και αντίστοιχες πράσινες απαντήσεις μπορούν να δοθούν τόσο στο πεδίο της διατροφής όσο και στο ζήτημα της στέγασης, η ουσία της πράσινης μετάβασης συμπυκνώνεται στην κοινωνική της ευαισθησία και στις ευρείες συμμαχίες που θα την ωθήσουν προς τα εμπρός. Για τον πράσινο χώρο, η κοινωνική αυτή ευαισθησία έχει μια βαθύτερη, δομική ιδιαιτερότητα που ξεπερνά την παραδοσιακή προσέγγιση της αριστεράς. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κοινωνίες που επιτυγχάνουν τις καλύτερες επιδόσεις περιβαλλοντικής βιωσιμότητας –από τις προβιομηχανικές κοινότητες μέχρι τη σύγχρονη Σκανδιναβία– είναι εκείνες που παρουσιάζουν τις λιγότερες κοινωνικές ανισότητες.
Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής αποτελεί για εμάς δομική προϋπόθεση για την προστασία του περιβάλλοντος. Η υλοποίηση αυτού του οράματος απαιτεί ρήξη με ένα εξαιρετικά ισχυρό κατεστημένο, το οποίο έχει παγιωθεί και κατοχυρωθεί από όλες τις κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Απαιτείται μια συνολική σύγκρουση, μια ριζική στροφή και η ενεργή διεκδίκηση της πολιτικής ηγεμονίας. Το εγχείρημα αυτό αξίζει τον κόπο, διότι η πραγματική πράσινη μετάβαση μπορεί να αποτελέσει το σύγχρονο κλειδί για την κοινωνική δικαιοσύνη, ανοίγοντας νέους δρόμους εκεί όπου μέχρι σήμερα η κοινωνία συναντά μόνο κλειστές πόρτες.

Παρέμβαση του Γιάννη Παρασκευόπουλου στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Ενεργειακή Μετάβαση – Γεωπολιτική, οι πολιτικές της Δεξιάς και η Αριστερή διέξοδος”