Macro

Αννέτα Καββαδία: «Άγιο φως» με συνοδεία ψήφων

Σε μια περίοδο όπου η Μέση Ανατολή φλέγεται και η ανθρώπινη τραγωδία αποκτά διαστάσεις ιστορικής ντροπής, η ελληνική δημόσια σφαίρα επιλέγει –ή, ακριβέστερα, ωθείται να επιλέξει– να (ξανα)ασχοληθεί με τη μεταφορά του «Αγίου Φωτός» από τα Ιεροσόλυμα, με τιμές αρχηγού κράτους.

Αυτή η αποκλειστικά ελληνική και προκλητικά δαπανηρή ιδιοτυπία, που δύσκολα απαντάται ακόμη και σε θεοκρατικά κράτη, δεν αποτελεί απλώς ένα γραφικό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής αλλά συνιστά πολιτική επιλογή. Και, δυστυχώς, όχι μόνο της Δεξιάς αφού ούτε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις –φοβούμενη προφανώς το πολιτικό κόστος από την αντιπαράθεση με την ηγεσία της Εκκλησίας– δεν τόλμησε να διαταράξει τις σχέσεις με τους βαθιά ενσωματωμένους στον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας, θρησκευτικούς θεσμούς.

«Θαύμα» για κατανάλωση

Η επιλογή βαραίνει ακόμα περισσότερο καθώς σήμερα η περιοχή από την οποία μεταφέρεται το «θαύμα», βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αιματηρής σύγκρουσης με ανυπολόγιστο ανθρώπινο κόστος. Η συνεχιζόμενη βία, η καταστροφή υποδομών, ο εκτοπισμός πληθυσμών και η συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου από την πλευρά του Ισραήλ και των ΗΠΑ, συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί χωρίς τον όρο «έγκλημα». Και όμως, μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει πολιτικά σε μια τελετή που λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Η ανάδειξη του «Αγίου Φωτός» σε «εθνικό ζήτημα» δεν είναι αθώα αλλά αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής εργαλειοποίησης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, με στόχο την ενίσχυση ενός συγκεκριμένου ιδεολογικού ακροατηρίου: εκείνου που συγκροτείται γύρω από το τρίπτυχο «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια».

Η κυβέρνηση της ΝΔ, συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση της ελληνικής Δεξιάς, επιχειρεί να ανασυστήσει μια πολιτισμική ηγεμονία που αντλεί νομιμοποίηση από τη θρησκευτική ταυτότητα. Η πίστη, από προσωπική υπόθεση μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, κάτι που δεν συνιστά φυσικά σεβασμό στη θρησκευτική ελευθερία αλλά κυνική αξιοποίησή της.

Η εργαλειοποίησή της για εκλογικά οφέλη δεν είναι μια απλή επικοινωνιακή τακτική, αποτελεί συνειδητή πολιτική στρατηγική με βαθιές ιδεολογικές ρίζες. Όταν η εξουσία επενδύει στη θρησκευτική ταυτότητα, δεν το κάνει για να προστατεύσει την ελευθερία της πίστης αλλά για να τη μετατρέψει σε μηχανισμό συσπείρωσης και πειθάρχησης. Η επίκληση του «ιερού» δημιουργεί ένα συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η πολιτική κριτική αποδυναμώνεται: όποιος αμφισβητεί την πρακτική, εύκολα στιγματίζεται ως «αντίθετος προς την παράδοση», «αποκομμένος από το λαϊκό αίσθημα», «ανθέλληνας».

Έτσι, η ψήφος παύει να είναι προϊόν ορθολογικής στάθμισης και μετατρέπεται σε έκφραση ταυτότητας, αφού το εκλογικό σώμα δεν καλείται να αξιολογήσει πολιτικές αλλά να επιβεβαιώσει πολιτισμικές και θρησκευτικές αναφορές. Πρόκειται για μια μορφή συμβολικής χειραγώγησης που ενισχύει συντηρητικά αντανακλαστικά και υπονομεύει τη δημοκρατική συζήτηση, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από τα πραγματικά κοινωνικά διακυβεύματα σε φορτισμένα, αλλά πολιτικά ανώδυνα, σύμβολα.

Ευλάβεια on camera

Καθοριστικός σε αυτή τη διαδικασία είναι ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Με υπερβολικούς τίτλους, ζωντανές συνδέσεις, δραματοποιημένη αφήγηση και έναν σχεδόν τελετουργικό ενθουσιασμό, πολλά ΜΜΕ (όχι όλα, εννοείται) συμβάλλουν στη δημιουργία μιας κουλτούρας που αναγορεύει το έλασσον σε μείζον. Η μεταφορά του «Αγίου Φωτός» παρουσιάζεται ως γεγονός ύψιστης εθνικής σημασίας ενώ ζητήματα όπως οι κοινωνικές ανισότητες, η συνειδητή απαξίωση κρίσιμων κοινωνικών πυλώνων, τα σκάνδαλα διαφθοράς, η «κανονικοποίηση» του αυταρχισμού ή η συστηματική επίθεση στο κράτους δικαίου, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Όπως άλλωστε έχει επισημανθεί σε μελέτες πολιτικής κοινωνιολογίας, «η επίκληση του θρησκευτικού συναισθήματος λειτουργεί ως μηχανισμός συναισθηματικής συσπείρωσης, ιδίως σε περιόδους αβεβαιότητας, μετατοπίζοντας τη δημόσια συζήτηση από τα υλικά στα συμβολικά ζητήματα». Παρατήρηση που βρίσκει εργαστηριακή, σχεδόν, επιβεβαίωση στην ελληνική περίπτωση.

Κυνισμός με τον μανδύα της πίστης

Την ίδια ώρα, αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο η υποκρισία του δημόσιου λόγου. Όταν η ισραηλινή κυβέρνηση απαγόρευσε –παρότι στη συνέχεια αναθεώρησε– την είσοδο του καθολικού Πατριάρχη Ιεροσολύμων στον Πανάγιο Τάφο, ξεσηκώθηκαν «σφοδρές αντιδράσεις» και «διεθνής κατακραυγή».

Τι ειρωνεία! Αντέδρασαν οι ίδιες φωνές που σιωπούν εκκωφαντικά μπροστά στην καθημερινή βία που υφίσταται ο παλαιστινιακός λαός. Επιλεκτική ευαισθησία που δεν είναι απλώς υποκριτική αλλά πολιτικά επικίνδυνη. Όταν ακόμα και η υπόνοια παραβίασης θρησκευτικών δικαιωμάτων προκαλεί μεγαλύτερη αγανάκτηση από τη συστηματική εξόντωση ενός ολόκληρου λαού, τότε η ηθική πυξίδα έχει χαθεί. Γιατί η ιεράρχηση των γεγονότων δεν είναι ουδέτερη, αντανακλά και αναπαράγει συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εμμονή με το «Άγιο Φως» λειτουργεί ως συμβολικός αντιπερισπασμός. Αντί να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση για τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που αλλάζει δραματικά, αντί να αναθεωρηθούν εγκληματικές συμμαχίες, αντί να αναδειχθούν οι ευθύνες της διεθνούς κοινότητας και να διατυπωθεί μια σαφής, ειρηνική και δικαιοκεντρική στάση, αναλωνόμαστε σε τελετουργίες που εξυπηρετούν περισσότερο την εσωτερική κατανάλωση παρά οποιαδήποτε ουσιαστική ανάγκη.

Η Αριστερά οφείλει να σταθεί απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, όχι με περιφρόνηση προς την πίστη αλλά με σαφήνεια απέναντι στην πολιτική της εκμετάλλευση. Η υπεράσπιση της κοσμικότητας του κράτους, η ανάδειξη των πραγματικών κοινωνικών και διεθνών προβλημάτων και η αποδόμηση των μηχανισμών αποπροσανατολισμού, αποτελούν κρίσιμα καθήκοντα.

Γιατί, τελικά, το ζήτημα δεν είναι το ίδιο το Φως. Αλλά η υποκρισία. Που κάνει κάποιους να… αγωνιούν για το αν θα φτάσει «μετά βαϊων και κλάδων» μια φλόγα που ανάβει με αναπτήρα, ενώ την ίδια ώρα αποστρέφουν το βλέμμα από παιδιά που -μεγαλώνοντας εν μέσω γενοκτονίας- παίζουν αναπαριστώντας μια κηδεία. Κι αυτό το σκοτάδι που έχουν μέσα τους, κανένα «Άγιο Φως» δεν μπορεί να το φωτίσει.

Η ΕΠΟΧΗ