Επανέρχομαι στο ζήτημα του συνδικαλισμού. Διότι τα ελλείμματα της Αριστεράς προέρχονται κυρίως από την αδυναμία της να αναμετρηθεί με τα δομικά προβλήματα, τα χρόνια, και όχι με την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της κάθε μίας εβδομάδας. Κακώς δε, και αυτό το συνέδριο της ΓΣΕΕ πέρασε χωρίς τον εμβολιασμό του δημόσιου διαλόγου με το ζήτημα του μέλλοντος της μισθωτής εργασίας σε αυτή τη χώρα.
Όπως αναλύει διεξοδικά ο Απόστολος Καψάλης στο πρόσφατο βιβλίο του Κρίση αδιεξόδου; Για το μέλλον του ελληνικού συνδικαλισμού (εκδόσεις Ρόζα Λούξεμπουργκ), το ζοφερό παρόν και το αβέβαιο μέλλον δεν αφορά μόνο τους χαμηλούς μισθούς και τις μειωμένες δυνατότητες εξεύρεσης μιας καλής δουλειάς, αλλά κυρίως την προώθηση ενός μείγματος λιτότητας και αυταρχισμού, μιας κουλτούρας υπευθυνοποίησης, αυτοπειθάρχησης, α-συλλογικής κοινωνικής συμπεριφοράς και εμμονικής αναζήτησης ατομικών λύσεων, μιας κανονικοποίησης της επισφάλειας, του περιορισμού των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και του αχαλίνωτου διευθυντικού δικαιώματος, και εν τέλει ενός εργατικού δικαίου εξαίρεσης, ενός μοντέλου εξατομικευμένων εργασιακών σχέσεων που διέπεται από την ανομία και τη βία. Απώτερος στόχος, όπως σημειώνει ο Καψάλης, είναι «η ισοπέδωση του εργατικού φρονήματος, η απαξίωση κάθε έννοιας συναδελφικής αλληλεγγύης και ο οριστικός εκφυλισμός της συλλογικής σύμβασης σε ένα τυπικό, επικυρωτικό έγγραφο των εργοδοτικών επιθυμιών». Τι τύπο εργαζόμενου παράγει αυτό το περιβάλλον; Η απάντηση του Καψάλη πρέπει να μας αφυπνίσει: ένας εργαζόμενος που πιστεύει ότι τα συμφέροντά του δεν εξυπηρετούνται από την πάλη ενάντια στην εργοδοσία, αλλά από την ένταξή τους στα συμφέροντα της εργοδοσίας. Το καμπανάκι που κρούει δεν θα μπορούσε να είναι πιο ηχηρό: η εισαγωγή αυταρχικών καινοτομιών στην εργασία είναι η βασιλική οδός προς την ανελεύθερη δημοκρατία.
Ας σταθούμε λίγο στο σημείο αυτό, διότι είναι σύνηθες να ακούμε αριστερά κόμματα και αριστερούς ανθρώπους να καλούν στην υπεράσπιση της δημοκρατίας, αλλά ποτέ με την ίδια ζέση στην υπεράσπιση των συνδικάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η οργάνωση των εργαζομένων στα συνδικάτα και η ίδια η συνδικαλιστική δράση έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον εκδημοκρατισμό των βιομηχανικών κοινωνιών, στην εμπέδωση της δημοκρατίας και στη διαμόρφωση μιας δημοκρατικής συνείδησης και μιας εργατικής αξιοπρέπειας. Επομένως, η υποχώρηση μέχρις εξαφανίσεως των συνδικάτων δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για τη δημοκρατία. Για την ακρίβεια, η απουσία αποτελεσματικών εργατικών διεκδικήσεων πλήττει την ίδια την έννοια και την πρακτική της συλλογικής διεκδίκησης. Ακόμα χειρότερα, οι αυταρχικοί εργασιακοί χώροι κοινωνικοποιούν αναλόγως τα άτομα: φυσικοποιούν την ανισότητα και την αυταρχική συμπεριφορά μεταξύ ατόμων σε διαφορετική θέση στην επιχείρηση. Με λίγα λόγια, τα εργασιακά περιβάλλοντα γίνονται σχολεία αυταρχισμού και διαμόρφωσης μιας αντικοινωνικής κουλτούρας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι εκτός από το κόστος δράσης που πρέπει να υπομείνουμε όσοι/ες αποφασίσουμε να δράσουμε, υπάρχει και το κόστος αδράνειας που ίσως και να υπερβαίνει το κόστος δράσης. Σε κάθε περίπτωση, η συνδικαλιστική ενδυνάμωση είναι sine qua non προϋπόθεση για τη δημοκρατική άμυνα της κοινωνίας απέναντι στις σφοδρές επιθέσεις που δέχεται από το δεξιό ημισφαίριο.
Λέγοντας φυσικά κάτι τέτοιο, σε καμία περίπτωση δεν προσυπογράφουμε την ιδέα ότι η Αριστερά πρέπει να πάψει να είναι δικαιωματική ή ότι πρέπει να διαλέξει μεταξύ υπεράσπισης της εργασίας και υπεράσπισης των γυναικών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των μεταναστών/προσφύγων –μια ιδέα που έχει κάποιο κοινό στις τάξεις της Αριστεράς. Άλλωστε η εξασφάλιση εργατικών δικαιωμάτων όχι μόνο αποτέλεσε κοινωνική προϋπόθεση για τα κοινωνικά στρώματα που αγωνίστηκαν για δικαιώματα μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και πηγή έμπνευσης γι’ αυτά. Τούτων δοθέντων όμως, πώς είναι δυνατόν μια δικαιωματική Αριστερά να παραμελεί τα δικαιώματα των ανθρώπων στον εργασιακό τους χώρο; Πώς είναι δυνατόν να παραγνωρίζει ότι η θέση των μεταναστών σε μια κοινωνία δεν καλυτερεύει παρά μόνο όταν βελτιώνεται η θέση τους στην αγορά εργασίας; Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους Ρομά: όσα λεφτά και να δίνονται σε προγράμματα, ή όσες καμπάνιες κατά της τσιγγανοφοβίας και να οργανωθούν, το κλειδί θα παραμένει η ένταξή τους στην εργασία. Ξέρω ότι ισχύει και το αντίστροφο, αλλά εδώ εστιάζω σε αυτό που θεωρώ ότι λείπει –όπως πρέπει να κάνουμε πάντα στα άρθρα γνώμης, παρά την έξη ορισμένων what-abaoutists.
Το πρόβλημα όμως της βραχμανικής Αριστεράς είναι ότι έπαψε να αποτελεί τον βασικό πολιτικό εκπρόσωπο της μισθωτής εργασίας. Εδώ και δεκαετίες εκφράζει όλο και περισσότερο τους κερδισμένους της εκπαίδευσης, αντί για τους χαμένους της οικονομίας. Η μη μισθωτή εργασία έγινε συνομιλητής της καθ’ ημάς Αριστεράς στον ίδιο ακριβώς βαθμό με τη μισθωτή εργασία –πολιτικό υποπροϊόν της μεσοστρωματοποίησης της κοινωνίας, της μετατροπής σχεδόν όλων των κομμάτων σε πολυσυλλεκτικά και της μεσοποίησης/μιντιοποίησης της πολιτικής. Κατά τη γνώμη μου, η καθ’ ημάς Αριστερά οφείλει να μετατραπεί σε έναν σύγχρονο εκπρόσωπο της σύγχρονης μισθωτής εργασίας, και αυτό συνεπάγεται να δουλεύει μαζί με τους εργαζομένους για να σταθεροποιήσει το έδαφος της δημοκρατίας πριν το χάσουμε κάτω από τα πόδια μας. Αν ασχολούταν με τη μισθωτή εργασία σταθερά και ανεξάρτητα από την εκλογική ή άλλη συγκυρία, θα είχε και αλεξίπτωτο –αλλά δεν έχει.
ΥΓ. Μην ξεχνάτε το μποϋκοτάζ στο Ισραήλ.