«Μανιφέστο». Ακούγεται κάπως υπερβολικό. Ιδρυτική διακήρυξη θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Ένα νέο πολιτικό υποκείμενο τη χρειάζεται οπωσδήποτε για να συστηθεί στο κοινό που σκοπεύει να απευθυνθεί. Εν γνώσει της φυσικής συνέπειας: ότι δεν πρόκειται να πείσει και να εκπροσωπήσει τους πάντες. Αυτό σημαίνει «κόμμα»: τμήμα ενός συνόλου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, έχουμε την ανακοίνωση μιας σύγκλισης πολιτικών ρευμάτων, δηλαδή της υπέρβασης μιας κατάτμησης. Καλό ακούγεται. Μόνο που στην πραγματικότητα δεν συγκλίνουν θεωρητικά ούτε συμπαρατάσσονται πολιτικά υπαρκτές δυνάμεις. Η προσομοίωση σύγκλισης και συμπαράταξης γίνεται με ευθύνη του κατασκευαστή. Και δυστυχώς επιχειρείται στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο: από κάθε ρεύμα επιλέγεται ό,τι συντηρητικότερο, ενώ θα μπορούσε να επιλεγεί ό,τι πιο προωθημένο. Ορθά το παρατηρεί σε ένα σχόλιό του ο Χρ. Βερναρδάκης. Χαρακτηριστικό δείγμα η οικολογική συνιστώσα, που παρουσιάζεται σχεδόν σαν φυσιολατρική κίνηση, χωρίς την απομεγέθυνση και τον αποκλεισμό των εξορύξεων.
Η λαλίστατη σιωπή
Το αποτέλεσμα είναι η παρουσίαση μιας ήπιας και δειλής σοσιαλδημοκρατικής μεταρρυθμιστικής εκδοχής. Το ερώτημα είναι γιατί. Ας επιχειρήσουμε μια απάντηση.
Η διακήρυξη αυτή δεν είναι σαν τις άλλες. Δεν οριοθετεί το πεδίο του ενδιαφέροντός της. Έχει επιλέξει να μιλήσει για όσα θα μπορούσαν να ακουστούν ευχάριστα στο ευρύτερο δυνατό ακροατήριο ή και στο σύνολο του εκλογικού σώματος. Κι αυτό δεν είναι δύσκολο σε μια κοινωνία όπου το 70% δηλώνει δυσαρεστημένο με την κυβερνητική πολιτική.
Ταυτόχρονα, όμως, επιλέγει τη σιωπή για όσα θα μπορούσαν να ενοχλήσουν σημαντικό μέρος του ακροατηρίου ή όσους θέλουν να διαμορφώνουν την «κοινή γνώμη». Γι’ αυτό και από την ηχηρή σιωπή της για κρισιμότατα ζητήματα μπορεί να συναχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα.
Ο Σωτήρης Βαλντέν[1] είχε την υπομονή να αναδείξει λεπτομερώς τη σημασία αυτής της απουσίας τοποθέτησης για σωρεία θεμάτων: πόλεμος στην Ουκρανία, τη Γάζα, το Ιράν, τον Λίβανο (εδώ μάλιστα τηρείται αυστηρά η εντολή «ου λήψει το όνομα του Ισραήλ επί ματαίω»), ελληνοτουρκικά, κυπριακό, ΕΕ και ιδίως για τη στάση της στους πολέμους και τους εξοπλισμούς, προσφυγικό, δικαιώματα, όραμα για τη μελλοντική κοινωνία…
Παλιά ιδέα σε νέα συσκευασία
Μπορεί κανείς δικαιολογημένα να συμπεράνει ότι αυτό δεν συμβαίνει για λόγους συντομίας αλλά σκόπιμα. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο σκοπός; Ας επιχειρήσουμε ακόμα μία απάντηση.
Αυτό συμβαίνει για να μπορέσει να πραγματοποιηθεί ανεπαίσθητα το λογικό και πολιτικό άλμα από την αρχική διακηρυκτική δήλωση ότι το εγχείρημα τοποθετείται «αριστερά του κέντρου», στην τελική παραδοχή ότι συνιστά «νέο προοδευτικό χώρο», «προοδευτική συμπαράταξη», «προοδευτική παράταξη».
Σας θυμίζει την προσθετική που είχε υποστεί με την «προοδευτική συμμαχία» ο ΣΥΡΙΖΑ; Σωστά. Η ίδια ιδέα σε νέα συσκευασία: της συμμαχίας χωρίς συμμάχους, του μετώπου στο εσωτερικό ενός κόμματος –ελλείψει στρατηγικής αντίληψης για τις συμμαχίες, για τη συγκρότηση συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Μια επιλογή που όχι μόνο δοκιμάστηκε, αλλά και κρίθηκε –παρασέρνοντας στην κρίση της τον «κυβερνώντα» ΣΥΡΙΖΑ. Όχι μόνο στις εκλογές του 2023, αλλά και στη μετέπειτα τραγωδία.
Το χαρακτηριστικό της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ στην περίοδο 2019-2023 ήταν ακριβώς αυτό: λείανση των αιχμών, στρογγύλεμα κάθε γωνίας, αποφυγή κάθε πιθανής ενόχλησης αμφιρρεπόντων κοινωνικών στρωμάτων, μην τυχόν πληγεί η κυβερνησιμότητα. Και επιλογές προσωπικοτήτων απίθανης προέλευσης. Δεν χρειάζεται να κάνουμε εκτιμήσεις, υπάρχουν απτά αποτελέσματα.
Η «ελπίδα» είναι ότι αυτή τη φορά η μεγιστοποίηση της αγανάκτησης από την εφτάχρονη πολιτική της δεξιάς, η απογοήτευση από τον κατακερματισμό της αριστεράς και η απελπισία θα φέρουν αποτέλεσμα. Θα πέσει το ώριμο φρούτο.
Ένα κατασκευασμένο δίλημμα
Μια ιδέα και μια επιλογή που επανέρχεται, με δόλιο τρόπο αυτή τη φορά, επιχειρώντας να διχάσει τον κόσμο της αριστεράς με το σλόγκαν της «κυβερνώσας αριστεράς», που υποδεικνύει τη διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν την αριστερά να κυβερνά και τους άλλους που την προτιμούν δύναμη διαμαρτυρίας. Εξ ου και η επανάληψή του σε ρυθμό πλύσης εγκεφάλου μέσα στη διακήρυξη.
Γιατί όμως αυτή η επιλογή; Γιατί όχι «αριστερή κυβέρνηση»; Μα τώρα είναι ώρα να παίζουμε με τις λέξεις! Με τις λέξεις, που κόκαλα δεν έχουν και κόκαλα τσακίζουν, δεν γίνεται να παίξει κανείς. Το κυβερνώσα επί – τίθεται και προσδιορίζει την αριστερά. Της παρέχεται το δικαίωμα να κυβερνήσει. Το αριστερή επί-τίθεται και προσδιορίζει την κυβέρνηση. Της παρέχει τη δυνατότητα να είναι αριστερή.
Το αν θα την αξιοποιήσει εξαρτάται από την τόλμη της και την κοινωνική στήριξη. Προς επιβεβαίωση θα αναφέρουμε δύο διαμετρικά αντίθετα παραδείγματα: α) Συμφωνία των Πρεσπών, β) χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Με το πρώτο, μια κυβερνώσα αριστερά έδειξε ότι μπορεί να είναι αριστερή κυβέρνηση ακόμα και σε ασφυκτικές συνθήκες μνημονιακής επιτροπείας , με το δεύτερο ότι προτιμά να παραμείνει κυβερνώσα, αποφεύγοντας τις διαρθρωτικές, τις δομικές αλλαγές και αποπέμποντας τον αρμόδιο υπουργό Ν. Φίλη. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τον κατάλογο ελλειμμάτων: τριτοβάθμια εκπαίδευση, δικαιώματα, εξορύξεις, ενεργειακές κοινότητες, προστασία περιβάλλοντος, εξωτερική πολιτική…
Ας κλείσουμε το σημείωμα αυτό με τα λόγια ενός νέου ανθρώπου που φιλοξένησε η «Ε»: «Εάν νομίζει, και όσοι το νομίζουν μαζί του, ότι με κεντρώες συνταγές θα κερδίσει τη Δεξιά, το αμφισβητώ. Δεν είναι, όμως, εχθρός μου ο Τσίπρας. Απλά βλέπω να έρχεται την επόμενη ημέρα των εκλογών μια νέα ματαίωση για τον κόσμο της Αριστεράς. Γιατί για μένα η πραγματική πυξίδα είναι η επιστροφή στις αριστερές αξίες, στην αριστερή ιδεολογία, στο αριστερό πρόγραμμα. Την τελευταία νίκη κατέγραψε η Αριστερά το 2015 με αυτόν τον τρόπο.»[2].