Κατά την περίοδο 2019-2023, όσο ήταν ακόμη αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ο Αλέξης Τσίπρας, σε όλες τις δημοσκοπήσεις που παρουσίαζαν μαζί δημοτικότητα πολιτικών αρχηγών και πρόθεση ψήφου, η διαφορά μεταξύ Μητσοτάκη και Τσίπρα ήταν σαφώς μεγαλύτερη από τη διαφορά μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ. Επί πλέον, ως προς την τωρινή περίοδο, σύμφωνα με έγκριτους δημοσκόπους, όσο το ποσοστό που απαντάει «σίγουρα ναι» στην υποθετική ερώτηση αν θα ψήφιζε «κόμμα Τσίπρα» κυμαίνεται κάτω από 20% (σε κάποια πρόσφατη δημοσκόπηση το ποσοστό ήταν 7,5%), αν όντως υπάρξει «κόμμα Τσίπρα», τούτο θα πάρει μονοψήφιο ποσοστό. Αυτά (τα παλαιότερα αλλά και τα πρόσφατα) είναι ευρέως γνωστά δημοσκοπικά δεδομένα, δεν τα ξέθαψα από καμιά «μυστική» εκλογολογική έρευνα. Υπάρχει βέβαια και η χιλιοειπωμένη ερώτηση/ένσταση: «Εχετε να προτείνετε άλλη λύση (για να φύγει ο Μητσοτάκης);» Σύμφωνα με την απλή λογική, η φράση «άλλη λύση» προϋποθέτει ότι το «κόμμα Τσίπρα» είναι λύση. Αν κρίνουμε όμως τουλάχιστον από τα παραπάνω δεδομένα, το εν λόγω υποθετικό κόμμα ΔΕΝ είναι λύση.
Είναι απορίας άξιο λοιπόν το γεγονός ότι, τουλάχιστον από τότε που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να παραιτηθεί από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και συνεπώς να δώσει έναυσμα για συζητήσεις περί «κόμματος Τσίπρα», υπάρχουν τόσοι άνθρωποι στην Αριστερά ή στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο που προσβλέπουν στο υποθετικό κόμμα του πρώην πρωθυπουργού για μια ρεαλιστική προοπτική να απαλλαγεί η χώρα από την κυβέρνηση της Δεξιάς. Πώς είναι δυνατόν προοδευτικοί άνθρωποι να σκέφτονται αγνοώντας τα σχετικά επιστημονικά πραγματολογικά δεδομένα αλλά και στοιχειώδεις κανόνες της απλής λογικής; Είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε για ακόμη μια φορά την αιτία στον «συνήθη ύποπτο» που παρεμβαίνει στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα, δηλαδή στη σφαίρα της ιδεολογίας.
«Μεσσιανισμός» είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως με αναφορά στο φαινόμενο ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τον Τσίπρα ως πολιτικό σωτήρα με υπερφυσικές ικανότητες. Χωρίς να διαφωνώ τελείως με τον όρο, πιστεύω ότι μας απομακρύνει από μια βασική ιδιότητα της περίπτωσης Τσίπρα και της περί αυτήν συγκροτηθείσας ιδεολογίας – που είναι η συγκεκριμένη ιστορική ιδιαιτερότητά της. Ο Τσίπρας ήταν ο ηγέτης ενός αριστερού κόμματος που κατάφερε να κυβερνήσει την Ελλάδα για τεσσεράμισι χρόνια – και κατά τούτο ενός κόμματος που είχε κατορθώσει να διασπάσει τον επί τρεισήμισι δεκαετίες αδιάσπαστο δικομματισμό που επικρατούσε στην ελληνική πολιτική. Το κόμμα αυτό δεν υπάρχει πια – υπάρχουν μόνο το όνομα και τα γραφεία στην Κουμουνδούρου. Από πλευράς προσώπων, την ευθύνη για αυτό φέρει κυρίως ο Τσίπρας. Η ειρωνεία όμως είναι ότι, ακριβώς επειδή ο πάλαι ποτέ μεγάλος ΣΥΡΙΖΑ έχει διαλυθεί, το μόνο που έχει απομείνει από αυτόν στη σκέψη κάποιων ανθρώπων είναι ο ηγέτης του.
Αντί του «μεσσιανισμού» λοιπόν, ακριβέστερος ίσως θα ήταν ο όρος «ιδεολογία της πολιτικής νοσταλγίας». Η ιδεολογία εν προκειμένω συνίσταται σε μια αναπαράσταση της πρόσφατης ιστορίας που «εξαφανίζει» την τραυματική περίοδο που μεσολάβησε από τον Μάιο-Ιούνιο του 2023. Οσοι αρνούνται να δεχτούν το πραγματικό μέγεθος της συντριβής των εκλογών του 2023 και τις πρακτικές συνέπειες της αυτογελοιοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ με την προεδρία Κασσελάκη προστρέχουν στη «λύση» Τσίπρα, σε πείσμα των πραγματολογικών δεδομένων και της απλής λογικής.
Στο μεταξύ, το κοινωνικο-πολιτικό καθεστώς τρίβει τα χέρια του. Αντί να φοβάται την προοπτική δημιουργίας νέου κόμματος υπό τον Αλέξη Τσίπρα, φαίνεται πως την ενθαρρύνει κιόλας – αν κρίνουμε και από το πώς προβάλλεται ο πρώην πρωθυπουργός από τα καθεστωτικά μέσα ολοένα και περισσότερο. Γνωρίζει πως ο Τσίπρας όχι απλώς δεν δύναται να αποτελέσει απειλή για τον Μητσοτάκη, αλλά ότι η προοπτική επανενεργοποίησής του πιθανότατα θα επιφέρει την περαιτέρω αποδιοργάνωση και διάλυση της (όποιας) εναπομείνασας Αριστεράς. Οπως συχνά ισχύει με τα ιδεολογικά φαινόμενα, η ιδεολογία της πολιτικής νοσταλγίας δεν θα μπορούσε να μείνει ανεκμετάλλευτη από τις καθεστωτικές δυνάμεις.
Δεν κάνω δίκη προθέσεων και δεν είμαι σε θέση να κρίνω τα βαθύτερα κίνητρα των στελεχών που διαφωνούν με την επιμονή στην προτεραιότητα της αυτόνομης ύπαρξης της Νέας Αριστεράς. Σε αυτό το πλαίσιο βέβαια εντάσσεται και η παραίτηση του Αλέξη Χαρίτση από την προεδρία του κόμματος. Εκείνο όμως που κατά την άποψή μου έχει κρίσιμη σημασία στην παρούσα συγκυρία είναι η συνειδητοποίηση ότι η Νέα Αριστερά δεν είναι ακόμη ένα κόμμα στην πανσπερμία μικρο-ομάδων που προέκυψαν από τη διάλυση της Αριστεράς. Αλλά το πρακτικό αποτέλεσμα της ρεαλιστικής αποδοχής της ήττας της – γι’ αυτό ακριβώς και η μόνη ελπίδα για την αληθινή επανεκκίνησή της.