“Δαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία φταίει ο ίδιος», είναι ο ορισμός που δίνει ο Καντ για τον Διαφωτισμό σε κείμενο του 1784. Την εποχή όπου οι κύριοι πολιτικοί εκπρόσωποι του καπιταλισμού σε όλες τις χώρες τείνουν να ταυτίζονται ολοένα και περισσότερο με την Ακροδεξιά, νομίζω ότι μπορούμε αβίαστα πλέον να δεχτούμε κάτι που ίσχυε εξ αρχής, αλλά που τώρα έχει καταστεί ηλίου φαεινότερον. Η Αριστερά είναι ο μόνος γνήσιος, ο μόνος αληθινός θεματοφύλακας των αρχών του Διαφωτισμού. Στο σύντομο τούτο κείμενο θα θέσω κάποια ζητήματα που αφορούν ακριβώς το τι μπορεί να σημαίνει για την Αριστερά η ωριμότητα ως πολιτική στάση, αν δεχτούμε τον καντιανό ορισμό του Διαφωτισμού.
Υπάρχει πρώτα απ’ όλα το αυτονόητο, που απορρέει άμεσα από το πώς εννοεί ο ίδιος ο Καντ την ωριμότητα. Η αυτόνομη άσκηση της νόησης, χωρίς την καθοδήγηση άλλων –που σημαίνει, με όρους κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, έχοντας απαλλαγεί από τη χειραγώγηση όλων των κυρίαρχων ιδεολογημάτων–, είναι η εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη για την ύπαρξη της Αριστεράς. Με άλλα λόγια, η απόκτηση κριτικής στάσης απέναντι στα κυρίαρχα συστήματα εξουσίας και στις ιδεολογίες που τα συνοδεύουν θα μπορούσε να θεωρηθεί η ιδρυτική πράξη της οποιασδήποτε αληθινής Αριστεράς.
Η ωριμότητα όμως στον τρέχοντα λόγο σημαίνει και κάτι πιο συγκεκριμένο. Η αυτονομία στη χρήση του νου και η κριτική στάση προϋποθέτουν τον έλεγχο των συναισθημάτων. Δεν μπορεί κάποιος να σκέφτεται αληθινά ελεύθερα αν αφήνει το θυμικό του να επηρεάζει την κρίση του. Σε αφηρημένο θεωρητικό επίπεδο τούτο μπορεί να φαίνεται αυτονόητο, όσον αφορά όμως τη σκέψη και την κρίση για τα πολιτικά πράγματα πρόκειται για κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Η πολιτική εξ ορισμού εμπλέκει σχέσεις αντιπαράθεσης, άσκηση εξουσίας, πρακτικές εκμετάλλευσης και καταπίεσης, καταστάσεις κοινωνικής αδικίας. Τούτο συνεπάγεται αυτομάτως, ούτως ειπείν, την ύπαρξη έντονων συναισθημάτων οργής και αγανάκτησης, ιδίως στην πλευρά των εξουσιαζομένων και κοινωνικά αδικημένων, δηλαδή στην πλευρά που εκφράζει η Αριστερά. Και προφανώς δεν γίνεται αλλά ούτε και θα έπρεπε η Αριστερά να «απαλλαγεί» από την κοινωνική αγανάκτηση και οργή εναντίον των αντιπάλων της – είναι πρώτα απ’ όλα οι ψυχικές εκείνες δυνάμεις που τροφοδοτούν τους αγώνες της: τους δικούς της ως πολιτικής δύναμης αλλά και των κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπεί. Μιλάμε όμως για έλεγχο των συναισθημάτων, όχι για απαλλαγή από αυτά.
Ας γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι. Στη σύγχρονη Ελλάδα, δεν υπάρχει άτομο που δεν ανήκει στη Δεξιά, ιδεολογικο-πολιτικά ή/και ταξικά, που να μην αισθάνεται ακραία αγανάκτηση και οργή με τη Ν.Δ. και με τη σχεδόν εφτάχρονη μέχρι στιγμής καταδυνάστευση της χώρας από τη διακυβέρνησή της σε περίπου όλους τους τομείς του κοινωνικού και πολιτικού βίου. Οσοδήποτε δικαιολογημένη και αν είναι τούτη η γενικευμένη συναισθηματική κατάσταση, όταν αφήνεται να επηρεάζει την πολιτική κρίση –και αφήνεται–, οδηγεί σε ολέθριες πολιτικές εκτιμήσεις. Σε πάρα πολλούς, επικρατεί μια υφέρπουσα αίσθηση: «Δεν είναι δυνατόν να κάνει τρίτη πρωθυπουργική θητεία ο Μητσοτάκης». Η απλή πραγματολογική απάντηση σε αυτό βέβαια είναι: «Και όμως, είναι δυνατόν». Η σύγχυση της επιθυμίας με την πραγματικότητα αναμενόμενο είναι να οδηγεί στην εύκολη αποδοχή έτοιμων «λύσεων», που κυρίως προκύπτουν με τη μορφή αυτόκλητων «σωτήρων» – νέας κοπής (Μαρία Καρυστιανού) ή παλαιάς (Αλέξης Τσίπρας).
Μήπως η επίκληση της πολιτικής ωριμότητας της Αριστεράς είναι μια παραλλαγή του γνωστού: «Να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες»; Οχι. Περίπου το αντίθετο, θα έλεγα. Η ωριμότητα ως πολιτική στάση συνεπάγεται μια ενεργητικότατη σχέση της Αριστεράς με την πρόσφατη ιστορία της, από όπου πρέπει να αντλήσει τα απαραίτητα διδάγματα που θα καθορίσουν την τωρινή της πρακτική. Ενα είναι το βασικό δίδαγμα. Η Αριστερά υπέστη δραστική μείωση της δημοτικότητάς της ως αποτέλεσμα της ραγδαίας απεμπόλησης του ριζοσπαστικού της χαρακτήρα. Αρχικά εφαρμόζοντας –αναγκαστικά, έστω– μνημόνιο, και κατόπιν –κυρίως– ταυτιζόμενη ιδεολογικά με την πολιτική των μνημονίων. Με αποκορύφωμα το αφήγημα που η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2018 διατυμπάνιζε σε όλους τους τόνους, ότι… «έβγαλε τη χώρα από τα μνημόνια». Λες και ο κόσμος δεν καταλάβαινε πως ο ΣΥΡΙΖΑ με τούτη τη διαπίστωση απλούστατα καυχιόταν κιόλας ότι είχε εφαρμόσει μνημόνιο. Στην παρακμιακή και επικίνδυνη εποχή μας, με την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του επιθετικά τυχοδιωκτικού καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο, η πολιτική ωριμότητα της Αριστεράς συνίσταται στην προσπάθεια να πειστεί ο κόσμος ότι ξαναϋπάρχει ως Αριστερά.