Ένα φιλικό χτύπημα στα σκέλη και μια θερμή προσφώνηση ως «φίλος»: Αυτά ήταν όλα κι όλα τα εύσημα που απέσπασε την περασμένη Τρίτη (03.03.2026) στην Ουάσιγκτον από τον Ντόναλντ Τραμπ ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς. Και πάντως όχι αρκετά σε σχέση με τα πολύτιμα «δώρα» που του προσκόμισε ο ίδιος: Ένα «ναι» στην αμερικανική επιδρομή στο Ιράν, και μια γριφώδη εξαγγελία ότι «θα μιλήσουμε και για την ημερά μετά, για το τι θα συμβεί μετά την πτώση του [ιρανικού καθεστώτος]».
Το υπόλοιπο ήταν σιωπή. Από τα 40 και πλέον λεπτά που διήρκεσε η συνέντευξη Τύπου των δυο αντρών στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο Μερτς μίλησε το πολύ τρία. Γλωσσοδέτης για την ανομία της επιδρομής· κουβέντα για την προσβλητική αναφορά του Τραμπ στην Άνγκελα Μέρκελ, την προκάτοχο του Μερτς στην καγκελαρία και την προεδρία των Χριστιανοδημοκρατών· λέξη για τις τραμπικές ειρωνίες εις βάρος του βρετανού πρωθυπουργού Κέι Στάρμερ («δεν είναι δα και Τσώρτσιλ»), ο οποίος δεν επέτρεψε τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στη Μεγάλη Βρετανία για τις επιχειρήσεις στο Ιράν· και τσιμουδιά για τις απειλές του Τραμπ κατά του ισπανού πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, επειδή ο τελευταίος καταδίκασε επιδρομή στο Ιράν ως «παράνομη, αδικαιολόγητη και επικίνδυνη» και απαγόρευσε επίσης στις ΗΠΑ τη χρήση των στρατιωτικών τους βάσεων σε ισπανικό έδαφος για τον ίδιο πόλεμο. Οι μεγαλοστομίες των περασμένων εβδομάδων, περί «επανάκτησης του αυτοσεβασμού της Ευρώπης» και περί εξωτερικής πολιτικής βασισμένης σε «αξίες, κανόνες και συμφέροντα», είχαν κάνει φτερά. Ο Μερτς έμοιαζε –πότε κοιτώντας αμήχανα στο κενό και πότε χασκογελώντας με τις λεκτικές επιδρομές του Τραμπ– με αξιολύπητο, φοβισμένο ανθρωπάκι.
Η ατυχία του καγκελάριου συνίστατο στο ότι ήταν ο πρώτος σημαντικός ηγέτης που επισκέφτηκε την Ουάσιγκτον μετά την έναρξη της επιδρομής. Επόμενο έτσι, να υποστεί μόνος του όλο το βάρος των πιέσεων που επιφυλάσσει ο αμερικανός πρόεδρος για την συνολική ευρωπαϊκή ηγεσία. Ταυτόχρονα ήταν στο επίκεντρο της προσοχής των διεθνών μέσων ενημέρωσης, και ιδίως των γερμανικών, τα οποία κατέγραφαν επακριβώς τις (μη) αντιδράσεις του στις τραμπικές ατάκες. Τα συμπεράσματά τους (συμπυκνωμένα σε τίτλους) ήταν εξοντωτικά. Μερικά από αυτά –καταρχάς τα πιο «ευγενικά»: «Η τέχνη της σιωπής συνίσταται πριν από όλα στην ικανότητα να λες κατά το δυνατόν λιγότερα» (Handelsblatt). «Ένας καγκελάριος ανακαλύπτει τη λιποθυμία» (Süddeutsche Zeitung). Και ύστερα τα πιο αιχμηρά: «Η γονυκλισία της Ουάσιγκτον» (Tageszeitung), «Μερτς, ο βασάλος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού» (Neues Deutschland), «Ο Μερτς άφησε στην τύχη της την Ευρώπη – η εμφάνιση του στο Οβάλ Γραφείο ήταν επονείδιστη» (Der Spiegel). Πολύ πιο καυστικά ήταν τα σχόλια στα ανεξέλεγκτα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης, όπου «γλείφτη» τον ανέβαζαν, «λακέ» τον κατέβαζαν.
Η αλήθεια είναι, ότι οι ευρωπαίοι ομόλογοί του, ιδίως ο Στάρμερ και ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, δεν είναι καλύτεροι. Ο πρώτος δικαιολόγησε έμμεσα την αμερικανική εισβολή, δηλώνοντας, ότι το ατομικό πρόγραμμα του Ιράν αποτελεί «σοβαρό κίνδυνο» και ότι οι ΗΠΑ έκαναν «πρώτα βήματα» εναντίον του, ενώ παράλληλα εξήγγειλε, ότι τα βρετανικά πολεμικά αεροσκάφη στάλθηκαν αμέσως στον αέρα –λες και ήταν η Μεγάλη Βρετανία που απειλούταν με επίθεση. Ο δεύτερος, όχι πολύ πιο διαφορετικά, ανακοίνωσε ότι θέτει σε συναγερμό τις γαλλικές ένοπλες δυνάμεις, ότι θα προσφέρει αφειδώς βοήθεια στους «στενούς συμμάχους» του και ότι θα αυξήσει πάραυτα το ατομικό οπλοστάσιο της χώρας του (συμπεριλαμβάνοντας υπό την ατομική ασπίδα και τη Γερμανία). Και οι τρεις έσπευσαν ομόφωνα να καταδικάσουν ως παράνομες τις επιθέσεις του Ιράν στις αμερικανικές βάσεις της Μέσης Ανατολής, οι οποίες χρησιμοποιούνται τουλάχιστον επιμέρους για τον πόλεμο του Τραμπ.
Υπάρχει τέρμα σε αυτόν κατήφορο; Άδηλο. Προς το παρόν πάντως δεν βρίσκονται λόγια που μπορούν να περιγράψουν την ηθική σήψη αυτών των πολιτικών (των επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμπεριλαμβανομένων) και την χωρίς όρους υποταγή τους στις επιταγές του Τραμπ.
Οι εξαιρέσεις (Σαντσέθ!) δεν αλλάζουν τον κανόνα. Ο τελευταίος, χωρίς να είναι νομοτελειακός, γίνεται όλο και πιο δεξιόστροφος, για να καταλήξει, όπως στο πλαίσιο του τραμπισμού, σε φασιστικές απολήξεις. Οι παρεμβάσεις των ειδικών μονάδων της αμερικανικής συνοριακής αστυνομίας ICE στη Μινεσότα και αλλού ήταν μια τέτοια φασιστική απόληξη. Και ακόμη περισσότερο η αμερικανική επιδρομή στο Ιράν, που όπως φαίνεται, είναι η απαρχή πολλών άλλων παρόμοιων, ή και χειρότερων. Το θέμα της οργανικής σύνδεσης του φασισμού με τον καπιταλισμό ξαναμπαίνει πάλι στην ατζέντα της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Μόνο που και οι δυο έννοιες έχουν ενδιάμεσα αλλάξει χαρακτήρα. Ο καπιταλισμός σφραγίζεται πλέον από την τεχνοφεουδαρχία (Γιάννης Βαρουφάκης), η οποία, παραμερίζοντας τους επαγγελματίες πολιτικούς, βάζει η ίδια χέρι στην κυβέρνηση (κορυφαίο παράδειγμα: Τραμπ). Και ο μοντέρνος φασισμός, ο πρώτος, σύμφωνα με την φιλόσοφο Εύα φον Ρέντεκερ, στην εποχή του ανθρωπόκενιου, χαρακτηρίζεται όχι, όπως παλιά, από τη μαζική συμμετοχή των μαινόμενων μικροαστικών μαζών, αλλά από αναρίθμητα «τρολ» που δρουν μεμονωμένα στα «σύννεφα» του διαδικτύου – με τον Τραμπ πάλι ως κύρια ενσάρκωσή του.
Με τέτοιον φασο-καπιταλισμό δεν γίνεται «χαΐρι». Το ζητούμενο λοιπόν σήμερα, ύστερα και από το «σοκ» του Ιράν, είναι η εντατικοποίηση του αγώνα εναντίον του.