Ας ξεκινήσουμε από τα γεγονότα: στα Μεστά της Χίου αναβίωσε το παραδοσιακό αποκριάτικο έθιμο του Αγά, έθιμο που σατιρίζει τη μη απόδοση δικαιοσύνης κατά τη διάρκεια των οθωμανικών χρόνων. «Κατηγορούμενος» φέτος ήταν ο διοικητής του νοσοκομείου, τον οποίον ο «δημόσιος κατήγορος» –ένας συνταξιούχος γιατρός– «κατηγόρησε» ότι «είναι υπεύθυνος για τους 15 πνιγμένους μετανάστες». «Και λίγοι ήταν», απάντησε ο Αγάς, με τον γιατρό να συμπληρώνει, γελώντας, «έπρεπε να πνιγούν όλοι».
Δημόσια διακωμώδηση λοιπόν 15 πνιγμένων ψυχών, με τη συμμετοχή θεσμικών παραγόντων του τόπου(!).
Όχι, δεν ήταν απλώς ένα «ατυχές περιστατικό» αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που εκπαιδεύεται, δυστυχώς, να γελά με τον θάνατο των «άλλων», να απογυμνώνει την ανθρώπινη τραγωδία από κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και να βαφτίζει τη βαρβαρότητα «σάτιρα».
Γέλιο πάνω σε πτώματα
Είναι αλήθεια πως η Αποκριά, ιστορικά, συνδέθηκε με την ανατροπή, την αντιστροφή ρόλων, την προσωρινή άρση των ιεραρχιών. Όμως αυτό που συνέβη στα Μεστά δεν είχε τίποτα το ανατρεπτικό. Ούτε την εξουσία χτυπούσε –αντιθέτως τη χάιδευε, ούτε την καταπίεση αποδομούσε –αντιθέτως την κανονικοποιούσε. Γιατί όταν ο πνιγμένος πρόσφυγας γίνεται καρναβαλικό αξεσουάρ, το μήνυμα είναι σαφές: κάποιες ζωές δεν αξίζουν το πένθος παρά μόνο τη χλεύη.
Από πού, αλήθεια, εκπορεύονται τέτοιες συμπεριφορές; Σίγουρα δεν γεννιούνται στο κενό. Τρέφονται από χρόνια ξενοφοβικής ρητορικής, από την κανονικοποίηση της απανθρωποποίησης στον δημόσιο λόγο, από την πολιτική διαχείριση του προσφυγικού ως «απειλής» και «υγειονομικής βόμβας». Όταν ο δημόσιος λόγος μετατρέπει τον πρόσφυγα ή τη μετανάστρια σε πρόβλημα, βάρος, στατιστική, τότε η κοινωνία μαθαίνει να τους βλέπει ως αντικείμενα. Και τα αντικείμενα προσφέρονται για χρήση, ακόμη και για χιούμορ.
Μόνο που για να φτάσουμε στη δημόσια διαπόμπευση νεκρών, έχει προηγηθεί συστηματική ιδεολογική δουλειά η οποία γίνεται μεθοδικά: με την ανοχή –όταν όχι την ενθάρρυνση– μιας κυβέρνησης που, επενδύοντας σε ξεκάθαρα μισαλλόδοξες, ρατσιστικές πολιτικές, υιοθετεί μια γλώσσα όλο και πιο σκληρή, με ΜΜΕ που φλερτάρουν με τον πανικό εξυπηρετώντας –με το αζημίωτο– την κυβερνητική ατζέντα, με πολιτικούς που κλείνουν το μάτι στην ακροδεξιά για να περισώσουν εκλογικά ποσοστά.
Εθιμική κτηνωδία
Ανατριχιάζει, ωστόσο, όχι μόνο το ίδιο το «αστείο» αλλά η ανοχή της πλειονότητας των παρευρισκομένων. Πλην μιας νέας γυναίκας, η οποία αντέδρασε έντονα χαρακτηρίζοντας «ντροπή» τα όσα ακούγονταν, «όταν μάλιστα», όπως είπε, «ξεστομίζονται από ανθρώπους που αύριο θα νηστέψουν και θα πάνε στην εκκλησία», παρέμβαση που είχε ως αποτέλεσμα να τη διώξουν από την εκδήλωση λέγοντάς της «εδώ κάνουμε πλάκα, αν σε ενοχλεί φύγε και μην ξανάρθεις»- κανείς άλλος δεν φάνηκε να θορυβείται.
Το γέλιο, λοιπόν, της μάζας ως μηχανισμός νομιμοποίησης.
Γιατί όταν γελάς με τον ρατσισμό, γίνεσαι συμμέτοχος. Η συλλογική συμμετοχή παράγει μια επικίνδυνη αίσθηση «κανονικότητας» –«αφού γελούν όλοι, δεν είναι τόσο κακό»– και έτσι το αδιανόητο γίνεται ανεκτό και το ανεκτό «κανονικό».
Η επίκληση άλλωστε της Αποκριάς ως άλλοθι, είναι παλιά ιστορία. «Μα είναι σάτιρα»,«είναι έθιμο»,«συμβαίνει μια φορά τον χρόνο». Και όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή την ελεγχόμενη «εξαίρεση», δοκιμάζονται τα όρια της κοινωνίας. Γιατί υπό τον μανδύα της μεταμφίεσης, επιτρέπεται να ειπωθούν πράγματα που αλλιώς θα προκαλούσαν αντιδράσεις. Και αν δεν υπάρξουν αντιδράσεις, η εξαίρεση διευρύνεται. Η ρατσιστική μπηχτή γίνεται ανέκδοτο, το ανέκδοτο άποψη, η άποψη πολιτική στάση.
Κανονικοποιώντας το τέρας
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Αποκριά λειτουργεί ως θερμοκήπιο κοινωνικού μίσους. Ποιος ξεχνά τις «αστείες» ομοφοβικές και τρανσφοβικές μεταμφιέσεις; Την αναπαραγωγή στερεοτύπων που γελοιοποιούν και παρουσιάζουν ως καρικατούρα τη διαφορετική ταυτότητα φύλου; Ή την ανηλεή «σάτιρα» σε βάρος υπέρβαρων σωμάτων, με τον εξευτελισμό να βαφτίζεται χιούμορ;
Κάθε φορά, το μοτίβο είναι το ίδιο: ό,τι ξεφεύγει από την επιβεβλημένη νόρμα της «κανονικότητας», μπαίνει στο στόχαστρο. Μόνο που αυτή η «κανονικότητα» δεν είναι ουδέτερη αλλά βαθιά πολιτική. Ορίζει ποιος ανήκει και ποιος περισσεύει, ποια αξίζει προστασία και ποιο μπορεί να μετατραπεί σε αστείο. Και όταν η κοινωνία εθίζεται σε αυτό τον διαχωρισμό, ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την ακροδεξιά. Γιατί η ακροδεξιά δεν ξεκινά με τα τάγματα εφόδου αλλά με το γέλιο εις βάρος του αδύναμου, με την ιδέα ότι ο «άλλος» είναι λιγότερο άνθρωπος.
Και ακριβώς έτσι, δηλητηριάζεται η δημόσια σφαίρα: όχι μόνο με κραυγαλέες πράξεις βίας, αλλά με μικρές, καθημερινές δόσεις απανθρωποποίησης. Με το «σιγά, ένα αστείο ήταν», με τη μετατόπιση του ορίου. Και όταν το όριο μετατοπίζεται αρκετά, η επόμενη φάση –η ανοιχτή επιθετικότητα– φαντάζει φυσική εξέλιξη.
Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα αλλά συνενοχή. Η Αριστερά, και κάθε δημοκρατική φωνή, οφείλει να υπερασπιστεί την έννοια της σάτιρας από τη διαστροφή της.
Η σάτιρα που χτυπά τον αδύναμο δεν είναι σάτιρα, είναι αναπαραγωγή της κυριαρχίας. Η σάτιρα που γελά με τον πνιγμένο δεν αποδομεί την εξουσία, ξεπλένει τις ευθύνες της.
Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν «επιτρέπεται» να γελάμε τις Απόκριες αλλά με ποιον γελάμε και σε βάρος ποιου. Αν γελάμε με τους πνιγμένους, τις φτωχές, τα διαφορετικά, τότε δεν πρόκειται για γιορτή ανατροπής αλλά για τελετουργία επιβεβαίωσης της πιο σκοτεινής όψης της κοινωνίας. Και τότε, το πρόβλημα δεν είναι απλώς αισθητικό ή ηθικό αλλά βαθιά πολιτικό.
ΥΓ1. Έπρεπε να κυκλοφορήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το βίντεο με τα ρατσιστικού τύπου «αστεία», έπρεπε το συμβάν να πάρει διαστάσεις, για να υποχρεωθεί ο γιατρός να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη.
ΥΓ2. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη που του αναλογεί, ζήτησε συγγνώμη –μέσω ανακοίνωσης– και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μεστών, ως διοργανωτής του εθίμου.