Συνεντεύξεις

Γαβριήλ Σακελλαρίδης: Η Αριστερά είναι η δύναμη του ορθού λόγου, που οφείλει να ανταγωνιστεί τον παγκόσμιο παραλογισμό του πολέμου, της κλιματικής κρίσης, των κοινωνικών ανισοτήτων

Ο οικονομικός αντίκτυπος του πολέμου στο Ιράν έχει αρχίσει ήδη να διαφαίνεται και η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να τον αντιμετωπίσει κυρίως μέσω fuel pass. Παράλληλα, η αύξηση του κατώτατου μισθού ήταν και πάλι πενιχρή. Πώς κρίνετε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τι πρέπει να γίνει;

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο κύμα γενικευμένης ακρίβειας, που έρχεται να προστεθεί σε μία ήδη παγιωμένη κατάσταση κρίσης κόστους ζωής. Η κυβέρνηση για την αντιμετώπισή του ακολουθεί την πεπατημένη της, η οποία όμως έχει αποδειχθεί τελείως αποτυχημένη. Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στην πραγματικότητα δεν προστατεύει τον καταναλωτή, αλλά τα κέρδη των καρτέλ και των ολιγοπωλίων, καθώς λειτουργεί ως μηχανισμός εγγύησης της κερδοφορίας εις βάρος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Ενώ τα fuel pass λειτουργούν ως επιδότηση της ακρίβειας και διασφάλιση και πάλι της κερδοφορίας των καρτέλ. Στην ουσία αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι να χρησιμοποιεί την ακρίβεια σαν μια δημοσιονομική ευκαιρία, επειδή αβγατίζει τα φορολογικά έσοδα μέσω του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εξαιτίας μόνο της ακρίβειας εισπράττονται 2 – 3 εκατ. ευρώ τον χρόνο μέσω ΦΠΑ και ειδικού φόρου, εκ των οποίων ένα πολύ μικρό μέρος επιστρέφεται σαν οικονομική ελάφρυνση στα νοικοκυριά. Κοινώς, τα κυβερνητικά μέτρα όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν την κρίση του κόστους ζωής και την ενεργειακή κρίση, αλλά αντιθέτως αναδιανέμουν και το εισόδημα με άδικο ταξικά τρόπο. Η Νέα Αριστερά επιμένει ότι πρέπει να υπάρξει μείωση του ΦΠΑ και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στην ενέργεια και τα καύσιμα, μηδενισμός του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, φορολογία των υπερκερδών των καρτέλ και των ολιγοπωλίων των καυσίμων και της ενέργειας. Και αν η κυβέρνηση λέει ότι κάτι τέτοιο δεν βγαίνει, ας καταργήσει τις φοροαπαλλαγές των επιχειρηματικών ομίλων και των funds, ας αυξήσει τη φορολογία στα μερίσματα, τα κέρδη και τον πλούτο και ας περιορίσει τις πολεμικές δαπάνες και τις δημόσιες δαπάνες για consulting.

Όσον αφορά στον κατώτατο μισθό, είναι πράγματι εντυπωσιακό πως η χώρα μας παρά τις όποιες αυξήσεις στο ονομαστικό επίπεδο, βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία, στην αγοραστική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο προφανώς. Όσο δεν λαμβάνονται μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, δυστυχώς τέτοιου τύπου πενιχρές αυξήσεις θα εξανεμίζονται. Βάσει των στοιχείων της Εργάνης, το 60,8% των εργαζομένων το 2025 λαμβάνει 950 – 1000 ευρώ καθαρό μισθό. Αν λάβουμε υπόψιν ότι 400-500 ευρώ και παραπάνω δίνονται για το ενοίκιο ή για το στεγαστικό δάνειο, είναι φανερό πως έχουμε μία πολύ μεγάλη μείωση της αγοραστικής δύναμης.

Την Τετάρτη ήταν η δεύτερη δικάσιμος για την τραγωδία των Τεμπών, όπου σημειώθηκαν και πάλι αδιανόητες καταστάσεις σε βάρος των συγγενών. Γιατί συμβαίνει αυτό και τι συνέπειες μπορεί να έχει στην ήδη πληγωμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς τους θεσμούς και το κράτος Δικαίου;

Το γεγονός ότι μετά από τόσο καιρό ξεκινάει η δίκη των Τεμπών υπό συνθήκες απαξιωτικές ως προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζήσαντες και επιζήσασες του εγκλήματος στα Τέμπη είναι κάτι που δεν είναι τυχαία επιλογή. Είναι μια επιλογή που αποσκοπεί στην αποκοπή από τη δημοσιότητα και στην απόκρυψη της ουσίας της δίκης. Λειτουργεί με ένα τρόπο ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του κόσμου μειωμένο ως προς την πραγματική ουσία των ευθυνών για το έγκλημα που κόστισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Και αυτό είναι ένα ακόμα λιθαράκι της οργανωμένης προσπάθειας που έχει γίνει από την αρχή για συγκάλυψη και να πέσει ένα μαύρο πέπλο σιωπής και λήθης, εξυπηρετώντας έτσι την κυβέρνηση.

Ένα ακόμα ζήτημα που βαραίνει την κυβέρνηση είναι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, με νέες δικογραφίες να έρχονται στο φως αυτές τις μέρες. Τι πρέπει να γίνει, ώστε να υπάρξει διαλεύκανση και απόδοση ευθυνών;

Η κοινωνία έχει εμπεδώσει πολύ καλά ότι η κυβέρνηση δεν είναι μόνο ότι πρωτοστατεί στα σκάνδαλα, αλλά ακόμα χειρότερα, πρωτοστατεί και στη συγκάλυψή τους, καταλύοντας κάθε έννοια διαφάνειας, λογοδοσίας, δημοκρατίας και κράτους Δικαίου. Το κράτος δικαίου είναι το όριο απέναντι στην εξουσία. Η κατάλυσή του αφήνει την εξουσία ανεξέλεγκτη. Όσα διεξήχθησαν στη Βουλή το προηγούμενο διάστημα για τη σύσταση της προανακριτικής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής για το σκάνδαλο, καταδεικνύουν τον πανικό της κυβέρνησης και την αγωνία της μπροστά στην απόδειξη ότι αυτό το σκάνδαλο συνιστά εξαγορά ψήφων από τη ΝΔ και αλλαγής του εκλογικού αποτελέσματος σε συγκριμένες περιοχές, όπως στην Κρήτη, μέσω διασπάθισης των ευρωπαϊκών πόρων. Αυτό που χρειάζεται, είναι πραγματική διαφάνεια και λογοδοσία, ένα κράτος Δικαίου που να λειτουργεί με ισχυρά κοινωνικά αντίβαρα απέναντι σε αυτή τη διάλυση και διολίσθηση της δημοκρατίας μας, ώστε να μπει ένας φραγμός στην αυταρχική δημοκρατία που συγκροτείται στην Ελλάδα στα χρόνια του Μητσοτάκη.

Πηγαίνοντας τώρα στα της Νέας Αριστεράς και τις έντονες διεργασίες του τελευταίου διαστήματος· πριν δύο μήνες είχατε Συνέδριο όπου ψηφίστηκε, σχεδόν ομόφωνα, μία απόφαση που προσπαθούσε να ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές που υπάρχουν στο κόμμα. Γιατί δεν μακροημέρευσε αυτή η χρυσή τομή και επήλθε η παραίτηση του Αλέξη Χαρίτση; Η μειοψηφική πλευρά μιλά για διολίσθηση της πλειοψηφίας από την απόφαση για τη δημιουργία μετώπου.

Είναι προφανές, όπως παραδέχτηκε και ο Αλέξης στη δήλωση της παραίτησής του, ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον ρόλο και την κοινωνική χρησιμότητα της Νέας Αριστεράς μέσα στο πολιτικό σύστημα. Είναι μια πραγματική διαφωνία, η οποία έχει συζητηθεί ανοιχτά στο πλαίσιο των συλλογικών μας διαδικασιών, και στο Συνέδριο και σε Κεντρικές Επιτροπές. Σε κάθε περίπτωση, οφείλω να ευχαριστήσω τον Αλέξη για τη συνεισφορά του στον δύσκολο αυτόν αγώνα της ίδρυσης της Νέας Αριστεράς, σε μία περίοδο μάλιστα που επικρατούσε ένα ιδιαίτερα τοξικό κλίμα. Παρά, όμως, αυτές τις διαφορετικές τάσεις, αυτό που προέχει είναι να θυμηθούμε πως στο πλαίσιο των κομμάτων της ανανεωτικής Αριστεράς πάντοτε υπήρχαν και διαφορετικές απόψεις, οι οποίες μπορούσαν να συνυπάρχουν είτε με τη σύνθεση, είτε με την ύπαρξη μιας πλειοψηφούσας και μιας μειοψηφούσας άποψης. Η ενότητα της Νέας Αριστεράς πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρην οφθαλμού την επόμενη περίοδο, όπου η Αριστερά πρέπει να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση και έμπνευση της κοινωνίας, ώστε να δημιουργηθούν τα απαραίτητα πολιτικά και κοινωνικά αντίβαρα απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Τι σηματοδοτεί η αλλαγή ηγεσίας στη Νέα Αριστερά; Έχετε μιλήσει πολλές φορές για το πρόβλημα ασάφειας του πολιτικού μηνύματος και στίγματος του κόμματος. Δεν φαίνεται αυτό να έχει ξεκαθαρίσει, ενώ συνεχίζονται και οι διαφορετικές δηλώσεις στελεχών όσον αφορά την κατεύθυνση της ΝεΑρ. Πώς θα επιλυθεί αυτό;

Το μεγάλο στοίχημα είναι πράγματι να αποκτήσουμε ένα καθαρό πολιτικό στίγμα και μια καθαρή πολιτική ταυτότητα. Η Νέα Αριστερά δεν έχει προκύψει, προφανώς, από παρθενογένεση. Αποτελεί έναν τόπο συνάντησης ανθρώπων που προϋπήρχαν στον ΣΥΡΙΖΑ και που τον υπηρέτησαν από κυβερνητικές θέσεις ή που συναντήθηκαν μαζί τους στην πορεία. Αυτό στην ουσία δημιουργεί ένα ζήτημα πολιτικής ταυτότητας και στο πού θέλει να στοχεύσει το κόμμα. Κατά με, είναι σημαντικό να δώσουμε αυτή τη μάχη της αποσαφήνισης, χωρίς προφανώς να πιστεύω ότι είναι κάτι εύκολο. Έχει σημασία να οριοθετηθεί η Νέα Αριστερά απέναντι σε σενάρια που την θέλουν να διαχέεται σε ένα θολό, ενιαίο προοδευτικό ψηφοδέλτιο «όσων θέλουν και όσων μπορούν» ή σε μια θολή προοδευτική παράταξη. Αυτό σε μεγάλο βαθμό δεν έγινε –χωρίς, βέβαια, να ήταν κάτι τέτοιο σκοπός των συντρόφων και συντροφισσών της μειοψηφίας– οδηγώντας στο να θεωρείται η Νέα Αριστερά σαν ένα κόμμα με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης και στην απεμπόληση πολλών από των ριζοσπαστικών της χαρακτηριστικών, παρόλο που αυτά υπάρχουν –και με εμφατικό τρόπο– στον λόγο που διατυπώνεται είτε εντός είτε εκτός Βουλής. Εκεί έγκειται και ο πυρήνας του δημοσκοπικού προβλήματος και της μεγάλης δυσκολίας να πείσουμε ότι είμαστε ένα κόμμα που έχει νόημα να υπάρχει και την επόμενη μέρα.

Ο Γιώργος Βασιλειάδης προέτρεψε στην αυτοδιάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, προκειμένου να δημιουργηθεί το σχήμα Τσίπρα, ενώ και από άλλους τίθεται το επιχείρημα ότι «τι νόημα έχει για την κοινωνία να υπάρχει ένα ακόμα μικρό κόμμα της Αριστεράς αντί να ενωθεί με άλλα, ώστε να πέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη;». Εσείς τι απαντάτε σ’ αυτό;

Καταρχήν έχει τεράστιο νόημα, ιδιαίτερα σε συνθήκες επέλασης της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς –η οποία γίνεται με όρους ιδεολογικούς και πολιτικής αυτοπεποίθησης από την πλευρά τους– και ανόδου του συντηρητισμού διεθνώς μέσω Τραμπ, αλλά και εγχώρια μέσω του τρόπου που πολιτεύεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη και τα δεξιά της εξαπτέρυγα. Ιδιαίτερα σε μία τέτοια συνθήκη, όπου επικρατεί ένας παγκόσμιος παραλογισμός –ο παραλογισμός του πολέμου, της κλιματικής κρίσης, των κοινωνικών ανισοτήτων– η Αριστερά είναι η δύναμη του ορθού λόγου, που οφείλει να ανταγωνιστεί αυτές τις δυνάμεις και να μπορέσει να εγγυηθεί την ασφάλεια με πραγματικούς όρους για τους πολίτες, τις κοινωνίες, για την ίδια τη δημοκρατία. Αυτή η μάχη δεν μπορεί να δοθεί με θολά στίγματα μεγάλων προοδευτικών παρατάξεων, όπου πέραν κάποιων τσιτάτων με αριστερό πρόσημο, δεν αμφισβητείται ο κεντρικός πυρήνας αυτής της πολιτικής. Επομένως, ένα κόμμα της Αριστεράς δεν σημαίνει πως θα είναι εσαεί μικρό αν παίξει αυτό τον ρόλο. Αντιθέτως, θα έχει τη δυνατότητα να μπορέσει να πείσει, να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει την κοινωνία.

Αν πίστευα ότι το κόμμα Τσίπρα θα μπορούσε να παίξει έναν καταλυτικό ρόλο και ότι θα ήταν το πολιτικό όχημα μέσω του οποίου θα έπεφτε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, τότε το διακύβευμα θα ήταν διαφορετικό, και ενδεχομένως η συζήτηση να γινόταν με άλλους όρους. Ακριβώς, όμως, λόγω του τρόπου που τοποθετείται το εγχείρημα του Τσίπρα, δεν φαίνεται να έχει αυτή τη δυναμική που θα μπορούσε να ανατρέψει την παντοδυναμία μιας δεξιάς κυβέρνησης. Το βασικό πρόβλημα του κυοφορούμενου κόμματος δεν είναι μόνο η κεντρώα στροφή, αλλά ότι ανάλογα με το ακροατήριο μπορεί να μιλάει είτε δεξιόστροφα, είτε με αριστερό πρόσημο. Δεν είναι ότι βάζω αριστερόμετρο, είναι ζήτημα αξιοπιστίας και απώλειας του κέντρου βάρους. Και εκεί έγκειται, για μένα, ο πυρήνας του προβλήματος της Αριστεράς να πείσει την κοινωνία. Η συνέντευξη του Α. Τσίπρα στον Ν. Χατζηνικολάου έδειξε ότι αντικειμενικά ανατροφοδοτεί μία συζήτηση για το παρελθόν, για το 2015, ευνοώντας τον Μητσοτάκη και αναπαράγοντας τις παλιές διαιρετικές τομές. Καμία συζήτηση για το τι χρειάζεται η κοινωνία σήμερα. Μόνο μία ανάγκη επιβεβαίωσης των επιλογών Τσίπρα. Υπάρχει κάτι πιο βολικό για τον Μητσοτάκη σήμερα, ειδικά που πιέζεται τόσο πολύ;

Γι’ αυτό ακριβώς θεωρώ ότι πρέπει να δώσουμε έμφαση στην υλοποίηση ενός σχεδίου, το οποίο θα περνάει μέσα από την ενίσχυση της Νέας Αριστεράς, και της ανασύνθεσης των δυνάμεων της Αριστεράς και της Οικολογίας. Γιατί μόνο όταν δόθηκαν οι μάχες με πολιτική αυτοπεποίθηση και ριζοσπαστικό πλαίσιο, με καθαρό πολιτικό λόγο, με έμφαση στην κοινωνική γείωση, ανατράπηκαν οι πολιτικοί συσχετισμοί και δόθηκε διέξοδος στον ελληνικό λαό, όπως σίγουρα θα θυμάστε.

Όσον αφορά τις συμμαχίες, λοιπόν, και την εκλογική τακτική, ποια είναι η θέση της Νέας Αριστεράς – της πλειοψηφίας της;

Η θέση της Νέας Αριστεράς πρώτα απ’ όλα είναι ότι πρέπει να χτίσουμε το κόμμα μας. Πρέπει η Νέα Αριστερά να δημιουργήσει αυτούς τους όρους και αυτές τις συνθήκες που θα ανατρέψουν την εικόνα ενός κόμματος με θολό πολιτικό στίγμα, ενός κόμματος με ημερομηνία λήξης. Αυτό είναι απαραίτητο για οποιαδήποτε διαδικασία δημιουργίας συμμαχιών και μετώπων, να υπάρχει δηλαδή ένα κόμμα όπως είναι η Νέα Αριστερά, με αυτή την ιστορική παράδοση και τις πολιτικές θέσεις, που να παίξει καταλυτικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Η προσπάθεια αυτή έχει να κάνει, όπως έχει ειπωθεί επανειλημμένα και στα κείμενά μας, με την ανασύνθεση της Αριστεράς, της πολιτικής Οικολογίας και των κοινωνικών κινημάτων. Αυτός είναι ο στρατηγικός μας στόχος. Αλλά για να μπορεί να επιτευχθεί αυτός, επαναλαμβάνω, έχει σημασία η κομματική μας συγκρότηση, η κομματική μας ενδυνάμωση και αυτό δεν αποτελεί ούτε πολιτικό σεχταρισμό, ούτε πολιτικό κλείσιμο, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορέσεις να διαμορφώσεις ουσιαστικά μέτωπα, ριζοσπαστικά, αριστερά και ενωτικά.

Θα επιμείνω λίγο σε αυτό. Μιλάμε για εκλογικό μέτωπο ή σε επίπεδο κοινωνικών αγώνων; Και με ποιους συγκεκριμένα; ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα τους απορρίπτετε, και ούτως ή άλλως κι από την πλευρά τους δεν ενδιαφέρονται για κάποιο μέτωπο αλλά για προσχώρηση προσώπων εντός των παρατάξεών τους. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να προσβλέπει στο σχήμα Τσίπρα, θα μπορούσατε να συνομιλήσετε με τους υπόλοιπους; Με το ΜέΡΑ25; Φαίνεται να κρατά αποστάσεις από τη ΝεΑρ.

Νομίζω ότι μια Νέα Αριστερά η οποία θα βγει με αυτοπεποίθηση, όχι ως ένα κλειστό κλαμπ εκλεκτών, αλλά ως ένα κόμμα που κομίζει πρόγραμμα, ιδέες, αξίες της Αριστεράς που έχει ανάγκη η κοινωνία και που πρέπει να εκπροσωπείται στη Βουλή την επόμενη μέρα, μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο όχημα, ώστε να μπορέσουν να απελευθερωθούν πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που σήμερα φαίνονται αγκυλωμένες. Έτσι θα υπάρξει προοπτική για την ανασύνθεση της Αριστεράς και θα δημιουργηθούν οι όροι του μετώπου, των συνεργασιών και της ενότητας που τόσο ανάγκη έχει ο κόσμος της Αριστεράς.

Υπάρχει, καθώς φαίνεται, κίνδυνος διάσπασης της Νέας Αριστεράς και απώλειας της κοινοβουλευτικής ομάδας της. Σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι τέτοιο και σημειώνονταν στο μέλλον αποχωρήσεις, η Νέα Αριστερά θα συνέχιζε ως κόμμα, και με τι στόχευση;

Αυτό είναι κάτι το οποίο το απεύχομαι και το λέω ειλικρινά. Αντιλαμβάνομαι τους κινδύνους οι οποίοι υπάρχουν, αντιλαμβάνομαι τις πολιτικές διαφωνίες, αλλά είναι αυτό που έλεγα στην αρχή, μπορούμε να συνυπάρξουμε και με πλειοψηφίες και μειοψηφίες. Νομίζω ότι οποιαδήποτε παραίτηση από τη Νέα Αριστερά, ιδιαίτερα των βουλευτών και βουλευτριών, θα ήταν μία πολιτικά λάθος κίνηση, για τους λόγους που εξήγησα και πριν για το πώς, κατά με, μπορεί να υπάρξει πράγματι αμφισβήτηση της ηγεμονίας της Δεξιάς. Οποιαδήποτε εκλογική προοπτική που μπορεί να συγκρουστεί με την κυβέρνηση Μητσοτάκη ξεκινάει από άλλο επίπεδο. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό στην Αριστερά. Ξεκινάει στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Δεν μπορείς να πας να πεις μια ωραία πρωία, είμαστε εδώ, πάμε να αντιπαλέψουμε τον Μητσοτάκη, χωρίς μία κοινωνία που θα έχει πειστεί για την ανάγκη ενός πολιτικού σχεδίου που συγκρούεται με τη λογική της Δεξιάς. Επομένως πρέπει να αμφισβητήσουμε αυτή την πολιτική σε ιδεολογικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, να το κάνουμε με όρους αξιοπιστίας και αυτοπεποίθησης και να μπορέσουμε να αλλάξουμε τους συσχετισμούς. Οι συσχετισμοί δεν αλλάζουν επειδή το θέλουμε και το δηλώνουμε, θα πρέπει να υπάρχει ένα σχέδιο συγκεκριμένο γι’ αυτό, στο οποίο θα περιγράφεται και το πώς θα συμβάλλει η ίδια η κοινωνία σ’ αυτό.

Τζέλα Αλιπράντη
Η ΕΠΟΧΗ