Ο τρόπος που γίνεται η δημόσια συζήτηση για την οικονομική πολιτική διαπερνάται από βαθύτατα ιδεολογικά στοιχεία και το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια η Αριστερά και η κεντροαριστερά έχουν δείξει μια δυστοκία να αντιπαρατεθούν σε αυτή την ιδεολογική μάχη. Ο ένας πόλος – οι δυνάμεις της Δεξιάς που υποστηρίζουν το αφήγημα του νεοφιλελευθερισμού- έχει καταφέρει να επιβάλει το δικό του λεξιλόγιο ως κοινή λογική. Όπως στο σύμπαν της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», η γλώσσα γίνεται το απόλυτο εργαλείο επιβολής όπου όποιος ορίζει τις λέξεις, ορίζει και την πραγματικότητα.
Αυτή η ιδεολογική μάχη εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα, όπου η διάκριση ανάμεσα σε φόρους και δαπάνες παύει να είναι τεχνική και γίνεται βαθιά πολιτική λειτουργώντας υπέρ των πλουσίων και των ελίτ.
Το πρώτο επίπεδο έχει να κάνει με τη διαστρέβλωση της έννοιας του δημοσιονομικού κόστους. Όταν μιλάμε για μείωση φόρων τότε αυτό παρουσιάζεται σαν ελάφρυνση (και άρα κάτι θετικό) ενώ όταν μιλάμε για αύξηση δαπανών τότε αυτό περιγράφεται ως κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό (και άρα κάτι αρνητικό) – εκτός βέβαια και αν πρόκειται για δαπάνες για την άμυνα και την αστυνόμευση που είναι καλές. Έτσι για παράδειγμα οι λέξεις που συνοδεύουν τα 100 εκ. φοροαπαλλαγής (ή μείωση φόρου) για κάποια πλούσια ομάδα είναι συνήθως η «μείωση των βαρών» ή ότι είναι «θετικό μέτρο» και «απαραίτητη ελάφρυνση», ενώ κανένας δεν μιλάει για τη δαπάνη που προκαλείται στον κρατικό προϋπολογισμό. Αντίθετα αν τα ίδια 100 εκ. κατευθύνονται στην αύξηση δαπανών για το κοινωνικό κράτος, ή σε κοινωνικές παροχές, ή στη δημιουργία νέων δημόσιων δομών τότε όλοι μιλούν για «επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού». Λες και η (οποιαδήποτε) φοροαπαλλαγή δεν επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά και το χρέος με τον ίδιο τρόπο με μία αύξηση των δαπανών.
Από τη σκοπιά των δημόσιων οικονομικών, και συγκεκριμένα στο ισοζύγιο πρωτογενούς ελλείματος/πλεονάσματος και στην πορεία του χρέους πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι όπως και να ξοδέψεις τα χρήματα το ίδιο αποτέλεσμα έχουν. Κλασσικό παράδειγμα είναι ο Τραμπ ο οποίος λέει ότι δεν κάνει δαπάνες και ταυτόχρονα δίνει φοροαπαλλαγές στους πλούσιους – κάτι που τηρουμένων των αναλογιών κάνει και ο κ. Μητσοτάκης. Προφανώς εδώ μιλάμε για το κομμάτι της επίδρασης στα δημόσια οικονομικά, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τα δευτερογενή αποτελέσματα που έχει η επιλογή οικονομικών πολιτικών μέσω των πολλαπλασιαστών. Όμως η ιδεολογική μάχη που δίνουν οι νεοφιλελεύθεροι δεν βασίζεται στους πολλαπλασιαστές.
Και εδώ έρχεται το δεύτερο επίπεδο της ιδεολογικής μάχης όπου έχουμε δύο κατηγορίες επιχειρημάτων.
Από τη μια είναι σύνηθες το επιχείρημα ότι οι φοροαπαλλαγές στους πλούσιους έχουν αναπτυξιακή δυναμική ενώ οι κοινωνικές παροχές αποτελούν δημοσιονομικό κόστος και κατά βάση είναι απλώς βοήθεια για αυτούς που μένουν πίσω (τους ηττημένους της αγοράς) και άρα δεν έχουν οφέλη για την παραγωγή. Με άλλα λόγια όταν δίνεις κάτι στους πλούσιους θα κερδίσουν οι φτωχοί. Όταν δίνεις στους φτωχούς, αυτό δεν θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα για την κοινωνία. Είναι λες και οι μειώσεις φόρων να είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος (positive sum game), όπου όλοι βγαίνουν κερδισμένοι περισσότερο από το κόστος της εκάστοτε πολιτικής, ενώ οι δαπάνες είναι σαν να πετάς τα χρήματα σε ένα βαρέλι – αναγκαίο για την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής αλλά χωρίς ευρύτερα οφέλη.
Από την άλλη έχουμε το επιχείρημα ότι ο ιδιωτικός τομέας είναι αυτός που παράγει αξία, ενώ το κράτος όχι. Αυτό είναι κάτι που απλά δεν ισχύει. Όταν ένα ζευγάρι δανείζεται ή χρησιμοποιεί τις αποταμιεύσεις του, για να επενδύσει στο σπίτι του κάνοντας μια ανακαίνιση, τότε η αξία του σπιτιού αυξάνεται, με καλές επιλογές ίσως και παραπάνω από την αρχική επένδυση. Το ίδιο ισχύει και για το κράτος. Όταν γίνονται επενδύσεις στην υγεία, στην παιδεία, στις κοινωνικές δομές, στο ανθρώπινο δυναμικό η οικονομία και η κοινωνία στο σύνολο γίνονται πλουσιότερες, ενισχύεται η ανθεκτικότητα και η κοινωνική συνοχή και αυξάνονται οι παραγωγικές δυνατότητες.
Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι είναι απαραίτητο η Αριστερά να εμπλακεί ενεργά στο δημόσιο διάλογο με στόχο να αμφισβητηθούν επιχειρήματα που θεωρούνται αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Είναι μια ιδεολογική μάχη που πρέπει να δίνεται συνεχώς αν θέλουμε να αλλάξει η ιδεολογική ισορροπία ώστε να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο και να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προβλήματα της εποχής όπως οι ανισότητες και η κλιματική αλλαγή. Χωρίς αυτό η Αριστερά και ο προοδευτικός χώρος θα είναι πάντα σε θέση άμυνας, παλεύοντας στο ιδεολογικό πεδίο των αντιπάλων τους.