Διανοητικό τέκνο της Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης, παρά την πατροκτονία που επιτέλεσε, λαμβάνοντας αποστάσεις από αυτήν και εμμένοντας στο, κατά Καντ, «πρόταγμα του Διαφωτισμού», ο Γιούργκεν Χάμπερμας ήταν από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας γενιάς διανοουμένων για τους οποίους η σιωπή ήταν μια κατάσταση απόλυτης αδυνατότητας. Και ως εκ τούτου, συχνότατα, κραύγαζαν.
«Ο δομικός μετασχηματισμός της δημόσιας σφαίρας»: από τα θεμελιώδη της σκέψης του υπήρξε τούτη ακριβώς η έννοια, ενός χώρου πέρα και πάνω από τα όρια του κράτους, όπου η ανταλλαγή απόψεων των πολιτών λειτουργεί κριτικά και ελεγκτικά στην ίδια την κρατική εξουσία. Η δημόσια σφαίρα δεν είναι, προφανώς, μια, κατά Χάμπερμας, εξιδανικευμένη υπερδομή στην οποία συντελείται το «θαύμα» της αναμόρφωσης του συστήματος.
Απεναντίας. Τα υπερτροφικά Μέσα Επικοινωνίας και η μαζική κουλτούρα που δι’ αυτών αναπτύσσεται, κατήντησαν το χώρο της κριτικής και του διαλόγου, χώρο καθοδήγησης και συμμόρφωσης των συνειδήσεων. Αλλά ο στοχαστής παραμένει αισιόδοξος: ίσως, κάποτε, με μια άλλη πολιτική, η δημόσια σφαίρα να καταστεί απαύγασμα της –αστικής και όχι μόνο- δημοκρατίας.
Ο Γιούργκεν Χάμπερμας παραμένει, επιπροσθέτως, αμετανόητα ευρωπαϊστής. Εκμεταλλεύεται την, παρηκμασμένη, έστω, δημόσια σφαίρα, και τοποθετείται ξεκάθαρα. Κατά αυτόν, η κρίση του ευρώ, αλλά και η ελληνική κρίση, ουδεμία σχέση είχαν με τα χρέη των δήθεν χαραμοφάηδων κρατών αλλά αποτελούν απόρροια της ανικανότητας –ή μήπως της πολιτικής θέσης;- της πολιτικής εξουσίας να εξουδετερώσει τους κερδοσκόπους βάζοντας φρένο στην αόρατο χείρα της αδηφάγου αγοράς.
Ο Χάμπερμας υπερασπιζόταν σαφώς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, δίχως την οποία και δίχως τον ταυτόχρονο περιορισμό στο ελάχιστο των κοινωνικών ανισοτήτων η συνέχιση της κρίσης και κατ’ επέκταση η ευρωπαϊκή αφλογιστία θα αποτελεί την μόνη τελεολογία για την –όντως– γηραιά ήπειρο.
Τάχτηκε, έτσι, ενάντια στον «νέο εθνικισμό» της γερμανικής πολιτικής και στις συγκεκαλυμμένες «μονομερείς» προκαταλήψεις της. Τασσόταν προφανώς και εναντίον της πολιτική της τότε κραταιάς καγκελαρίου, Άγκελα Μέρκελ.
«Η ελληνική καταστροφή είναι μια σαφής προειδοποίηση ενάντια στο μετα-δημοκρατικό δρόμο που άνοιξαν η Μέρκελ και ο Σαρκοζί», έλεγε. «Η συγκέντρωση της ισχύος σε ένα διακυβερνητικό συμβούλιο των πρωθυπουργών, που επιβάλλουν τις συμφωνίες τους στα εθνικά κοινοβούλια, είναι ο λάθος δρόμος (…). Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος είναι: η λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές».
Ύπαρξη εμφαντικά πολιτική, έγραφε: «Δεν υποτιμώ την έκταση των συσσωρευμένων εθνικιστικών συναισθημάτων, ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται μόνο στη Γερμανία. Ωστόσο, υπό το φως των εξελίξεων, μια άλλη τάση είναι πιο ανησυχητική: η αυξανόμενη προτίμηση για μη πολιτικού χαρακτήρα στοιχεία που εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή, η οποία παραπέμπει σε ένα προβληματικό γνώρισμα της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, όπως είναι η απόρριψη των πολιτικών κομμάτων και της κομματικής πολιτικής».
Κατά τον Χάμπερμας, ο μεταδημοκρατικός φεντεραλισμός της Ευρώπης και ο νεοαυταρχισμός των ΗΠΑ σηματοδοτούν μια μορφή τέλους: αυτού του δυτικού πνεύματος όπως είχε διαμορφωθεί τη μεταπολεμική περίοδο της αισιοδοξίας.
Ο στοχαστής που επιτίθετο στον Μπους για την επέμβαση στο Ιράκ, θεωρούσε τον καγκελάριο Μερτς «γιο» του Σόιμπλε, και μίλησε για τον σφετερισμό των εξουσιών από τον Τραμπ, αναζητούσε μέχρι τέλους τρόπους να ξεφύγει η Ε.Ε. από την «αυταρχική έλξη» των ΗΠΑ. Αλλά δεν είχε και πολλές πολλές ελπίδες: «η περαιτέρω πολιτική ολοκλήρωση, τουλάχιστον του πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ήταν ποτέ τόσο ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή μας όσο είναι σήμερα. Και ποτέ τόσο απίθανη», έγραφε μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη.
Όσα συμβαίνουν σήμερα, που δεν μπορεί πια να παρέμβει, θα μπορούσαν να ιδωθούν και ως ειρωνικό μειδίαμα του συστήματος απέναντι σ’ εκείνον που το καταγγέλλει. Και ως ήττα των στοχασμών του –μέχρι τουλάχιστον να αλλάξουν οι καιροί.