Η Ιστορία έχει έναν παράξενο τρόπο να ξεγυμνώνει τις αντιφάσεις της εξουσίας. Σήμερα, με αφορμή την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν και την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, παρακολουθούμε ξανά ένα γνώριμο θέαμα: πολιτικές και ιδεολογικές δυνάμεις που επί χρόνια επενδύουν στην ξενοφοβία, στον αντιπροσφυγικό πανικό και στη ρητορική της «εισβολής αλλόθρησκων», να εμφανίζονται ως φλογεροί υποστηρικτές μιας ακόμη πολεμικής επιχείρησης -στο όνομα δήθεν της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Η αντίφαση είναι τόσο κραυγαλέα ώστε σχεδόν χάνει το νόημά της ως πολιτικό επιχείρημα: οι ίδιοι που χειροκροτούν τους βομβαρδισμούς, είναι εκείνοι που σπεύδουν πρώτοι να υψώσουν φράχτες όταν οι συνέπειές τους χτυπούν την πόρτα της Ευρώπης.
Υποκρισία στα σύνορα
Ας το πούμε απλά: κάθε πόλεμος παράγει προσφυγιά. Δεν υπάρχει «χειρουργική» στρατιωτική επέμβαση που να μην αφήνει πίσω της ερείπια, νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους. Από το Ιράκ μέχρι το Αφγανιστάν, από τη Λιβύη μέχρι τη Συρία, από τη Γάζα μέχρι το Ιράν και τον Λίβανο, η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών είναι γεμάτη από στρατιωτικές επιχειρήσεις που παρουσιάστηκαν ως «ανθρωπιστικές» και κατέληξαν να δημιουργούν τεράστια κύματα ξεριζωμένων ανθρώπων.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τόσο υποκριτική τη σημερινή ρητορική των πολεμοκάπηλων κυβερνήσεων και των πρόθυμων υποστηρικτών τους: γιατί όταν χειροκροτείς έναν πόλεμο, αποδέχεσαι –είτε το λες είτε όχι– και όλες τις συνέπειές του. Αποδέχεσαι ότι άνθρωποι θα χάσουν τα σπίτια τους, οικογένειες θα διαλυθούν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι θα αναζητήσουν διέξοδο μακριά από τις βόμβες –πάνω από ένα εκατομμύριο, μέχρι στιγμής, οι εκτοπισμένοι από τον νότιο Λίβανο.
Και τότε τίθεται ένα απλό ερώτημα: τι θα κάνεις όταν αυτοί οι άνθρωποι φτάσουν στα σύνορα; Θα τους υποδεχτείς; Θα τους προστατεύσεις; Θα τους αναγνωρίσεις το δικαίωμα να ζήσουν;
Ή θα κάνεις αυτό που ήδη κάνεις; Γιατί η πραγματικότητα της ευρωπαϊκής –και ιδιαιτέρως της ελληνικής δεξιάς– μεταναστευτικής πολιτικής, δεν αφήνει περιθώρια για αυταπάτες. Τα pushbacks, δηλαδή οι παράνομες επαναπροωθήσεις, οι βάρκες που αναποδογυρίζουν, οι άνθρωποι που χάνονται στη θάλασσα, τα στρατόπεδα-αποθήκες ψυχών, δεν είναι «ατυχή περιστατικά» αλλά η υλοποίηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής: της πολιτικής της αποτροπής. Μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τον πρόσφυγα όχι ως άνθρωπο που τρέχει να ξεφύγει από τη βία, αλλά ως απειλή που πρέπει να αποκλειστεί.
Αιτίες και αποτελέσματα
Και εδώ, βρίσκεται η βαθύτερη υποκρισία: εκείνοι που εμφανίζονται ως υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων όταν πρόκειται να δικαιολογήσουν έναν πόλεμο, είναι οι ίδιοι που καταπατούν αυτά τα δικαιώματα όταν τα θύματα του πολέμου χτυπούν την πόρτα τους. Το επιχείρημα είναι γνωστό: «ο πόλεμος γίνεται για να προστατευτούν οι λαοί». Αλλά αν πράγματι το μείζον είναι η προστασία των ανθρώπων, τότε πώς εξηγείται ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι μετατρέπονται σε ανεπιθύμητους τη στιγμή που ζητούν καταφύγιο;
Ακόμη, δε, πιο αποκαλυπτική, είναι η προσπάθεια να διαχωριστούν τεχνητά οι αιτίες από τις συνέπειες. Ο πόλεμος παρουσιάζεται ως «αναγκαία» γεωπολιτική πράξη, ενώ η προσφυγιά ως «πρόβλημα διαχείρισης συνόρων». Σαν να μην υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στις βόμβες που πέφτουν και στις βάρκες που ξεκινούν, σαν να μην είναι οι ίδιες οι πολεμικές επεμβάσεις που μετατρέπουν εκατομμύρια ανθρώπους σε περιπλανώμενους πληθυσμούς χωρίς πατρίδα.
Βόμβες έξω, φράχτες μέσα
Κακά τα ψέματα, η ρητορική των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι για γεωπολιτικά συμφέροντα, ενώ η ξενοφοβία ως μηχανισμός εσωτερικής πολιτικής συσπείρωσης. Δύο στάσεις όχι αντιφατικές, αλλά συμπληρωματικές. Ο πόλεμος, από τη μια, παράγει αστάθεια και μετακινήσεις πληθυσμών, η ξενοφοβία, από την άλλη, μετατρέπει αυτές τις μετακινήσεις σε φόβο και πολιτικό κεφάλαιο. Και είναι κρίσιμο να καταδειχθεί –το κάνει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο βιβλίο του «Ο Νέος Ιμπεριαλισμός» (μετάφραση Ελένη Αστερίου, εκδόσεις Καστανιώτη)– πως οι σύγχρονες στρατιωτικές επεμβάσεις δεν μπορούν να κατανοηθούν έξω από το πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής γεωπολιτικής.
Οι πόλεμοι, οι οικονομικές ανισότητες, οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, αποτελούν αλληλένδετες όψεις του ίδιου συστήματος. Και η Αριστερά οφείλει να επαναφέρει διαρκώς αυτή τη σχέση στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης: κάθε βόμβα που πέφτει σε μια πόλη της Μέσης Ανατολής, είναι ταυτόχρονα μια βάρκα που θα εμφανιστεί αργότερα στο Αιγαίο ή στη Μεσόγειο. Κάθε «χειρουργική επιχείρηση» που διαλύει μια κοινωνία, είναι ένα ακόμη καραβάνι ανθρώπων που θα χτυπήσει τις πύλες της Ευρώπης.
Και είναι τότε που η υποκρισία αποκαλύπτεται σε όλο της το μέγεθος: οι ίδιοι που δημιουργούν τους πρόσφυγες, είναι εκείνοι που τους κυνηγούν. Οι ίδιοι που προκαλούν την καταστροφή, είναι εκείνοι που υψώνουν τείχη απέναντι στα θύματά της.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι απλώς η καταγγελία της υποκρισίας, προφανής άλλωστε. Το βαθύτερο ζήτημα είναι η αποκάλυψη της πολιτικής λογικής που τη γεννά. Η ίδια πολιτική που βομβαρδίζει πόλεις στο όνομα της «σταθερότητας», είναι εκείνη που πνίγει ανθρώπους στο όνομα της «ασφάλειας των συνόρων». Η ίδια πολιτική που μιλά για «ανθρώπινα δικαιώματα» όταν πρόκειται να νομιμοποιήσει στρατιωτικές επιχειρήσεις, είναι εκείνη που τα καταργεί στην πράξη όταν αυτά αφορούν τους φτωχούς, τις ξεριζωμένες και τα ανεπιθύμητα της γης.
Γι’ αυτό και η προσέγγιση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Δεν μπορεί να καταγγέλλεται μόνο η ξενοφοβία χωρίς να καταγγέλλεται ο πόλεμος που τη γεννά. Ούτε μπορείς να καταγγέλλεις τον πόλεμο χωρίς να υπερασπίζεσαι έμπρακτα τα δικαιώματα των προσφύγων και των προσφυγισσών. Γιατί ο πρόσφυγας δεν είναι μια «παράπλευρη συνέπεια» της Ιστορίας, αλλά το πιο ορατό πρόσωπο της βίας του σύγχρονου κόσμου. Και όποιος χειροκροτεί τις βόμβες αλλά απωθεί τους πρόσφυγες, δεν υπερασπίζεται την ανθρωπιά. Υπερασπίζεται, απλώς, τα σύνορα της υποκρισίας του.