Ο Ούγγρος ηγέτης Βίκτορ Όρμπαν συνδύασε τη ρητορική περί υπεράσπισης των παραδόσεων της Ουγγαρίας με την υπόσχεση για ευημερία. Όταν έπαψε να προσφέρει στους εργαζόμενους θετικά οικονομικά νέα, τα μηνύματα περί «πολιτιστικού πολέμου» δεν ήταν αρκετά για να τον σώσουν.
Αντιδρώντας στην είδηση της ήττας του Βίκτορ Όρμπαν στις ουγγρικές εκλογές της Κυριακής, πολλοί από τους θαυμαστές του επέμεναν ότι, σε τελική ανάλυση, είχε κάνει καλή δουλειά. Ο Ζορντάν Μπαρντελά, πρόεδρος του γαλλικού «Εθνικού Συναγερμού», έγραψε ότι ο Όρμπαν «οδήγησε την οικονομική ανάκαμψη της Ουγγαρίας, προώθησε οικογενειακές πολιτικές που βοήθησαν στη διατήρηση του δείκτη γεννήσεων και υπερασπίστηκε τη χώρα του και τα σύνορα της Ευρώπης απέναντι στη μετανάστευση». Ο Ολλανδός εθνικιστής ηγέτης Γκέερτ Βίλντερς επέμεινε ότι ο Όρμπαν ήταν «ο μόνος ηγέτης με κότσια στην ΕΕ», ενώ για άλλους, το γεγονός ότι παραδέχτηκε την ήττα του απέδειξε το δημοκρατικό του πνεύμα.
Πολλές αναλύσεις εστιάζουν στην αυταρχική επικράτηση του Όρμπαν στην εξουσία, είτε μέσω της αναθεώρησης του Θεμελιώδους Νόμου του κράτους είτε μέσω του ελέγχου του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η επιρροή του κόμματός του, του Fidesz, στα δημόσια μέσα ενημέρωσης και στο εκπαιδευτικό σύστημα αποτέλεσε επίσης σημαντικό εργαλείο για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.
Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Όρμπαν ανατράπηκε τώρα μέσω της κάλπης μάς δείχνει ότι βασιζόταν σε ένα πιο οργανικό είδος υποστήριξης, το οποίο πλέον εξαντλήθηκε. Παρόλο που η συμμετοχή των ψηφοφόρων εκτοξεύτηκε την Κυριακή, η βάση του Fidesz συρρικνώθηκε από τα 3,1 στα 2,3 εκατομμύρια.
Σε άρθρο μου πριν από τις εκλογές, είχα γράψει για την υπόσχεση του Όρμπαν για μια «κοινωνία βασισμένη στην εργασία» και μια οικονομία επικεντρωμένη στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Υποστήριζε ότι, μετά την οικονομική κρίση του 2008, το να έχουν οι Ούγγροι δουλειά θα τους καθιστούσε πιο αυτόνομους από το να βασίζονται σε πιστώσεις ή προνοιακά επιδόματα. Στις συγκεντρώσεις πριν από την ψηφοφορία της Κυριακής, ο Όρμπαν μίλησε για αύξηση των θέσεων εργασίας κατά περισσότερο από ένα εκατομμύριο από τότε που ανέλαβε καθήκοντα το 2010 (η αύξηση, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ήταν μάλλον κοντά στις 750.000). Ωστόσο, αν και υπήρξε ταχεία πρόοδος σε αυτόν τον δείκτη μέχρι τις εκλογές του 2022, στη συνέχεια η πορεία αυτή ανακόπηκε απότομα.
Η πανδημία του COVID-19 και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία υπονόμευσαν το κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα «Orbanomics» (η οικονομική πολιτική του Όρμπαν). Όπως επισημαίνει ο Dávid Karas, ενώ η ρητορική του Όρμπαν μετά την κρίση του 2008 εστίαζε στην ανάκτηση της «κυριαρχίας», το σχέδιο για την απασχόληση στην Ουγγαρία παρέμενε εξαρτημένο από ξένες άμεσες επενδύσεις — από τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες μέχρι τις κινεζικές εταιρείες ηλεκτρικών μπαταριών.
Η κυβερνητική πολιτική δεν λειτούργησε προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά προς τη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού χαμηλού κόστους, ελκυστικού για τους ιδιώτες, πολυεθνικούς επενδυτές. Αυτό το μοντέλο παρέμεινε ευάλωτο σε παγκόσμιους κλυδωνισμούς, που κυμαίνονταν από τις πιέσεις της ΕΕ (αλλά και του Τραμπ) για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, μέχρι τις πιο πρόσφατες πολεμικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ.
Τα κύρια οικονομικά δεδομένα δεν είναι το μόνο κλειδί για την κατανόηση της ήττας του Όρμπαν. Το γεγονός ότι ο τελικός νικητής, ο Πέτερ Μάγιαρ, προερχόταν αρχικά από το κόμμα του Όρμπαν προτού βοηθήσει στην αποκάλυψη ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλά του (τη συγκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από το κράτος), δείχνει επίσης πώς κατέρρευσε η ηθική υπεροχή του κόμματος.
Ωστόσο, η άνοδος και η πτώση του Όρμπαν μπορούν, στην πιο βασική τους μορφή, να αναχθούν σε παραμέτρους χρήσιμες και για την κατανόηση άλλων περιπτώσεων, ακόμη και του Τραμπισμού. Αυτός ο δεξιός ηγέτης έχτισε μια νέα εκλογική συμμαχία που κάλυπτε τη μεσαία και την εργατική τάξη, ενσωματώνοντας ακόμη και τη μαζική ψήφο εθνοτικών μειονοτήτων, αλλά τελικά εξάντλησε την πίστη που του είχαν αυτοί οι υποστηρικτές.
Ξένοι Θαυμαστές
Για τους διεθνείς θαυμαστές του Όρμπαν, τα αποτελέσματα είχαν μικρότερη σημασία από το αφήγημα που τα συνοδεύει. Οι ύβρεις του κατά των «παγκοσμιοποιητών» και οι διακηρύξεις του περί υπεράσπισης της κυριαρχίας έναντι του νεοφιλελευθερισμού πρόσφεραν μια ηρωική ιστορία για τους δικούς τους αγώνες. Ήταν ένα πολιτισμικό αφήγημα για τις σκοτεινές απειλές κατά της Δύσης και την αντίσταση απέναντί τους.
Σε συντηρητικές συναντήσεις, όπως τα συνέδρια NatCon (Εθνικός Συντηρητισμός), που χρηματοδοτούνται από δεξαμενές σκέψης προσκείμενες στη Βουδαπέστη, ο Όρμπαν εντυπωσίαζε το ξένο κοινό εμφανιζόμενος ως ένας Δαβίδ που πολεμά τους παγκοσμιοποιητές Γολιάθ — τον Τζορτζ Σόρος, τον «πολιτισμικό Μαρξισμό», ακόμα και το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Όρμπαν ήθελε να δώσει ξανά τη μάχη της αντικομμουνιστικής επανάστασης του 1989 και πρόσφερε στους υπόλοιπους δεξιούς μια θέση στο πλευρό του.
Ήταν άραγε η Ουγγαρία μια συντηρητική ουτοπία; Οι ακόλουθοι του «Ορμπανισμού» εντυπωσιάζονταν εύκολα από τις πινακίδες στο αεροδρόμιο της Βουδαπέστης που διακήρυτταν τις πολιτικές της Ουγγαρίας υπέρ της οικογένειας και την ασφάλεια του κέντρου της πόλης. Ωστόσο, μια επίσκεψη στις τουριστικές περιοχές της πρωτεύουσας (η οποία από το 2019 ελέγχεται από έναν πράσινο δήμαρχο της αντιπολίτευσης) προσέφερε πάντα μια περιορισμένη κατανόηση του συστήματος Όρμπαν. Η κατασκευαστική έκρηξη και η αύξηση της απασχόλησης των Ρομά σίγουρα συνέβαλαν περισσότερο στη στήριξη του Όρμπαν από ό,τι οι φοιτητές που ενθουσιάζονταν με τον συντηρητικό ιδεολόγο Ρότζερ Σκράτον. Στην πράξη, οι περίφημες πολιτικές ενίσχυσης της γεννητικότητας, όπως οι φοροαπαλλαγές για εργαζόμενες οικογένειες, ελάχιστα κατάφεραν να ανακόψουν τη μακροπρόθεσμη πτώση των γεννήσεων.
Ενόψει αυτών των εκλογών, φαινόταν ότι ο πολιτισμικός πόλεμος ήταν το μόνο που είχε απομείνει στον Όρμπαν, και αυτό ήταν αρκετό για να κερδίσει τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ και του Τζέι Ντι Βανς. Ζητήματα όπως η κακή κατάσταση του δημόσιου συστήματος υγείας και η αναστροφή των οικονομικών τάσεων για τις οποίες ο Όρμπαν καυχιόταν παλαιότερα, έγιναν απλώς πηγές αμηχανίας για τον υποτιθέμενο «στιβαρό» ηγέτη.
Οι προσπάθειες να παρουσιαστεί ο Μάγιαρ ως όργανο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι μπορεί να συσπείρωσαν τους πιστούς του κόμματος Fidesz, αλλά φαίνεται πως απείχαν πολύ από τις ανησυχίες που κινητοποίησαν τους περισσότερους ψηφοφόρους.
Η αποτυχία των προσπαθειών του Όρμπαν να δαιμονοποιήσει τον Μάγιαρ ως επικίνδυνο ριζοσπάστη αναδεικνύει και μια άλλη πτυχή αυτού του αποτελέσματος όμως: αυτή η εκλογική μετατόπιση δεν αντιπροσωπεύει μια ριζική ανατροπή των πολιτικών παραδοχών. Ο Μάγιαρ είναι συντηρητικός και στην προεκλογική του εκστρατεία παρέμεινε κοντά σε πολλές από τις υποσχέσεις του Fidesz, ιδίως όσον αφορά την προνοιακή πολιτική και τη μετανάστευση. Οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούν μια πιο προφανή αλλαγή — όχι τόσο επειδή ο Όρμπαν αντιστάθηκε στην αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών του μπλοκ (δεν το έκανε), αλλά στο βαθμό που συχνά μπλόκαρε την βοήθεια της ΕΕ προς την Ουκρανία.
Η επιτυχία του Μάγιαρ θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόδειξη για ένα επιχείρημα που το περιοδικό μας (το Jacobin) πάντα απέρριπτε στο πλαίσιο των ΗΠΑ: ότι ο τρόπος για να νικήσεις τη σκληρή δεξιά του Όρμπαν ήταν να εμφανιστείς ως μια μετριοπαθής, ικανή εναλλακτική λύση που καταλαμβάνει τον κεντρώο χώρο. Στη μακρά πορεία προς αυτές τις εκλογές, το κεντροδεξιό κόμμα του Μάγιαρ, το Tisza, κατάφερε να απορροφήσει τον φιλελεύθερο-αριστερό χώρο, παραμένοντας ταυτόχρονα μακριά από συγκρούσεις όπως η απαγόρευση της παρέλασης Pride στη Βουδαπέστη. Ο Μάγιαρ υιοθέτησε επίσης μια σκληρή αντιμεταναστευτική γραμμή. Ο Ορμπανισμός είχε προσφέρει στους ψηφοφόρους του ένα μονοπάτι προς την ευημερία της μεσαίας τάξης, και με αυτό το ίδιο πνεύμα πολλοί από αυτούς στράφηκαν στο Tisza.
Ωστόσο, οι παλαιότερες επιτυχίες του Όρμπαν δείχνουν επίσης τα όρια αυτής της κεντρώας προσέγγισης. Όπως και άλλες σύγχρονες δεξιές λαϊκιστικές δυνάμεις, το Fidesz κέρδισε όταν διεύρυνε τη βάση του με την υπόσχεση της οικονομικής λύτρωσης. Όταν ο Ορμπανισμός ισχυρίστηκε ότι αψηφά τον νεοφιλελευθερισμό και ενισχύει τις θέσεις εργασίας, αυτό λειτούργησε λόγω των αποτυχιών των κυβερνήσεων της εποχής της κρίσης, υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών και των κεντρώων συμμάχων τους. Ο Μάγιαρ κέρδισε όχι μόνο επειδή φαινόταν πιο ικανός, αλλά επειδή μετά από δεκαέξι χρόνια, το εναλλακτικό μοντέλο του Όρμπαν για μια «οικονομία βασισμένη στην εργασία» είχε δοκιμαστεί μέχρι εξαντλήσεως.
Ορισμένοι Ούγγροι σοσιαλιστές με τους οποίους μίλησα κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας δεν ήταν ενθουσιασμένοι που έπρεπε να ψηφίσουν αυτό το «μικρότερο κακό», αλλά ήταν ενθουσιασμένοι με την ήττα του Όρμπαν. Η άνοδος του Μάγιαρ δεν προσφέρει ούτε άμεση αλλαγή ούτε καν την υπόσχεσή της: οι παγκόσμιοι κλυδωνισμοί που βοήθησαν στην εξάλειψη του μοντέλου του Όρμπαν επιδεινώνονται αντί να βελτιώνονται, και φαίνεται απίθανο αυτή η ήττα να συνετίσει τον Τραμπ.
Αυτό που τουλάχιστον κερδίσαμε ήταν μια επίδειξη του πόσο κενός περιεχομένου είναι ο «φιλεργατικός» συντηρητισμός και ένα πλήγμα σε ένα από τα κύρια κέντρα της σημερινής εθνικιστικής διεθνούς.