«Οι πρακτικοί άνθρωποι, που πιστεύουν ότι είναι εντελώς απαλλαγμένοι από οποιεσδήποτε διανοητικές επιρροές, είναι συνήθως σκλάβοι κάποιου εκλιπόντος οικονομολόγου.»
J.M. Keynes, 1936
Τι είδους κοινωνία είναι αυτή που ανησυχεί για την ύπαρξη των ανισοτήτων και θα ήθελε να αντιμετωπίσει το βαρύ φορτίο που αυτές επιβάλλουν σε τόσους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο; Στο παρόν άρθρο θέλω να υποστηρίξω ότι μια τέτοια κοινωνία θα έπρεπε να είναι απαλλαγμένη από την επιρροή που ασκούν τα ορθόδοξα οικονομικά στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή.
Οι φοιτητές, σχεδόν παντού, ξεκινούν να εξετάζουν μια οικονομία μελετώντας τη λειτουργία των αγορών και πώς η ζήτηση και η προσφορά οποιουδήποτε αγαθού εξισορροπούνται μέσω των μεταβολών στις τιμές. Σε αυτό το πλαίσιο η «τιμή» μπορεί να αφορά το κόστος για ένα πακέτο μακαρόνια, το μισθό που διασφαλίζει την πλήρη απασχόληση ή τα επιτόκια που διασφαλίζουν ότι η προσφορά δανείων από το χρηματοπιστωτικό σύστημα ανταποκρίνεται στη ζήτηση για δανεισμό. Στην αρχή, οι αγορές αυτές θεωρούνται ανταγωνιστικές, δηλαδή θεωρείται ότι υπάρχουν πολλοί παραγωγοί και προμηθευτές και, επομένως, κανένας ισχυρός παίκτης που μπορεί να «επιβάλει» μία τιμή. Στη συνέχεια, οι φοιτητές συζητούν διάφορες στρεβλώσεις που βλέπουμε στις πραγματικές αγορές, όπως το μονοπώλιο και την ύπαρξη εξωτερικοτήτων (για παράδειγμα η ρύπανση που δημιουργούν οι επιχειρήσεις, το κόστος της οποίας βαρύνει την κοινωνία και όχι την ίδια την επιχείρηση) κτλ.
Όταν οι φοιτητές φτάσουν στα τελευταία έτη του πτυχίου ή την αρχή των μεταπτυχιακών σπουδών, έρχονται πια σε επαφή με την οικονομική θεωρία που βρίσκεται πίσω από τη θεωρία των ανταγωνιστικών αγορών: τη θεωρία της γενικής ισορροπίας και τα δύο θεμελιώδη θεωρήματα. Το πρώτο, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε θεώρημα του αόρατου χεριού, επιχειρεί να δείξει ότι υπό ορισμένες παραδοχές κάθε ανταγωνιστική ισορροπία – δηλαδή σε μια οικονομία όπου η ζήτηση για όλα τα αγαθά ισούται με την προσφορά για αυτά – είναι επίσης μια ισορροπία αποτελεσματική κατά Pareto (pareto optimum). Η θεωρία μας λέει ότι σε μία βέλτιστη κατά Pareto κατανομή των πόρων, δεν μπορείς να βελτιώσεις τη θέση κάποιου χωρίς να βλάψεις κάποιον άλλον. Από αυτό συνάγεται ότι οι αγορές είναι αποτελεσματικές.
Το πρόβλημα είναι ότι μια τέτοια ανταγωνιστική ισορροπία μπορεί να είναι εξαιρετικά άνιση, επιτρέποντας τη συνύπαρξη δισεκατομμυριούχων και πλήθους ανθρώπων σε συνθήκες φτώχειας. Εδώ υπεισέρχεται το δεύτερο θεμελιώδες θεώρημα, το οποίο αναφέρει ότι οποιαδήποτε κατά Pareto επιθυμητή κατανομή πόρων μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανταγωνιστικής ισορροπίας. Αυτό το θεώρημα αποκαλείται μερικές φορές θεώρημα διαχωρισμού, επειδή διαχωρίζει τα ζητήματα αποτελεσματικότητας από τα ζητήματα δικαιοσύνης – η κοινωνία μπορεί να αποφασίσει τη δίκαιη κατανομή που επιθυμεί και η ανταγωνιστική ισορροπία θα διασφαλίσει στη συνέχεια τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα. Πώς φτάνουμε όμως στη δικαιότερη κατανομή; Επιβάλλοντας κατ’ αποκοπή φόρους, δηλαδή εφάπαξ φόρους που δεν στρεβλώνουν τις αποφάσεις των παραγωγών και των καταναλωτών. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι άλλοι φόροι αντιμετωπίζονται ως στρεβλώσεις λέει πολλά για τον τρόπο που τα ορθόδοξα οικονομικά αντιλαμβάνονται τα εργαλεία αναδιανομής.
Επιπλέον, υπάρχει έντονη αμφιβολία για το αν οι εφάπαξ φόροι υπάρχουν στην πράξη ή τουλάχιστον αν υπάρχουν σε επαρκή βαθμό. Και αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές παραδοχές που τα δύο θεωρήματα χρειάζονται προκειμένου να ισχύουν. Θεωρητικοί όπως ο Kenneth Arrow και ο Gerard Debreu, οι οποίοι επεξεργάστηκαν τα μαθηματικά πίσω από τα δύο θεωρήματα, είχαν πλήρη επίγνωση ότι οι υποθέσεις τους ήταν σε μεγάλο βαθμό μη ρεαλιστικές στην πραγματική ζωή – απουσία μονοπωλίων ή εξωτερικοτήτων, τέλεια πληροφόρηση και ούτω καθεξής. Αλλά πίστευαν ότι η θεωρία θα μπορούσε να αποσαφηνίσει το πότε και το πώς οι αγορές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποδοτικά αποτελέσματα και να χρησιμοποιηθεί από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής για να παρέμβουν στις αγορές ώστε να τις καταστήσουν πιο αποτελεσματικές και πιο δίκαιες. Ωστόσο, το καθεστώς της θεωρίας παραμένει ασαφές. Οι φοιτητές οικονομικών διδάσκονται τη διάκριση μεταξύ των θετικών οικονομικών (τα οποία είναι επιστημονικά και στα οποία οι αξίες δεν έχουν θέση) και των κανονιστικών οικονομικών (όπου οι αξίες, στην προκειμένη περίπτωση το επιθυμητό επίπεδο αναδιανομής, έχουν θέση). Φαίνεται όμως ότι το πρώτο θεώρημα – σχετικά με την αποτελεσματικότητα των αγορών – έχει μια σαφή δεοντολογική χροιά. Γιατί θα έπρεπε μια τέλεια ανταγωνιστική αγορά να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ή ως στόχος, εάν δεν θεωρείται επιθυμητή;
Το επιχείρημα που θέλω να προβάλω εδώ δεν βασίζεται στον ρεαλισμό των υποθέσεων των δύο θεωρημάτων. Ας υποθέσουμε είτε ότι οι υποθέσεις είναι έγκυρες, είτε ότι, όταν δεν είναι, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μπορούν να ανταποκριθούν με τα κατάλληλα μέσα πολιτικής. Το σημαντικό ζήτημα είναι να αναρωτηθούμε αν οι άνθρωποι που ζουν σε μια ανταγωνιστική οικονομία (η λέξη «κοινωνία» δεν υπάρχει στο λεξικό των περισσότερων οικονομολόγων) θα υποστήριζαν πιο δίκαια αποτελέσματα; Αυτοί οι άνθρωποι υποτίθεται ότι ενεργούν με γνώμονα το ατομικό συμφέρον και οι μόνοι δεσμοί τους είναι μέσω της αγοράς. Ο homo economicus, όπως έχουν υποστηρίξει φεμινίστριες κριτικοί των ορθόδοξων οικονομικών, εμφανίζεται πλήρως διαμορφωμένος σαν μανιτάρι, χωρίς δεσμούς εξάρτησης από την οικογένεια και την κοινότητα, χωρίς καν η γλώσσα της κοινότητας να επηρεάζει το πώς ενεργεί το άτομο, πώς σκέφτεται τις προτιμήσεις του. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια μακρά σειρά στοχαστών, από τον Χομπς και τον Μακιαβέλι μέχρι τους ορθόδοξους οικονομολόγους, που θεωρούν ότι οι άνθρωποι είναι πάντα οι ίδιοι, ανεξάρτητα από την κοινωνία στην οποία ζουν. Πάντα, δηλαδή, καθοδηγούμενοι από το ατομικό συμφέρον.
Αυτή η υπόθεση είναι στις μέρες μας κυρίαρχη και στην πολιτική θεωρία. Σκεφτείτε για μια στιγμή την «αρχή της διαφοράς» του Ρωλς (Rawls), η οποία προτείνει ότι πρέπει να επιδιώκουμε όλο και μεγαλύτερη αναδιανομή μέχρι του σημείου που η συνέχιση μιας τέτοιας πορείας θα έβλαπτε πραγματικά τα συμφέροντα των λιγότερο ευνοημένων. Ο Ρωλς ζητά να εξετάσουμε μια συνάντηση ανθρώπων πίσω από ένα «πέπλο άγνοιας», δηλαδή κάθε άτομο να μη γνωρίζει το ρόλο του στη ζωή, για παράδειγμα αν θα είναι ένας φτωχός αγρότης στην υποσαχάρια Αφρική ή ένας πλούσιος χρηματιστής στη Νέα Υόρκη. Τέτοιοι άνθρωποι, υποστηρίζει ο Ρωλς, ακριβώς επειδή δεν θα γνώριζαν τη θέση τους στην κοινωνία, θα υποστήριζαν μια αρκετά μεγάλη αναδιανομή. Αλλά μπορεί οι άνθρωποι που συνάπτουν το συμβόλαιο μεταξύ τους να μη γνωρίζουν την κοινωνική τους θέση, ωστόσο υποτίθεται ότι είναι ο τύπος των ανθρώπων που γνωρίζουμε στον προηγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Κυρίως ότι λειτουργούν ακολουθώντας τα κίνητρα που προβλέπει η οικονομική θεωρία, συμπεριλαμβανομένου αυτού του ατομικού συμφέροντος.
Υπό αυτό το πρίσμα θα υποστήριζα ότι τόσο οι άνθρωποι πίσω από το πέπλο άγνοιας του Ρωλς[1], όσο και εκείνοι σε μια ανταγωνιστική ισορροπία των ορθόδοξων οικονομολόγων, είναι απίθανο να παρακινούνται από σκέψεις ή συναισθήματα, για μια δίκαιη κοινωνία. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ο ρεαλισμός ή μη των υποθέσεων όσο το σημείο αναφοράς – τι είδους κοινωνία θα υποστήριζαν οι άνθρωποι σε κάθε πλαίσιο. Υπάρχουν μάλιστα πειραματικά δεδομένα που υποδηλώνουν ότι η μελέτη των οικονομικών στην πραγματικότητα ενισχύει τη συμπεριφορά που βασίζεται στο ατομικό συμφέρον, ενώ η μελέτη της κοινωνιολογίας ή της ανθρωπολογίας όχι (οι φοιτητές πολιτικών επιστημών βρίσκονται κάπου ενδιάμεσα). Φυσικά, τόσο η πολιτική όσο και η οικονομία έχουν λεπτές τροποποιήσεις στην προσέγγισή τους, και συχνά το έργο των οικονομολόγων και των θεωρητικών της πολιτικής επιστήμης χρησιμοποιείται προς υποστήριξη δικαιότερων πολιτικών ή θεσμών που υποστηρίζουν αποτελέσματα με χαμηλές ανισότητες. Φαίνεται όμως ότι η ίδια η θεωρία, ειδικά των ορθόδοξων οικονομολόγων, λειτουργεί ενάντια στο πνεύμα των πιο συλλογικών και δίκαιων λύσεων.
Μέχρι την οικονομική κρίση του 2009, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές για δεκαετίες υποκινούνταν από την επιθυμία οι οικονομίες να λειτουργούν όσο το δυνατόν περισσότερο σαν τις ανταγωνιστικές αγορές που διδάσκονται στους φοιτητές. Τουλάχιστον σε επίπεδο ιδεολογίας, διότι όπου χρειαζόταν, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ήταν απολύτως συμβατές με την ύπαρξη μονοπωλίων, την κρατική παρέμβαση, τη διάσωση τραπεζών κ.λπ. Αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι πολιτικές της απορρύθμισης, των ιδιωτικοποιήσεων και των «ευέλικτων» αγορών εργασίας καθοδηγούνταν όλες από τα οικονομικά της αγοράς. Οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι πρέπει να απολογηθούν σε μεγάλο βαθμό για τις ανισότητες που προέκυψαν.
Είναι απίθανο τα ορθόδοξα οικονομικά να έχουν πολλά να προσφέρουν σε οποιαδήποτε στρατηγική για μια προοδευτική έξοδο από τις πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζουμε. Κι όμως, μια πιο ισότιμη κοινωνία είναι προαπαιτούμενη για την αντιμετώπιση της υπαρξιακής απειλής που αντιμετωπίζουμε από την κλιματική αλλαγή. Χρειαζόμαστε μια οικονομική επιστήμη που, όπως υποστήριξε ο Πολάνυι (Polanyi), δεν βλέπει την εργασία, το περιβάλλον και τα χρηματοοικονομικά ως ένα ακόμη εμπόρευμα της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια οικονομική επιστήμη που να είναι ανοιχτή στις διορατικές ματιές των κοινωνιολόγων, των ανθρωπολόγων, ακόμη και των θεωρητικών της γλώσσας. Το πιο σημαντικό από όλα, χρειαζόμαστε τα οικονομικά του κολεκτιβισμού, του πώς οι άνθρωποι μπορούν να διαβουλεύονται, να σχεδιάζουν και να εφαρμόζουν πολιτικές σε σχέση με εκείνες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής που αποτελούν κοινό μας μέλημα.
[1] Είναι αλήθεια ότι ο Ρωλς συνήθως χαρακτηρίζεται ως κεντρώος ή σοσιαλδημοκράτης, αλλά αφού κρατάει την υπόθεση του homo economicus ένας νεοφιλελεύθερος μπορεί να ισχυρίζεται ότι μόνο μια πολύ μικρή αναδιανομή χρειάζεται γιατί μια μεγαλύτερη θα οδηγούσε σε αναποτελεσματικότητα των αγορών που θα έθιγε τους πιο φτωχούς. Στην ουσία αυτό ανέδειξε η θεωρία των trickle-down economics. Άρα σε όποια θεωρία βασίζεται στο homo economicus, η διεκδίκηση της ισότητας είναι σαν να κολυμπάς ενάντια στο ρεύμα.