«Το είδος μελαγχολίας για το οποίο μιλάω εδώ, αντιθέτως, συνίσταται όχι στην παραίτηση από την επιθυμία αλλά στην άρνηση να υποκύψεις. Συνίσταται δηλαδή στην άρνηση να προσαρμοστείς σε αυτό που οι τρέχουσες συνθήκες ονομάζουν “πραγματικότητα’’—ακόμη κι αν το κόστος αυτής της άρνησης είναι να αισθάνεσαι απόκληρος στην εποχή σου…» (σ. 43).
Τα κείμενα και τα βιβλία του Μαρκ Φίσερ συνθέτουν μια ουτοπική πρόσκληση η οποία κρατάει ανοιχτές τις πιθανότητες ανατροπής των σύγχρονων δυστοπιών, με οξυδερκή πολιτικά σχόλια για τις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού και τις εν εξελίξει ιστορικές στιγμές αλλά και τους τρόπους με τους οποίους αυτός φυσικοποιείται.
Ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου, εξοικειωμένος με τη γραφή, τη θεωρία και την αισθητική του συγγραφέα, επιλέγει είκοσι δύο κείμενα του Φίσερ, τα οποία συγκροτούν μέσα στη θραυσματικότητά τους τα κεντρικά θέματά του: τον καπιταλιστικό ρεαλισμό, τη θλίψη και τις δυσφορίες των καιρών, συζεύξεις ιστορίας, κουλτούρας, πολιτικής και τέχνης, ό,τι εύστοχα ορίζεται στο έργο του ως λαϊκός μοντερνισμός.
Πολλαπλοί μαρξισμοί και μεταμοντέρνο
Στα κείμενά του ο Φίσερ κατασκευάζει αντιρρησιακά στοιχειώματα που επιμένουν απέναντι σε ένα πραγματικό που ρέπει προς το καταστροφικό. Τα στοιχειώματα αυτά έχουν πολλαπλή υπόσταση. Αναφέρονται στις θεωρητικές συνδέσεις διάφορων εκδοχών του μαρξισμού, συνομιλούν με την ψυχανάλυση, τον Τζέιμσον, τον Ντεριντά, τον Λακάν και τον Ζίζεκ, αξιοποιούν τις μπενγιαμινικές τεχνικές του μοντάζ χωρίς να προσφεύγουν σε μεσσιανικές εικονοποιήσεις και παράλληλα αναδιατάσσουν το περιεχόμενο του μεταμοντερνισμού, μετασχηματίζοντάς το θεωρητικά και αισθητικά και αξιοποιώντας το εκ νέου.
Η στοιχειοντολογία του Ντεριντά, ο εξαρθρωμένος χρόνος, δηλώνεται επίσης διττά. Η εγκαθίδρυση του καπιταλιστικού ρεαλισμού ως πίστη ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική απέναντι στον καπιταλισμό συνοδεύεται από τον μανιώδη εξοβελισμό των φαντασμάτων της μαρξιστικής θεωρίας. Την ίδια όμως στιγμή, σε συνάρτηση με την αριστερή μελαγχολία, τα στοιχειώματα ορίζουν το παρόν και το μέλλον. Παραμένουν γιατί ρευστοποιούνται ανάμεσα στο «όχι πια και του όχι ακόμα», επαναπροσδιορίζοντας το πολιτικό και την αριστερά, διευρύνοντας τη δυνατότητα αλλαγών με δράσεις που υπήρξαν και μπορούν ακόμα να υλοποιηθούν. Ο Φίσερ ασκεί κριτική στην έννοια της αριστερής μελαγχολίας που κατευθύνεται προς την αδυνατότητα του παρόντος και όχι στη δυνητική γονιμότητα αυτών των δυνατοτήτων του «όχι ακόμα».
Περιγράφοντας αυτό που πλέον βιώνεται ως εν εξελίξει δυσφορία απέναντι στο ιστορικό παρόν, το οποίο φαίνεται πιο απόκοσμο και από το πιο ευφάνταστο έργο επιστημονικής φαντασίας, διερωτάται για το τι μπορεί να αντιπαρατεθεί σε ένα μέλλον στο οποίο ρεαλιστικά οι προσδοκίες οδηγούνται στη ματαίωσή τους. Η ακύρωση του μέλλοντος εντείνεται και ακολουθείται από την επιστροφή του φασισμού, τις εκφάνσεις του νεοφιλελευθερισμού και την κατάλυση αυτονόητων κοινωνικών κεκτημένων. Σηματοδοτείται όμως επίσης από τη συστηματική καλλιέργεια μιας μυθολογικής πίστης στην πρόοδο, την επιστήμη, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό που καλλιεργήθηκε στο πλαίσιο μιας νεωτερικής φρενίτιδας για την αέναη κίνηση του «καινούργιου». Τον συγγραφέα τον απασχολεί η εξασθένιση της ιστορικότητας, όπως ορίστηκε από τον Τζέιμσον όταν έγραφε για τη διαρκή εξιδανικευμένη νοσταλγία του παρελθόντος στην τέχνη και την κουλτούρα, και στην οποία εντοπίζει «το παθολογικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχει γίνει ανίκανη να αντιμετωπίσει τον χρόνο και την ιστορία» (σ.25).
Λαϊκός μοντερνισμός
Απέναντι στα ελιτίστικα προτάγματα του μοντερνισμού με τις ιεραρχήσεις και την αφελή πίστη στη μεσσιανική αίσθηση της προόδου και του ορθολογισμού προτάσσει τον λαϊκό μοντερνισμό που δεν παραιτείται από τη ριζοσπαστικότητα του στοιχειώματος και με ιστορικούς όρους διατηρεί τα φαντάσματα ενεργά στη διαχρονία τους.
Στην κριτική θεώρηση του Φίσερ όλα συνδέονται και με το προσωπικό. Με μεθοδικότητα αναλύονται οι τρόποι με τους οποίους η ψυχολογικοποίηση γίνεται εργαλείο του καπιταλιστικού ρεαλισμού που ενισχύει την αίσθηση της παραίτησης μέσα από την ιδιωτικοποίηση του άγχους και την έμφαση στην ατομική ευθύνη και τα «υγιή» ρεπερτόρια αυτοβελτίωσης ώστε ο προσανατολισμός να οδηγεί στην κοινωνική καταξίωση και αποδοχή. Σε συνδυασμό με την αυξανόμενη επισφάλεια της εργασίας ο συγγραφέας με δόκιμο και λιτό τρόπο περιγράφει πώς οι διάφορες ψυχοθεραπευτικές πρακτικές αποπολιτικοποιούν τη δυσφορία, αποδυναμώνοντας τις εξεγερσιακές της δυνατότητες.
Το άγχος και η αποδυνάμωση όμως δεν περιορίζονται ποτέ στην ανάλυση του Φίσερ σε κάτι προσωπικό όταν ορίζεται ως μια συναισθηματική κατάσταση που είναι αδιάρρηκτα δεμένη με την τάξη, το φύλο, την εθνική ταυτότητα και την οικονομική, πολιτική, υπαρξιακή και οξυνόμενη επισφάλεια που έχει επιφέρει η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση και οι διαδικασίες πειθούς σύμφωνα με τις οποίες εκφέρεται ο καπιταλιστικός ρεαλισμός: την παραίτηση από την πίστη εναλλακτικών δρόμων και αλλαγών. Είναι σε αυτό το σημείο που ο Φίσερ αιτιολογεί την αποδυνάμωση της αριστεράς· τη συμμόρφωση και τη θρηνητική στάση της η οποία είναι σαν να αποστερείται πλέον την ισχυρή εργαλειοθήκη της ιστορίας της: την πολιτική διατήρηση ότι υπάρχουν εναλλακτικές. Επανειλημμένα ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη πολιτικού επαναπροσδιορισμού της μελαγχολίας και των ριζοσπαστικών εναλλακτικών, σημειώνοντας πως «είναι ζωτικής σημασίας για την αριστερά να βρει τρόπους πολιτικοποίησης του άγχους» που θα σηματοδοτεί το σημείο έναρξης και όχι λήξης.
Επιπλέον ο Φίσερ στο έργο του υπογραμμίζει την ενσωμάτωση και ενδυνάμωση πολλαπλών ηθικολογικών αυταρχισμών που χρησιμοποιούν τους λόγους και τα ρεπερτόρια του ρεαλιστικού καπιταλισμού για να κατασκευάσουν μια οντολογία του ατομικού, αποσιωπώντας τις συνέπειες του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού στις ζωές των ανθρώπων. Κάθε ψυχοδιαγνωστική κατάταξη ή ερμηνεία της απόγνωσης ως εσωτερικού συμπτώματος καταλήγει έτσι σε «ιδεολογικό ειδικό εφέ» (σ. 104).
Ως προς το κομμάτι του λαϊκού μοντερνισμού ο Φίσερ αναζητά ψήγματα του καθημερινού και μιας άλλης κατασκευής του χρόνου στις ταινίες, τις μουσικές και τα λογοτεχνικά έργα που αξιολογούνται από τα συστήματα ιεράρχησης που περιγράφτηκαν παραπάνω ως κατώτερα, ως αυτά που δεν μπορούν να συνομιλήσουν με την υψηλή τέχνη. Αρκεί να διατηρούν τη ριζοσπαστικότητα μιας ενσωματωμένης ιστορικότητας εν εξελίξει πέρα από τον παγιωμένο χρόνο. Αντίθετα, οτιδήποτε δρα με μια νεκροζώντανη λειτουργία, καταλήγοντας σε μια θεσμοθετημένη κουλτούρα παρελθοντικής μνημονικής παγίωσης γίνεται αντικείμενο της αισθητικής και της γραμμικής ιστορίας και επιβιώνει μόνο ως στυλιστική επιλογή. Όποια κουλτούρα γίνεται παράδοση γίνεται αδράνεια.
Εδώ οι μπενγιαμινικές αφηγήσεις για το έργο τέχνης και η αντίστοιχη αγάπη του τελευταίου για την αστυνομική λογοτεχνία, τα παιχνίδια και τη λαϊκή pulp λογοτεχνία συνεχίζονται με νέους όρους στις παροντικές συνθήκες με έντονες τις επιδράσεις του Ζίζεκ και την αδιόρατη παραμονή σε ορισμένα σημεία του έργου του Φίσερ μιας ψυχαναλυτικής προσέγγισης που όσο κι αν προσπαθεί να ξεφύγει από τις θεωρίες του βάθους κάποιες στιγμές δεν χάνει τον μυστικιστικό της χαρακτήρα. Ωστόσο, αφού όλο το έργο του και τα κείμενα στο blog του k-punk διατηρούν από επιλογή τη θραυσματικότητά τους και τη δυνατότητα επανασυναρμολόγησης ανάλογα με την κριτική συνθετότητα κάθε ανάγνωσης στο χρονικό και ιστορικό της πλαίσιο, η προτροπή του «ας ξεφορτωθούμε μια και καλή την υποχρεωτική θετικότητα του ποπ ντελεζιανού ποπ-ισμού» μπορεί να χρησιμοποιηθεί απέναντι σε κάθε θεωρητική εξιδανίκευση.
Προκλήσεις για την αριστερά
O Φίσερ δεν θεωρητικολογεί εν κενώ. Επιχειρηματολογεί και προτείνει, συνδέοντας θεωρία και πράξη και ασκώντας κριτική σε αυτό που ήδη στις μέρες μας έχει παγιωθεί: την παγκοσμίως ηττοπαθή αριστερά ή τον εύκολο αριστερισμό που γίνεται αυτοαναφορικός και προβλέψιμος. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει την τάση της αριστεράς «να αντικαθιστά την ταξική πολιτική με τον ηθικιστικό ατομικισμό» και επισημαίνει την «επιτακτική ανάγκη να απορρίψουμε την ταυτοτική ιδεολογία» που συχνά καταλήγει στην ταυτοτική ουσιοκρατία (σσ. 277-278).
Ο λαϊκός μοντερνισμός που προτείνει ενσωματώνει τη θεωρία του Τζέιμσον και του Χολ, εγκιβωτίζοντας την έκρηξη της πειραματικής λαϊκής κουλτούρας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα σε όλα τα καλλιτεχνικά πεδία. Σε αυτήν ο Φίσερ αναφέρει πως «μας δίδαξε ότι μπορεί κανείς να είναι λαϊκός χωρίς να είναι λαϊκιστής. Αντιστρόφως, μπορεί να είναι λαϊκιστής χωρίς να είναι λαϊκός» (σ. 180). Η αποδοχή της διαφωνίας είναι στο έργο του κομβική: η διαφωνία είναι ανάγκη να διατυπώνεται χωρίς φοβικούς αποκλεισμούς και αφορισμούς.
Αντίστοιχα η πρόκληση για την αριστερά είναι η ανάκληση όλων των μορφών συλλογικότητας που υπήρξαν, όχι ως νοσταλγική πράξη ενθύμησης αλλά ως «πράξη αντιστροφής της λήθης», ως ενεργητικός προσανατολισμός στην κινητοποίηση και παρουσία του φαντάσματος ενός κόσμου που μπορεί να είναι αλλιώς. Είναι σε αυτό το σημείο που ο συγγραφέας συνομιλεί και με τον Φουκώ και τη θέση του πως «πρέπει να παράγουμε κάτι που ακόμα δεν υπάρχει και για το οποίο δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς και τι θα είναι» (σ. 319). Η διαπίστωση αυτή, όπως επισημαίνει στο επίμετρο και ο Παπαγεωργίου, διακατέχεται από αυξανόμενη αίσθηση πολιτικού και υπαρξιακού κατεπείγοντος.
Αντινομικά, όπως συμβαίνει πολλές φορές στις ανθρώπινες διαδρομές, ο Μαρκ Φίσερ αυτοκτόνησε το 2017. Ο ίδιος ήταν αντίθετος σε κάθε ψυχοβιογραφικό αναγωγισμό και στις κοινότοπες εξιδανικευμένες μυθοπλασίες του εαυτού. Η μετάφραση του παρόντος βιβλίου καθώς και του έργου του στα ελληνικά δημιουργεί νέα ριζοσπαστικά στοιχειώματα, ουτοπικές προκλήσεις και επανακατασκευές και τον ίδιο ως ένα φάντασμα ενεργό που μας συντροφεύει. Παραμένει ανοιχτή η αναμέτρηση του καθενός με την επιλογή των δράσεων και των θεωρητικών συζεύξεων που μπορούν να λειτουργήσουν ως ρήξεις με το οικείο παρόν και ως συνεχείς αντεγκλήσεις απέναντι στον ρεαλιστικό καπιταλισμό και σε ό,τι αυτός επιβάλλει ως «υποχρεωτική θετικότητα».
Κωστούλα Μάκη