Γεννημένος στην Καλκούτα και μεγαλωμένος στην Ινδία, το Μπαγκλαντές και τη Σρι Λάνκα, ο πεζογράφος και κοινωνικός ανθρωπολόγος Αμιτάβ Γκος (1956) πραγματεύεται στα λογοτεχνικά και δοκιμιακά του έργα, με τρόπο παρεμβατικό, μείζονα ζητήματα του σύγχρονου κόσμου, όπως η κληρονομιά της αποικιοκρατίας, η μετανάστευση ή η κλιματική κρίση. Γνωρίζαμε ήδη τον Γκος από το δοκίμιό του Σε μια αρχαία χώρα (μτφ. Ρένα Λέκκου-Δάντου, Λιβάνης, 2008) και δύο μυθιστορήματά του, Θάλασσα από παπαρούνες (μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, Καστανιώτης, 2014) και Το γυάλινο παλάτι (μτφ. Κατερίνα Ροντογιάννη, Λιβάνης, 2003). Στα ελληνικά, κυκλοφόρησε πρόσφατα το πολυσυζητημένο βιβλίο του Η μεγάλη απορρύθμιση. Κλιματική αλλαγή και το αδιανόητο (μτφ. Δανάη Σιώζου, εισαγωγή Ασημίνα Καραβαντά, San Casciano, 2025), στο οποίο εξετάζει την κλιματική κρίση (και) στη σχέση της με τη λογοτεχνία. Με αφορμή την έκδοση αυτή, συζητήσαμε με τον Γκος για τον κόσμο μας και τις αναπαραστάσεις του.
Το βιβλίο σας Η μεγάλη απορρύθμιση. Κλιματική αλλαγή και το αδιανόητο μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά. Στο επίκεντρό του βρίσκονται τα όρια της σύγχρονης σκέψης και του σύγχρονου λόγου σε σχέση με την αντίληψη και την αποτύπωση της κλιματικής κρίσης σε όλη την έκταση και τη σφοδρότητά της· η συλλογική άρνησή της ως ενός ανοίκειου και απίθανου γεγονότος· αλλά και η αδυναμία της «σοβαρής» πεζογραφίας να την πραγματευτεί. Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση σήμερα; Έχει αλλάξει κάτι μέσα στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει από την πρώτη έκδοσή του;
Ναι, έχουν αλλάξει πολλά από τότε που έγραψα το βιβλίο Η μεγάλη απορρύθμιση. Πιστεύω ότι, αν το έγραφα σήμερα, η κλιματική αλλαγή δεν θα είχε τόσο κεντρική θέση στην επιχειρηματολογία μου όσο εκείνη την εποχή, επειδή, στην πραγματικότητα, διανύουμε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, που τέμνονται και αλληλοσυνδέονται: εξαφάνιση ειδών, απώλεια βιοποικιλότητας, γεωπολιτικές ανατροπές και ούτω καθεξής. Σήμερα δηλαδή αντιμετωπίζουμε μια πολυκρίση, όπως την ονομάζουν ορισμένοι ερευνητές. Όπως λέει η Μάργκαρετ Άτγουντ, είναι μια εποχή όχι μόνο κλιματικής αλλαγής αλλά «αλλαγής των πάντων» [«everything change»].
Από την έκδοση της Μεγάλης απορρύθμισης το 2016 έχουν επέλθει και πολλές άλλες αλλαγές. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια πληθώρα λογοτεχνικών έργων που ασχολούνται με την πλανητική κρίση. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται σε έναν βαθμό και στην έκδοση του βιβλίου, αλλά κάποιοι πιστεύουν, όπως φαίνεται, ότι έτσι είναι. Συναντώ επίσης συχνά νέους ακτιβιστές που λένε ότι το βιβλίο μου υπήρξε γι’ αυτούς πηγή έμπνευσης. Καταλαβαίνετε πόσο χαίρομαι όταν το ακούω αυτό.
Υπογραμμίζετε συχνά ότι η αναφορά στον καπιταλισμό, ως αίτιο της κλιματικής κρίσης, δεν είναι αρκετή, δεν είναι δραστική, εάν δεν συνοδεύεται από την αναφορά στην Αυτοκρατορία, στον ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία. Θέλετε να μας πείτε λίγα περισσότερα επ’ αυτού;
Ο καπιταλισμός καθαυτόν δεν εμφανίστηκε πριν από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Αλλά οι διαδικασίες του εξορυκτισμού, ο οποίος έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την παρούσα δυσχερή κατάστασή μας, ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα, στα πρώτα χρόνια του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, στον 16ο και τον 17ο αιώνα. Αυτή η αποικιακή ιστορία έχει διαμορφώσει καθολικά τον σύγχρονο κόσμο σε όλες τις όψεις του. Το καταλαβαίνει κανείς αυτό πολύ καλά, αν ρίξει μια ματιά σε όσα συμβαίνουν σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην πράξη, η αποικιοκρατία δεν τερματίστηκε στη δεκαετία του 1940. Αντίθετα, στις επόμενες δεκαετίες ο πλούτος των πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων αυξανόταν όλο και περισσότερο, καθώς συνέχιζαν να απομυζούν τους πόρους της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι τα πρώην αποικιοκρατικά κράτη έφτασαν στο απόγειο της δύναμής τους περί το 2000. Μόνο από εκείνη τη στιγμή και μετά, με την ανάδυση της Κίνας, της Ινδίας και της Ινδονησίας ως σημαντικών οικονομικών δυνάμεων, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Ωστόσο, κάποια πρόσφατα γεγονότα δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι πρώην αποικιακές δυνάμεις σκοπεύουν να κρατήσουν πάση θυσία τον κόσμο υπό τον έλεγχό τους. Μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ το κατέστησε απολύτως σαφές αυτό στην πρόσφατη διάσκεψη του Μονάχου, όταν ουσιαστικά προέτρεψε τη συλλογική Δύση να διαφυλάξει την παγκόσμια υπεροχή της. Ο εν εξελίξει πόλεμος στο Ιράν αποτελεί ένα ακόμη σημάδι της αποφασιστικότητάς τους να συνεχίσουν να ελέγχουν πλήρως τον κόσμο και τους πόρους του με κάθε κόστος.
Αυτή η δομική συσχέτιση ενέχεται και στην έννοια του «φυλετικού καπιταλισμού» που βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο μη μυθοπλασιακών όσο και μυθοπλασιακών έργων σας, όπως το The Nutmeg’s Curse (Η κατάρα του μοσχοκάρυδου, 2022, το οποίο θα εκδοθεί σύντομα από τις εκδ. San Casciano), η Ibis trilogy (Η τριλογία της Ίβιδας), ένα έργο της οποίας έχει εκδοθεί και στα ελληνικά (Θάλασσα από παπαρούνες) και το δοκίμιο Smoke and Ashes (Καπνός και στάχτες, 2024). Αφορά τόσο τον σφετερισμό των πόρων όσο και τη γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών στο όνομα του εμπορίου, αλλά και τον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο νεο-αποικισμό – ο οποίος επιπλέον πλήττει, όπως επισημαίνετε, και την ίδια την καρδιά της σκέψης και της δημιουργίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου.
Το ιστορικό επεισόδιο που περιγράφεται στην αρχή του βιβλίου μου The Nutmeg’s Curse, που εκδόθηκε το 2022, αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα διασύνδεσης του φυλετικού καπιταλισμού, του εξορυκτισμού και της γενοκτονίας των αυτοχθόνων πληθυσμών. Έχει να κάνει με τη γενοκτονία που διέπραξε η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών στα νησιά Μπάντα το 1621, με σκοπό να ελέγξει το εμπόριο του μοσχοκάρυδου και του μασίς, του άνθους του μοσχοκάρυδου. Λέγεται συχνά ότι η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών πρωτοστάτησε στην εγκαθίδρυση του καπιταλισμού, με την έννοια ότι ήταν μια συμμετοχική εταιρεία με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Πολύ εύκολα ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η μεγιστοποίηση του κέρδους δεν υπαγόρευε στην πράξη τις ενέργειες των Ολλανδών στις Ανατολικές Ινδίες. Ο πραγματικός στόχος τους ήταν να καθιερώσουν ένα σύστημα εκμετάλλευσης βασισμένο στον φυλετισμό. Έτσι, για παράδειγμα, μετά την κατάκτηση των νησιών Μπάντα και τη γενοκτονία των πληθυσμών τους, οι Ολλανδοί δεν προχώρησαν στην παραχώρησή τους με όρους πλειοδοσίας. Αντ’ αυτού, τα χώρισαν σε φυτείες και τα παρέδωσαν σε λευκούς κτηματίες. Ακόμη περισσότερο, ανέλαβαν να παρέχουν δούλους στους κτηματίες και συνέχισαν την πρακτική αυτή επί αιώνες. Η υποκείμενη λογική ήταν λοιπόν θεμελιωδώς φυλετική· η μεγιστοποίηση του κέρδους ήταν σχεδόν δευτερεύουσα.
Απορρίπτετε τον ατομικισμό, που στα ζητήματα της κλιματικής κρίσης συνδέεται με την περίφημη ατομική ευθύνη, και υπερασπίζεστε την έννοια της συλλογικότητας. Μιλήστε μας για τη συλλογικότητα αυτή, για τη δυνατότητα και τις πιθανές νέες μορφές της.
Θα ήθελα να απαντήσω στην ερώτηση αυτή με ένα παράδειγμα από το Μπαγκλαντές. Ο ανθρωπολόγος Τζέισον Κονς έχει περιγράψει ένα πρόγραμμα «κλιματικής ανθεκτικότητας» στην επαρχία Μουνσιγκάντζ του Μπαγκλαντές, το οποίο υποστηρίζεται από μια χριστιανική ανθρωπιστική οργάνωση: το πρόγραμμα ονομάζεται συγκεκριμένα «κάστρο» (killa) και αφορά την κατασκευή μεγάλων τεχνητών υψωμάτων στα κτήματα των αγροτών, οι οποίοι θα αποτελέσουν ένα ασφαλές καταφύγιο για τους ίδιους και τη στενή οικογένειά τους σε περίπτωση κυκλώνα ή πλημμύρας. Πιθανώς η ιδέα είναι ότι, όταν αρχίσουν να ανεβαίνουν τα νερά, θα καταφύγουν στο ψηλότερο σημείο του κάστρου τους. Ωστόσο, οι κάτοικοι της περιοχής είτε απορρίπτουν είτε αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τη χρησιμότητα αυτών των υψωμάτων, και πολύ καλά κάνουν, καθώς αυτό το επίπεδο στο ψηλότερο σημείο του ύψωμα δεν μπορεί να προσφέρει καμία προστασία από τους θυελλώδεις ανέμους, ενώ σε περίπτωση πλημμύρας είναι εξαιρετικά πιθανόν να γεμίσει με φίδια, τα οποία συνήθως στις πλημμύρες καταφεύγουν επίσης σε ψηλώματα. Στην ουσία, το εν λόγω έργο διέπεται από μια στρατηγική αντίληψη ότι το μέλλον θα είναι ένας «κλιματικός ερημότοπος», στον οποίο θα επιβιώσουν κάποιοι ανθεκτικοί άνθρωποι, επειδή θα είναι ενημερωμένοι και προετοιμασμένοι. Δεν λαμβάνει δε καθόλου υπόψη τον ρόλο των κοινοτήτων, οι οποίες είναι στην πραγματικότητα ο σημαντικότερος πυλώνας της ανθεκτικότητας. Διότι οι αγρότες στο Μπαγκλαντές καθόλου δεν αρνούνται την ιδέα της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Αντίθετα, έχουν πλήρη επίγνωση ότι το περιβάλλον τους αλλάζει και έχουν τις δικές τους απόψεις για την αντιμετώπιση της νέας αυτής πραγματικότητας. Αλλά οι απόψεις τους δεν βασίζονται σε αφηρημένες προβλέψεις για το μέλλον. Αντιθέτως, βασίζονται στις συγκεκριμένες, πραγματικές, υλικές συνθήκες του τόπου διαβίωσής τους. Δεν εστιάζουν σε μελλοντικές καταστροφές, αλλά εφαρμόζουν πρακτικές στρατηγικές για να διατηρήσουν την παραγωγικότητα της γης τους, ενόσω το περιβάλλον τους μεταβάλλεται. Το σημαντικό σε αυτές τις στρατηγικές, όπως επισημαίνει ο Κονς, είναι ότι επικεντρώνονται κατά πρώτο λόγο στις κοινότητες.
Η αναγνώριση, με έμφαση στο ανα-, η οποία σηματοδοτεί το πέρασμα από την άγνοια στη γνώση, χωρίς ωστόσο να προϋποθέτει την κατανόηση, αλλά ούτε καν τον λόγο, αποτελεί μια βασική έννοια στο βιβλίο σας. Τι καλούμαστε να αναγνωρίσουμε σήμερα με την κλιματική κρίση να βρίσκεται ήδη εντός των πυλών;
Η ιδέα της αναγνώρισης προέρχεται γενικά από την αισθητική του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η αναγνώριση αποτελεί βασικό στοιχείο των ιστοριών και των αφηγήσεων. Για παράδειγμα, το αφηγηματικό μοτίβο των δύο αδελφών ή συγγενών που χωρίστηκαν στην παιδική τους ηλικία, αλλά τελικά αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον επανέρχεται πολύ συχνά στις ιστορίες. Όμως, στο βιβλίο μου Η μεγάλη απορρύθμιση αναφερόμουν σε κάτι διαφορετικό – στην αναγνώριση μιας σημαντικής μη ανθρώπινης δρώσας δύναμης, στο γεγονός δηλαδή ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον ποταμό ως μια δύναμη στη ζωή τους. Αίφνης συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν μη ανθρώπινες οντότητες που αλληλεπιδρούν με τη ζωή τους με πολύ ιδιαίτερους και δραματικούς τρόπους. Αυτή είναι, στην πραγματικότητα, η ιστορία της σημερινής πλανητικής κρίσης. Αν το σκεφτεί κανείς, η θεωρία της Γαίας του Τζέιμς Λόβλοκ, είναι αυτό ακριβώς. Η θεωρία είναι στην πραγματικότητα η ιστορία του Λόβλοκ, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι η γη είναι μια πολύ ζωντανή οντότητα. Είναι δρώσα και ενεργή. Σήμερα, λόγω της πλανητικής κρίσης, έχουμε όλοι και όλες αποκτήσει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η Γη δεν είναι μια παθητική ή αδρανής οντότητα, όπως την εννοιοποίησε η δυτική φιλοσοφία στους περασμένους αιώνες. Τώρα αναγνωρίζουμε ότι η Γη είναι ενεργή, δρα, αλληλεπιδρά μαζί μας και από αυτή την αναγνώριση πηγάζει η συνειδητοποίηση της βαθιάς κρίσης στην οποία έχουμε βυθιστεί.
Συνδεδεμένο με την έλευση της εκβιομηχάνισης και την άνοδο της αστικής τάξης, το σύγχρονο ρεαλιστικό μυθιστόρημα, αναζητώντας μια ορθολογική, γραμμική εξήγηση του κόσμου, αποξενώθηκε από τον κόσμο στην πολυπλοκότητά του, απεικονίζοντας μια καθημερινότητα που απορρίπτει το απίθανο και το ανοίκειο. Ταυτόχρονα, η πρωτοπορία απέτυχε να αντιληφθεί το «εμπρός», το μέλλον. Μήπως ο ρεαλισμός και ο μοντερνισμός εμποδίζουν το μυθιστόρημα να εμβαθύνει στην κλιματική κρίση με τη σημερινή της μορφή; Ποιες μορφές, κατά τη γνώμη σας, θα έπρεπε να επινοήσει η σύγχρονη λογοτεχνία ώστε να είναι σε θέση να απεικονίσει, πρώτον, τις τρέχουσες απειλές και, δεύτερον, έναν κόσμο στον οποίο το ανθρώπινο και το μη ανθρώπινο θα ζουν με όρους συνέργειας και αμοιβαίου σεβασμού, όπως τον περιγράφετε;
Στο βιβλίο μου Η μεγάλη απορρύθμιση έγραφα ότι οι συγγραφείς, για να ανταποκριθούν στις προκλήσεις που θέτουν οι διάφορες πλανητικές κρίσεις, θα πρέπει να πειραματιστούν με νέες και διαφορετικές φόρμες: διότι οι παλιές φόρμες (όπως το συμβατικό μυθιστόρημα κ.λπ.) δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ορισμένες από αυτές τις προκλήσεις. Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, μεταξύ άλλων, επειδή η «σοβαρή» λογοτεχνία έχει εστιάσει υπερβολικά στις λέξεις – κάτι που αποτελεί στην πραγματικότητα μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη. Στο παρελθόν, οι εικόνες και τα εικαστικά στοιχεία είχαν πάντα εξέχουσα θέση στα λογοτεχνικά κείμενα. Αρκεί να σκεφτούμε τα χειρόγραφα σε φοινικόφυλλα, ή την εξαίσια ιστορημένη [illuminated] Μπαγκαβάτα Πουράνα του Ρατζαστάν, ή περσικά κείμενα όπως το Σαχνασέ, το Έπος των Βασιλέων [του Φερντοσί], με τις πολυάριθμες μικρογραφίες τους. Και στην Ευρώπη επίσης, πολλά σημαντικά κείμενα ήταν συχνά ιστορημένα, ακόμη και μετά την επικράτηση της τυπογραφίας. Η λέξη «ιστορημένα» έχει εδώ μεγάλη σημασία, επειδή υποδηλώνει ότι τα εικαστικά στοιχεία ρίχνουν το δικό τους φως στο κείμενο. Ο όρος «εικονογραφημένα» [illustrated], από την άλλη πλευρά, υποδηλώνει ότι οι εικόνες είναι κατώτερες από τις λέξεις: υπό αυτή την έννοια είναι σχεδόν υποτιμητικός.
Έτσι λοιπόν, αφού είχα ολοκληρώσει τη Μεγάλη απορρύθμιση, άρχισα, λίγο καιρό μετά, να πειραματίζομαι με διαφορετικές προσεγγίσεις στην αφήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν ένα μικρό βιβλίο με τον τίτλο Jungle Nama, το οποίο αποτελεί μια έμμετρη μεταγραφή ενός θρύλου του δάσους Σούντορμπον. Η πρόθεσή μου, γράφοντας το βιβλίο αυτό, ήταν εξαρχής να δημιουργήσω ένα ιστορημένο κείμενο, με την παλαιά έννοια του όρου, στο οποίο ο λόγος και η εικόνα να είναι ισότιμα στοιχεία.
Αυτό σήμαινε ότι το βιβλίο θα έπρεπε να είναι προϊόν συνεργασίας – και αυτό ακριβώς ήθελα, καθώς πιστεύω ότι ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι ότι έχει επικεντρωθεί εξ ολοκλήρου στο άτομο σε δύο επίπεδα: τα λογοτεχνικά έργα δημιουργούνται από μεμονωμένους-ες συγγραφείς που εργάζονται ο καθένας μόνος-η του-ης, αλλά και ο αναγνώστης και η αναγνώστρια στον-ην οποίο-α απευθύνονται είναι επίσης ένα άτομο, που διαβάζει σιωπηρά. Ήθελα να δημιουργήσω ένα άλλης λογής κείμενο, ένα έργο που θα ήταν συνεργατικό σε πολλά επίπεδα. Το φαντάστηκα ως μια νέα εκδοχή ενός ιστορημένου κειμένου, που θα δημιουργούνταν σε συνεργασία με έναν καλλιτέχνη.
Από αυτή την άποψη, ήμουν απίστευτα τυχερός που μπόρεσα να συνεργαστώ με τον εικαστικό καλλιτέχνη Σάλμαν Τουρ, που ζει στη Νέα Υόρκη και το έργο του έχει ευρύτατη διεθνή αναγνώριση. Ήθελα επίσης να συνεργαστώ με έναν μουσικό για την έκδοση του Jungle Nama σε ηχητικό βιβλίο. Και επ’ αυτού ήμουν απίστευτα τυχερός, καθώς μπόρεσα να συνεργαστώ με έναν εκπληκτικά ταλαντούχο μουσικό, τον Άλι Σέτι, ο οποίος ανέλαβε τη μουσική και την αφήγηση για την ηχητική έκδοση του Jungle Nama! Ο Άλι έχει κάνει εξαιρετικές σπουδές στην κλασική ινδική μουσική, αλλά γνωρίζει επίσης σε βάθος πολλά είδη της δυτικής και παγκόσμιας μουσικής. Και ο Άλι έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία – το πιο πρόσφατο τραγούδι του, «Pasoori» (Ταραχή), έφτασε στην κορυφή των τσαρτ σε πολλές χώρες και είχε εκατό εκατομμύρια προβολές στο YouTube μέσα σε ένα μήνα! Μάλιστα, το περιοδικό The New Yorker δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο!
Στο βιβλίο σας Η μεγάλη απορρύθμιση αναφέρετε τη διαφορά της ποίησης σε σχέση με το αστικό, ρεαλιστικό μυθιστόρημα όσον αφορά την αντίληψη του κόσμου. Κι εσείς ο ίδιος υιοθετείτε την ποίηση στο έργο σας Jungle Nama (Ιστορία της ζούγκλας), στο οποίο όπως είπατε ξαναγράφετε το δημώδες έπος για τη θεά του δάσους Σούντορμπον Μπονμπίμπι, υπό μορφή έμμετρου γραφιστικού μυθιστορήματος. Μιλήστε μας για την επιλογή σας αυτή, σε σχέση με τα ζητούμενα που θέτετε στο προαναφερθέν έργο σας για την ανάγκη ριζικής ανανέωσης του λογοτεχνικού λόγου προκειμένου να πραγματευτεί την πρόκληση της κλιματικής κρίσης.
Άρχισα να πειραματίζομαι με την ποίηση όταν έγραφα το μυθιστόρημά μου, The Hungry Tide (H ακόρεστη παλίρροια), που εκδόθηκε το 2004. Πιο συγκεκριμένα, με μια συγκεκριμένη ποιητική μορφή που είναι γνωστή στα μπενγκάλι ως πάαγιαρ (poyar). Πρόκειται για ομοιοκατάληκτα δίστιχα, στα οποία κάθε στίχος αποτελείται από δώδεκα έως δεκατέσσερις συλλαβές. Κάθε στίχος διαιρείται με τομή σε δύο ημιστίχια. Πρόκειται για μια πολύ παλιά μετρική μορφή στα μπενγκάλι. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα λοιπόν, χρησιμοποίησα αυτή τη μορφή για να υποδηλώσω τους ρυθμούς της διαλεκτικής ομιλίας, αλλά οι στίχοι δεν έμοιαζαν με ποίηση – οι παράγραφοι τυπώθηκαν σαν να ήταν πρόζα, παρόλο που στην πραγματικότητα ήταν στίχοι. Ήταν ένα συναρπαστικό πείραμα, στο οποίο προσάρμοζα ένα μετρικό σύστημα των μπενγκάλι για ένα βιβλίο στα αγγλικά. Ωστόσο, πολύ λίγοι αναγνώστες συνειδητοποίησαν ότι μερικά από τα αποσπάσματα που διάβαζαν ήταν σε ομοιοκατάληκτο μέτρο!
Πιστεύω ότι η ομοιοκαταληξία και ο ρυθμός μπορούν να ενισχύσουν εξαιρετικά τη δυναμική μιας ιστορίας. Το μέτρο που χρησιμοποίησα δεν είναι δύσκολο τεχνικά · είναι πολύ ευέλικτο, επειδή προορίζεται για το τραγούδι και την απαγγελία – και χρησιμοποιείται πάντα στην αφήγηση ιστοριών. Επομένως, ήταν ιδανικό για μένα, καθώς είμαι αφηγητής και όχι ποιητής.
Ποια είναι η γνώμη σας για τη διάκριση μεταξύ «υψηλής» και «λαϊκής», δημοφιλούς λογοτεχνίας, ειδικά καθώς η επιστημονική φαντασία έχει πραγματευτεί με πολύ μεγαλύτερη ένταση τα ζητήματα της κλιματικής κρίσης;
Το «σοβαρό» μυθιστόρημα, όπως εξελίχθηκε στον 19ο αιώνα, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδέα ότι οι άνθρωποι αποτελούν το κέντρο του κόσμου και δρουν με φόντο μια σταθερή, ουδέτερη και ειρηνική «Φύση». Οι αλληλοτεμνόμενες κρίσεις της σημερινής εποχής έχουν καταρρίψει αυτό το σενάριο. Έχουν αναδείξει τον μη ανθρώπινο κόσμο σε ενεργό, απρόβλεπτο συμμέτοχο της ιστορίας. Το γεγονός αυτό κλονίζει βαθιά την παραδοσιακή μορφή του μυθιστορήματος. Παρά ταύτα, κάποιοι και κάποιες συγγραφείς κατάφεραν να ανταποκριθούν στην πρόκληση χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της παραδοσιακής ρεαλιστικής μυθοπλασίας. Έχω λόγου χάρη κατά νου το υπέροχο βιβλίο της Μπάρμπαρα Κινγκσόλβερ Flight Behavior (Συμπεριφορά πτήσης). Η Κινγκσόλβερ και αρκετοί άλλοι και άλλες συγγραφείς έχουν δείξει ότι είναι απολύτως δυνατό να χρησιμοποιήσει κανείς παραδοσιακές μυθιστορηματικές μορφές για να πραγματευτεί την πλανητική κρίση. Ταυτόχρονα, άλλοι συγγραφείς στρέφονται προς άλλες φόρμες — προς τη φανταστική λογοτεχνία, προς την αναζωογόνηση του έπους, προς το γοτθικό και προς αυτόχθονα αφηγηματικά είδη που δεν έκαναν ποτέ το λάθος να διαχωρίσουν τον άνθρωπο από τον υπόλοιπο κόσμο. Η κρίση δεν αλλάζει απλώς τον κόσμο μας· απαιτεί να αλλάξουμε τις ιστορίες μας.
Ποιες μορφές γνώσης, σκέψης και λόγου, ποιες ξεχασμένες, παραγνωρισμένες, μειονοτικές ιστορίες σε εξίσου μειονοτικές γλώσσες, μπορούν σήμερα να υποστηρίξουν τον αγώνα κατά της κλιματικής κρίσης και την υπεράσπιση μιας νέας κοσμοαντίληψης για το μέλλον;
Είναι πλέον ευρέως αποδεκτό ότι ζούμε σε μια εποχή στην οποία, για να θυμηθούμε τον Γκράμσι, «ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος παλεύει να γεννηθεί· τώρα είναι η εποχή των τεράτων». Το παράδοξο αυτής της εποχής, ωστόσο, είναι ότι οι ανωμαλίες και οι αναταραχές που δημιουργεί δεν είναι όλες τερατώδεις: ορισμένες από αυτές θα μπορούσαν μάλιστα να περιγραφούν ως ευλογία, καθώς μας επέτρεψαν να εξετάσουμε και ακόμη περισσότερο να αποδεχτούμε κάποιες δυνατότητες που είχαν εξοβελιστεί και απορριφθεί κατά την ύστερη νεωτερικότητα – για παράδειγμα, την ιδέα ότι τα φυτά μπορεί να διαθέτουν μια κάποιου είδους νοημοσύνη· ότι οι βράχοι μπορεί να αισθάνονται· ότι τα ποτάμια μπορεί να θεωρηθούν ως πρόσωπα· ότι ορισμένα τοπογραφικά χαρακτηριστικά μπορεί να διαθέτουν ιδιότητες και χαρακτηριστικά που δεν μπορούν να αναχθούν στη γεωλογική τους σύνθεση. Τέτοιες βιταλιστικές αντιλήψεις ήταν ευρύτατα διαδεδομένες στους ανθρώπινους πολιτισμούς από τα πρώτα στάδια της ύπαρξης του είδους μας και εξακολουθούν να υπάρχουν, σε πολλές διαφορετικές μορφές, σε ολόκληρο τον κόσμο. Τώρα, όμως, αυτές οι αντιλήψεις ενσωματώνονται ακόμη και στα δικαστικά συστήματα, μέσω του κινήματος για τα Δικαιώματα της Φύσης.
Στα μυθιστορήματά σας, η Ιστορία δεν αποτελεί φόντο αλλά εξηγητικό επιχείρημα, ειδικά καθώς υιοθετεί την οπτική των υποτελών [subaltern]. Μπορεί η επιλογή αυτή να θεωρηθεί και μια πράξη απόδοσης δικαιοσύνης ή, έχοντας κατά νου το μυθιστόρημά σας Θάλασσα από παπαρούνες, το οποίο προαναφέραμε, και ως ένα κάλεσμα σε (διαρκή) αντίσταση;
Είναι πλέον σύνηθες, ειδικά στη Δύση, να θεωρούμε την κλιματική αλλαγή ως ένα καθαρά σύγχρονο πρόβλημα, το οποίο μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια σειρά από τεχνολογικές πολιτικές. Εγώ έχω μια εντελώς διαφορετική άποψη. Θεωρώ την κλιματική αλλαγή ως μία μόνο εκδήλωση μιας ιστορικής δυναμικής που ανάγεται στην πρώιμη περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας.
Όλο και περισσότερες μελέτες και επιστημονικές δημοσιεύσεις καταδεικνύουν το τελευταίο διάστημα ότι ο στρατιωτικοβιομηχανικός τομέας είναι υπεύθυνος για τις διπλάσιες σχεδόν εκπομπές ρύπων σε σύγκριση με τις μη στρατιωτικές βιομηχανίες, ενώ στο ντοκιμαντέρ των Άμπυ Μάρτιν και Μάικ Πράισνερ, Ο μεγαλύτερος εχθρός της γης, αναφέρεται ότι ο στρατός των ΗΠΑ καταναλώνει περίπου 270.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που υπερβαίνει τις ετήσιες εκπομπές 150 χωρών. Επιπλέον, το βιβλίο της Σουριντέχ Σ. Μολάβι, Περιβαλλοντικός πόλεμος στη Γάζα, υποστηρίζει ότι ο ισραηλινός αποικιοκρατικός εποικισμός διεξάγει οικολογικό πόλεμο, καταστρέφοντας τη γη, το νερό και τα οικοσυστήματα και καθιστώντας το περιβάλλον ακατοίκητο — μια μορφή «οικοκτονίας». Πείτε μας τη γνώμη σας για το ζήτημα αυτό.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό που επιδιώκει ο ισραηλινός αποικιοκρατικός εποικισμός στη Γάζα δεν είναι παρά μια ταχύτατης κλιμάκωσης μορφή των βιοπολιτικών πολέμων που διεξήγαγαν οι ευρωπαίοι άποικοι στις αποικίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Όπως έχω υποστηρίξει στο βιβλίο μου The Nutmeg’s Curse, αυτοί ήταν δομικοί πόλεμοι, στους οποίους, πέραν των μαχών, τα πιο σημαντικά όπλα συνίσταντο σε οικολογικές αλλαγές που επέρχονταν μέσω της γαιοδιαμόρφωσης και της εισαγωγής ορισμένων συνοδευτικών ειδών. Το πρόβλημα για το Ισραήλ, όπως έχει επισημάνει ο αμερικανοπαλαιστίνιος ιστορικός Ρασίντ Χαλίντι, είναι ότι το αποικιοκρατικό τους εγχείρημα ξεκίνησε με καθυστέρηση κάμποσων αιώνων. Οι ιστορικές αποικιακές δυνάμεις δεν είναι πλέον σε θέση να καθορίζουν την έκβαση όλων των πολέμων. Στο επίκεντρο του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου κατά του Ιράν βρίσκεται αυτή ακριβώς η δυναμική. Και αυτός ο πόλεμος έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι μια τεράστια γεωπολιτική μετατόπιση βρίσκεται σε εξέλιξη: η πεντακοσίων ετών δυτική κυριαρχία πλησιάζει στο τέλος της.
Θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες των βιβλίων σας στην Ελλάδα;
Πριν από λίγες μέρες έλαβα ένα μήνυμα από μια ομάδα ανάγνωσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήθελαν να μου πουν πόσο απόλαυσαν τη μελέτη του βιβλίου μου Η μεγάλη απορρύθμιση στη διάρκεια του τρέχοντος ακαδημαϊκού εξαμήνου. Ανέφεραν ότι το βιβλίο προκάλεσε πολλές εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ των μελών της ομάδας. Χάρηκα πάρα πολύ γι’ αυτό και ελπίζω όλο και περισσότεροι-ες αναγνώστ(ρι)ες να ανακαλύπτουν τα βιβλία μου στην Ελλάδα.
Κώστας Αθανασίου, Τιτίκα Δημητρούλια