Macro

Αννέτα Καββαδία: «Δεν μπορεί, κάτι θα’ κανε κι αυτή»

Κάθε γυναικοκτονία είναι ένα έγκλημα. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Είναι μια πράξη με πολιτικό υπόβαθρο. Όχι επειδή το κράτος πατά τη σκανδάλη ή κρατά το μαχαίρι, αλλά επειδή η βία δεν γεννιέται ποτέ σε κοινωνικό κενό. Γεννιέται μέσα σε σχέσεις εξουσίας, σε πολιτισμικές κανονικότητες, σε ιδεολογίες που καθορίζουν ποιος δικαιούται να επιβάλλεται και ποια οφείλει να υπακούει.

Η δολοφονία της Βασιλικής στην Καλαμάτα αποκάλυψε ξανά αυτή την αλήθεια. Όχι μόνο λόγω της ακραίας αγριότητας του εγκλήματος, αλλά και εξαιτίας όσων ακολούθησαν: της ψηφιακής αρένας όπου η μνήμη του θύματος παραδόθηκε στον δημόσιο διασυρμό, των σχολίων που αναζήτησαν ελαφρυντικά για τον δολοφόνο, των υπαινιγμών περί «συμπεριφοράς», «προκλήσεων» και «ευθυνών», του γνώριμου εσμού που εμφανίζεται όταν μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύντροφό της: «κάτι θα συνέβη», «δεν ξέρουμε όλη την αλήθεια», «κανείς δεν φτάνει εκεί χωρίς λόγο».

Σαν, κάθε φορά, να ενεργοποιείται ένας αυτόματος ιδεολογικός μηχανισμός που δεν λειτουργεί για να ερμηνεύσει το έγκλημα αλλά για να προστατεύσει το σύστημα αξιών που το γέννησε.

Και ακριβώς εκεί, βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα. Γιατί οι γυναικοκτονίες δεν συντελούνται μόνο από τους δράστες τους, συντελούνται και από το ιδεολογικό περιβάλλον που επιτρέπει σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας να αναζητούν πάντοτε λόγους κατανόησης για τον θύτη και λόγους αμφισβήτησης για το θύμα, αναπαράγοντας έτσι τις συνθήκες που τις καθιστούν δυνατές.

Η πατριαρχική γραμμή άμυνας

Ο Πιερ Μπουρντιέ είχε περιγράψει τη «συμβολική βία» ως εκείνη τη μορφή εξουσίας που επιβάλλεται χωρίς να εμφανίζεται ως εξουσία. Ως εκείνη τη διαδικασία μέσω της οποίας οι κυρίαρχες σχέσεις –χωρίς να γίνονται αντιληπτές ως κυρίαρχες– παρουσιάζονται ως φυσικές, αυτονόητες και αναπόφευκτες.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την πατριαρχία. Δεν επιβιώνει επειδή εκατομμύρια άνδρες συνωμοτούν συνειδητά εναντίον των γυναικών, αλλά επειδή οι σχέσεις ανισότητας έχουν εγγραφεί βαθιά στην κοινωνική συνείδηση ως κανονικότητα. Στην ιδέα ότι ο άνδρας «προστατεύει», άρα δικαιούται να ελέγχει. Ότι η γυναίκα «οφείλει» να διαφυλάσσει τη σχέση. Ότι η οικογένεια είναι χώρος ιδιωτικής εξουσίας και όχι ισότητας. Ότι η ανδρική κτητικότητα είναι έκφραση συναισθήματος και όχι μορφή κυριαρχίας.

Γι’ αυτό και η γυναικοκτονία δεν είναι ένα ακραίο «ατύχημα» της πατριαρχικής τάξης αλλά η πιο ακραία συνέπειά της. Το σημείο όπου η αξίωση ιδιοκτησίας πάνω σε έναν άνθρωπο, συναντά το όριο της ελευθερίας του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τόσο συχνά οι γυναικοκτονίες συμβαίνουν τη στιγμή του χωρισμού ή της απειλής του. Γιατί η φυγή, η αυτονόμηση, συνιστούν κατάρρευση της κυριαρχίας. Και κάθε κυριαρχία αντιδρά βίαια όταν αισθάνεται ότι χάνει το αντικείμενό της.

Η ιδεολογία της βίας

Η πατριαρχία, ωστόσο, δεν δρα μόνη της. Συναντιέται με μια ευρύτερη πολιτική δυναμική που διαπερνά σήμερα ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: την άνοδο της αυταρχικής και ακροδεξιάς Δεξιάς.

Δεν είναι σύμπτωση ότι τα κόμματα και τα κινήματα που επιτίθενται στα δικαιώματα των γυναικών είναι τα ίδια που επιτίθενται στους πρόσφυγες, στις μετανάστριες, στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, στα εργατικά δικαιώματα και στις κοινωνικές ελευθερίες. Πρόκειται για διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πολιτικής λογικής. Μιας λογικής που αντιμετωπίζει την ισότητα ως απειλή, που νοσταλγεί έναν κόσμο όπου ο άνδρας κυριαρχεί στη γυναίκα, ο ντόπιος στον ξένο, ο «κανονικός» στον διαφορετικό, ο ισχυρός στον αδύναμο.

Γι’ αυτό και η ρητορική μίσους δεν είναι παραπροϊόν αυτής της πολιτικής αλλά η πρώτη ύλη της. Το μίσος λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης, φόβου και συμμόρφωσης, ο σεξισμός υπενθυμίζει στις γυναίκες το κόστος της ανυπακοής, η ομοφοβία, η τρανσφοβία, ο ρατσισμός υπενθυμίζουν το κόστος της διαφορετικότητας.

Δεν πρόκειται, άλλωστε, για ένα αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Από τις ΗΠΑ μέχρι την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική -σε μια περίοδο βαθιάς κοινωνικής ανασφάλειας, οικονομικών ανισοτήτων και κρίσης αντιπροσώπευσης- παρακολουθούμε την ανάδυση ενός διεθνούς αντιδραστικού ρεύματος που αντιμετωπίζει τη γυναικεία χειραφέτηση όχι ως δημοκρατική κατάκτηση αλλά ως απειλή. Η Νάνσι Φρέιζερ έχει περιγράψει εύστοχα το φαινόμενο ως μια «αντιδραστική εξέγερση» απέναντι στις δημοκρατικές διεκδικήσεις της ισότητας. Όχι μια εξέγερση των αδύναμων εναντίον των ισχυρών, αλλά μια εξέγερση τμημάτων της κοινωνίας που βιώνουν τη δημοκρατική πρόοδο ως απώλεια προνομίων.

Από θύμα, «πρόβλημα»

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τοξικότητα που πλημμυρίζει το διαδίκτυο μετά από κάθε γυναικοκτονία δεν είναι απλώς χυδαιότητα αλλά πολιτικό σύμπτωμα που αποκαλύπτει την ύπαρξη ενός υπόγειου κοινωνικού συμβολαίου. Που εξακολουθεί να λέει ότι η γυναίκα οφείλει να υποτάσσεται, ότι η διαφορετικότητα οφείλει να κρύβεται, και ότι η ελευθερία είναι αποδεκτή μόνο μέχρι το σημείο που δεν αμφισβητεί τις υφιστάμενες σχέσεις δύναμης.

Όταν κάποι@ παραβιάζει αυτούς τους κανόνες, η ευθύνη μετατοπίζεται από τον θύτη στο θύμα, ενοχοποιώντας το. Δεν πρόκειται για παρανόηση αλλά για πολιτική λειτουργία, για έναν μηχανισμό υπεράσπισης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων.

Γι’ αυτό και δεν αρκεί μόνο η αγανάκτηση. Ούτε μόνο η, αυτονόητη, ποινική τιμωρία των δραστών. Χρειάζεται σύγκρουση με τις ιδέες που νομιμοποιούν τη βία. Με τους θεσμούς που αφήνουν απροστάτευτα τα θύματα. Με τις πολιτικές δυνάμεις που επενδύουν στον φόβο, στον σεξισμό και στον κοινωνικό κανιβαλισμό. Χρειάζεται μάχη για την ηγεμονία των ιδεών.

Γιατί η ιστορία διδάσκει: καμία μορφή βαρβαρότητας δεν επικράτησε επειδή ήταν ισχυρή. Επικράτησε επειδή κανονικοποιήθηκε, επειδή έπαψε να σοκάρει, επειδή μετατράπηκε σε κοινή λογική. Και από τη στιγμή που το μίσος μετατρέπεται σε κοινή λογική, η βία δεν ακολουθεί ως εξαίρεση αλλά ως φυσική συνέπεια. Και τότε, το επόμενο θύμα είναι απλώς θέμα χρόνου.

Η ΕΠΟΧΗ