Macro

Αννέτα Καββαδία: Εργάζομαι άρα υπάρχω ( ; )

Υπάρχουν πολιτικές δηλώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το άμεσο περιεχόμενό τους και λειτουργούν ως συμπυκνώσεις μιας ολόκληρης εποχής. Η πρόσφατη θριαμβολογία –δια στόματος Κυριάκου Μητσοτάκη– για τους περισσότερους από 250.000 εργαζόμενους συνταξιούχους, ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν πρόκειται απλώς για μια αποτίμηση κάποιων στατιστικών δεδομένων αλλά για μια εξαιρετικά αποκαλυπτική παρέμβαση σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη πολιτική εξουσία τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, το γήρας και την ανθρώπινη αξία.

Το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότηση, παρουσιάζεται ως απόδειξη κοινωνικής προόδου, ως επιτυχία της «ενεργού γήρανσης», ως επιβεβαίωση ότι οι πολίτες παραμένουν δημιουργικοί, παραγωγικοί και χρήσιμοι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Όμως η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη, και η επιλογή των λέξεων δεν περιγράφει απλώς μια πραγματικότητα, κατασκευάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να την αντιληφθούμε. Και το πλαίσιο αυτό είναι σαφές: η εργασία δεν εμφανίζεται πλέον ως μία από τις εκφράσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά ως το κατεξοχήν κριτήριο κοινωνικής ύπαρξης.

Όχι επιλογή αλλά όρος επιβίωσης

Η αφήγηση αυτή αποκρύπτει βεβαίως την υλική βάση του φαινομένου. Σε μια χώρα όπου η ακρίβεια αναδιαμορφώνει βίαια τις συνθήκες διαβίωσης, όπου η στεγαστική κρίση μετατρέπεται σε μόνιμο κοινωνικό τραύμα και όπου η μέση σύνταξη αδυνατεί να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες, η επιστροφή χιλιάδων συνταξιούχων στην αγορά εργασίας δεν αποτελεί έκφραση ελευθερίας αλλά δείκτη κοινωνικής ανασφάλειας. Όταν η σύνταξη παύει να εγγυάται αξιοπρεπή διαβίωση, η εργασία δεν είναι επιλογή, είναι όρος επιβίωσης.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ιδεολογική λειτουργία του νεοφιλελευθερισμού. Η ανάγκη μετατρέπεται σε ευκαιρία, η υλική στέρηση βαφτίζεται προσωπική πρωτοβουλία, ο οικονομικός εξαναγκασμός μεταμφιέζεται σε ατομική αυτοπραγμάτωση.

Η ακόμη πιο κυνική πρωθυπουργική επισήμανση ότι «όσο δουλεύουν, τόσο λιγότερο κοστίζει η περίθαλψή τους», φωτίζει και μια βαθύτερη μετατόπιση. Ο ηλικιωμένος δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο δικαιωμάτων αλλά ως αντικείμενο διαχείρισης, ως δημοσιονομικό μέγεθος, ως σώμα που οφείλει να παραμένει λειτουργικό, παραγωγικό και οικονομικά αποδοτικό για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Πρόκειται για μια χαρακτηριστική εκδήλωση αυτού που οι κριτικές κοινωνικές θεωρίες περιγράφουν ως βιοπολιτική διαχείριση των πληθυσμών. Η ζωή αξιολογείται με βάση την οικονομική της χρησιμότητα, το δικαίωμα στην κοινωνική προστασία μετασχηματίζεται σταδιακά σε υποχρέωση διαρκούς ενεργοποίησης ενώ η σύνταξη παύει να νοείται ως κοινωνικό δικαίωμα που κατακτήθηκε μέσα από δεκαετίες εργατικών αγώνων και αρχίζει να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως προβληματική εξαίρεση από τον κανόνα της αδιάκοπης παραγωγικότητας.

Την ίδια στιγμή βέβαια, η σκληρή υλικότητα του σώματος επανέρχεται πεισματικά. Την ώρα που η κυβέρνηση εξυμνεί την παράταση του εργασιακού βίου, τα εργατικά ατυχήματα με θύματα εργαζόμενους προχωρημένης ηλικίας υπενθυμίζουν ότι η βιολογική πραγματικότητα δεν καταργείται με διακηρύξεις. Η φθορά, η σωματική καταπόνηση και οι αυξημένοι επαγγελματικοί κίνδυνοι, συνιστούν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από τους δείκτες απασχόλησης.

Και, φυσικά, η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τους ηλικιωμένους, αφορά τον συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η νεωτερική υπόσχεση ότι η τεχνολογική πρόοδος θα μείωνε τον αναγκαίο χρόνο εργασίας και θα διεύρυνε τον χώρο της ελευθερίας, φαίνεται να αντιστρέφεται καθώς ο ελεύθερος χρόνος αντί να διευρύνεται, αποικιοποιείται ολοένα περισσότερο από τις επιταγές της αγοράς.

Η ανάγκη του «ανήκειν»

Ασφαλώς η πραγματικότητα δεν είναι μονοσήμαντη. Κι εδώ, αναδύεται μια αντίφαση που πρέπει να προσεχθεί. Πολλές και πολλοί συνταξιούχοι επιλέγουν να συνεχίσουν να εργάζονται όχι μόνο επειδή έχουν οικονομική ανάγκη αλλά επειδή αισθάνονται καθ΄όλα ενεργοί και δεν επιθυμούν να αποσυρθούν. Επειδή αποζητούν την κοινωνική επαφή, τη δημιουργικότητα ή μια αίσθηση σκοπού. Η ανάγκη αυτή είναι απολύτως υπαρκτή και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: γιατί, σε τόσο μεγάλο βαθμό, η αίσθηση του σκοπού ταυτίζεται με την εργασία;

Η απάντηση βρίσκεται στον ίδιο τον πολιτισμικό πυρήνα του σύγχρονου καπιταλισμού. Επί δεκαετίες, οι κοινωνίες μας οργανώθηκαν γύρω από την ιδέα ότι η εργασία δεν είναι απλώς μια δραστηριότητα αλλά το κατεξοχήν θεμέλιο της ανθρώπινης αξίας. Ο πολίτης αναγνωρίζεται πρωτίστως ως εργαζόμενος, ως παραγωγός, ως φορέας οικονομικής χρησιμότητας. Η κοινωνική αναγνώριση, η αυτοεκτίμηση και η αίσθηση του ανήκειν συνδέονται ολοένα περισσότερο με τη θέση που καταλαμβάνει κανείς στον καταμερισμό της εργασίας. Έτσι, η αποχώρηση από την παραγωγική διαδικασία συχνά βιώνεται όχι ως απελευθέρωση αλλά ως απώλεια ταυτότητας.

Γι’ αυτό και το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν κάποια εβδομηντάχρονη ή κάποιος εβδομηνταπεντάχρονος επιθυμούν να συνεχίσουν να εργάζονται. Το διακύβευμα είναι αν μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα. Αν διαθέτουν τους υλικούς όρους για να μην εργάζονται. Αν η κοινωνία τους προσφέρει πεδία δημιουργίας, συμμετοχής και αυτοπραγμάτωσης πέρα από την αγορά εργασίας. Ο καπιταλισμός, βλέπετε, δεν οργανώνει μόνο την παραγωγή αγαθών, οργανώνει και την παραγωγή ταυτοτήτων.

Η Αριστερά οφείλει λοιπόν να υπερασπιστεί μια διαφορετική ιδέα της προόδου. Όχι μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι εργάζονται μέχρι τα βαθιά γεράματα επειδή δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Αλλά μια κοινωνία όπου η πρόοδος μετριέται από το κατά πόσο εξασφαλίζει σε όλους τη δυνατότητα μιας πραγματικής επιλογής. Από το αν η εργασία παραμένει δικαίωμα ή μετατρέπεται σε υποχρέωση. Από το αν το γήρας αποτελεί στάδιο ελευθερίας ή απλώς μια παράταση της μισθωτής εξάρτησης με άλλα μέσα. Γιατί όταν η ανάγκη επιβίωσης βαφτίζεται «ενεργός γήρανση», δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα κοινωνική κατάκτηση αλλά μπροστά στην ιδεολογική κανονικοποίηση της εργασίας ως πεπρωμένου.

Η ΕΠΟΧΗ