Η Ευρώπη πίστεψε ότι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έκανε μια μεγάλη στρατηγική στροφή: Απεξαρτήθηκε από το ρωσικό φυσικό αέριο και περιόρισε μια επικίνδυνη γεωπολιτική εξάρτηση. Στην πραγματικότητα, όμως, αντικαθιστά μία εξάρτηση με μια άλλη. Οι ρωσικοί αγωγοί έδωσαν τη θέση τους στα αμερικανικά δεξαμενόπλοια LNG και η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα ενεργειακό μοντέλο που εξακολουθεί να βασίζεται στις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, σχεδόν το μισό φυσικό αέριο που εισήγαγε η ΕΕ προερχόταν από τη Ρωσία. Μέχρι το 2025, το ποσοστό αυτό είχε καταρρεύσει περίπου στο 15%. Την ίδια περίοδο, όμως, το μερίδιο των Ηνωμένων Πολιτειών εκτινάχθηκε από το 7% στο 30%. Η ενεργειακή εξάρτηση δεν εξαφανίστηκε· απλώς άλλαξε γεωγραφική κατεύθυνση.
Η νέα αυτή πραγματικότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μέσα στο περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή. Η πρόσφατη κρίση με το Ιράν και οι φόβοι για διακοπή ενεργειακών ροών οδήγησαν προσωρινά σε εκτίναξη των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου, υπενθυμίζοντας πόσο ευάλωτη παραμένει η ευρωπαϊκή οικονομία απέναντι σε εξωτερικά σοκ. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται από καύσιμα που ούτε παράγει επαρκώς ούτε ελέγχει πολιτικά.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν την Ευρώπη ως στρατηγικά «κλειδωμένη» αγορά. Η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ του 2025 προβλέπει εισαγωγές αμερικανικού LNG ύψους 250 δισ. δολ. ετησίως για τρία χρόνια, ενώ η Ουάσιγκτον πιέζει παράλληλα για επέκταση υποδομών LNG και αγωγών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η αμερικανική στρατηγική είναι σαφής: να μετατραπεί το ευρωπαϊκό ενεργειακό κενό σε μόνιμη αγορά για το αμερικανικό φυσικό αέριο.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η στρατηγική έρχεται σε αντίθεση τόσο με τους κλιματικούς στόχους της Ευρώπης όσο και με την ανάγκη ενεργειακής αυτονομίας.
Η μόνη πραγματική διέξοδος είναι η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης προς ηλεκτρικές λύσεις και καθαρές μορφές ενέργειας. Ωστόσο, ακόμη κι εκεί η πρόοδος αποδεικνύεται πιο αργή και άνιση από όσο διακηρύσσουν οι ευρωπαϊκοί στόχοι.
Η ΕΕ επιδιώκει έως το 2030 το 69% της ηλεκτρικής παραγωγής να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Ήδη βρίσκεται περίπου στο 48%, αλλά για να επιτευχθεί ο στόχος απαιτείται σχεδόν διπλασιασμός του ρυθμού ανάπτυξης των ΑΠΕ μέσα σε λίγα χρόνια.
Οι βόρειες και δυτικές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σημαντικά στην πράσινη μετάβαση, ενώ η ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη υστερούν αισθητά, δημιουργώντας μια ενεργειακή Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.
Ακόμη πιο προβληματική εμφανίζεται η στρατηγική για το υδρογόνο. Η ΕΕ έχει θέσει στόχο παραγωγής 10 εκατ. τόνων «πράσινου» υδρογόνου έως το 2030 και εισαγωγής άλλων 10 εκατ. τόνων. Όμως η πραγματική πρόοδος απέχει δραματικά από αυτούς τους στόχους. Η εγκατεστημένη ευρωπαϊκή δυναμικότητα παραγωγής χαμηλών εκπομπών υδρογόνου φτάνει μόλις τους 0,22 εκατ. τόνους ετησίως, ενώ ακόμη και αν ολοκληρωθούν όλα τα υπό σχεδιασμό έργα, η συνολική παραγωγή δύσκολα θα ξεπεράσει τα 1,1 εκατ. τόνους μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Τα περισσότερα έργα αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, αβεβαιότητα ζήτησης και δυσκολίες υλοποίησης.
Ταυτόχρονα, η Κίνα έχει ήδη ξεπεράσει την Ευρώπη στην παραγωγή πράσινου υδρογόνου και επενδύει επιθετικά σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, μετατρέποντας και αυτή την αγορά σε πεδίο γεωοικονομικού ανταγωνισμού.
Η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ενεργειακή αυτονομία αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει την κρίση μόνο ως πρόβλημα διαφοροποίησης προμηθευτών. Η ουσιαστική αλλαγή απαιτεί βαθύτερο μετασχηματισμό: Επενδύσεις σε δημόσιες ενεργειακές υποδομές, ταχύτερη ανάπτυξη δικτύων ηλεκτρισμού και υδρογόνου, κρατική στήριξη στη βιομηχανική μετάβαση και μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία ώστε τα κράτη να μπορούν να χρηματοδοτήσουν αυτή τη μετάβαση.