Η υπόθεση της παγίδευσης πολιτών με το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator παραμένει ένα συλλογικό κοινωνικό τραύμα που πλήττει το κράτος δικαίου και πρέπει να διακριθεί σε τρία στάδια.
Σε πρώτη φάση είναι η ίδια η λειτουργία του κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ελλάδα από το 2020 και η στόχευση και παγίδευση εκατοντάδων προσώπων κυρίως πολιτικών, δημοσιογράφων, εισαγγελέων, δικηγόρων, επιχειρηματιών και μελών των οικογενειών τους. Η παγίδευση αυτή οδήγησε στην πλήρη κατάλυση της ιδιωτικότητάς τους και στην απόσπαση όχι μόνο προσωπικών τους δεδομένων αλλά και δεδομένων, που αφορούν τον στενό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού και εμπιστευτικές ή και απόρρητες πληροφορίες.
Η δεύτερη φάση αφορά τη συγκάλυψη της υπόθεσης μετά την αποκάλυψή της κυρίως με την ειδοποίηση ασφαλείας της ΜΕΤΑ στις 16.12.2021, τις δικαστικές ενέργειες του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και τα δημοσιεύματα των δημοσιογραφικών ομάδων του Inside Story, του Reporters United και άλλων. Σε αυτό το σημείο, τα θεσμικά αντίβαρα και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί απέτυχαν να επιτελέσουν το έργο τους είτε επειδή δεν το επιθυμούσαν είτε επειδή εμποδίστηκαν. Θυμίζω την Εθνική Αρχή Διαφάνειας, η οποία έκανε ένα επιφανειακό έλεγχο αναζητώντας την προμήθεια του κατασκοπευτικού λογισμικού από το Δημόσιο σαν αναζήτηση στο Διαύγεια, την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διέρρευσε προκαταβολικά τις ερωτήσεις στους ελεγχόμενους στην κατά τα άλλα μυστική συνεδρίαση, τα στελέχη της ΕΛΑΣ που προειδοποίησαν τους κατηγορούμενος για τους κατ’ επίφαση επιτόπιους αιφνίδιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις τους, την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου που αφαίρεσε τη δικογραφία από τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών λίγο πριν καλέσουν ως υπόπτους σημαίνοντα πρόσωπα, τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που δεν είδε καν απόπειρα κατασκοπίας στην παγίδευση του υπηρεσιακού τηλεφώνου του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, την περίφημη γνωμοδότηση Ντογιάκου που κατακρίθηκε από σύνολο του νομικού κόσμου και την ΑΔΑΕ που αδρανοποιήθηκε μέσω της αλλαγής της σύνθεσης λίγες ώρες πριν επιβάλλει πρόστιμο στην ΕΥΠ και ερευνήσει τις καταγγελίες για κοινό κέντρο λειτουργίας.
Το τρίτο στάδιο εξελίχθηκε μετά την εμβληματική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 26.2.2026 και αφού μεσολάβησε πολύμηνη ακροαματική διαδικασία με 39 συνεδριάσεις. Η παραδειγματική καταδίκη των κατηγορουμένων σε ποινές φυλάκισης 126 ετών και 8 μηνών έκαστο των κατηγορουμένων στη βάση δεκάδων χιλιάδων αποδεικτικών εγγράφων και διαβίβασε τη δικογραφία για διερεύνηση πληθώρας αδικημάτων μέσα στα οποία και αυτών, που δεν διερεύνησε ή ερεύνησε πλημμελώς ο Άρειος Πάγος. Σε αυτό το στάδιο έχει καταστεί σαφές ότι είναι απαράδεκτη, ελεγκτέα και εξόχως προβληματική η στάση των θυμάτων, τα οποία δεν κατέθεσαν μήνυση, δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο ούτε προσκόμισαν τα κινητά τους τηλέφωνα στις ελεγκτικές αρχές μολονότι είχαν ιδιαίτερη νομική, ηθική και ουσιαστική υποχρέωση λόγω των θέσεων τους στα υπουργικά συμβούλια, στις ένοπλες δυνάμεις, στα εισαγγελικά γραφεία και γενικότερα σε εξαιρετικά κρίσιμα σημεία του κρατικού μηχανισμού. Παράλληλα η αδράνεια των ελεγκτικών μηχανισμών έδωσε την δυνατότητα να μετατραπεί η Ελλάδα σε παγκόσμιο κέντρο εμπορίας παράνομων κατασκοπευτικών λογισμικών, καθώς οι ελεγχόμενες εταιρίες δραστηριοποιούνταν επίσημα στη χώρα μέχρι και πριν λίγους μήνες με εξαγωγές σε τρίτες χώρες.
Πλέον, στην τελευταία αυτή φάση και μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η ελληνική Πολιτεία έχει την ευκαιρία να αναδυθεί στην επιφάνεια, βγαίνοντας από τα βάθη της ανυποληψίας που την έστειλαν οι μέχρι τώρα πράξεις και παραλείψεις. Είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να φανεί αν υπάρχουν αντισώματα στη διαφθορά, που κινείται ψηλά εντός της εκτελεστικής εξουσίας. Μεγάλο και δυσανάλογο το βάρος των δικαστικών λειτουργών, αλλά μόνο αυτοί μπορούν να περισώσουν το κύρος της Δικαιοσύνης και να προστατεύσουν τους πολίτες.