Macro

Κώστας Καλλωνιάτης: Οι 5 θέσεις της Αχτσιόγλου…ανεστραμμένες

Γενική αποτίμηση

Το άρθρο της Έφης Αχτσιόγλου επιχειρεί να δώσει ένα πλαίσιο “υπεύθυνης” ανασυγκρότησης της Αριστεράς, με έμφαση στη γεωπολιτική αστάθεια, στη θεσμική νομιμότητα (διεθνές δίκαιο, ΟΗΕ), στην ανάγκη πολιτικών συμπλεύσεων, και στην αποφυγή «ριζοσπαστικών πειραματισμών».

Από μαρξιστική σκοπιά, το βασικό πρόβλημα είναι ότι το άρθρο αντικαθιστά την ταξική ανάλυση με (α) θεσμική ηθικολογία και πολιτικό πραγματισμό, και (β) την ανασυγκρότηση της Αριστεράς με ανασύνθεση κορυφών χωρίς κοινωνικό υποκείμενο. Η εργατική τάξη, οι σχέσεις παραγωγής, το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, και το ζήτημα της εξουσίας απουσιάζουν σχεδόν πλήρως. Ακολουθεί μία κριτική ανά Θέση.

Θέση 1η: Γεωπολιτικός «παραλογισμός» και διεθνές δίκαιο

Η ανάλυση ξεκινά από τον Τραμπ και την κατάρρευση του διεθνούς δικαίου. Όμως, αντίθετα με όσα λέει η Αχτσιόγλου ο ιμπεριαλισμός δεν είναι παρέκκλιση ή “παραλογισμός”, αλλά κανονικότητα του καπιταλισμού στο ανώτατο στάδιό του (Λένιν). Επίσης, το διεθνές δίκαιο ποτέ δεν ήταν ουδέτερο, ήταν πάντα η νομική μορφή της ισχύος των νικητών (Βερσαλλίες, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ). Ακόμη, οι επεμβάσεις στη Χιλή, το Ιράκ, τη Νικαράγουα κ.λπ. είχαν πάντα παράνομο χαρακτήρα· απλώς υπήρχε καλύτερο ιδεολογικό περιτύλιγμα.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι “καταρρέει” το διεθνές δίκαιο, αλλά ότι η κρίση του καπιταλισμού οξύνει τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και κάνει περιττά τα προσχήματα.

Η Αριστερά εδώ παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας μιας διεθνούς νομιμότητας που ιστορικά υπηρέτησε τον ιμπεριαλισμό, όχι ως δύναμη ρήξης με αυτόν. Όμως, η Αριστερά δεν μπορεί να υπερασπίζεται απλώς τη «νομική δεσμευτικότητα» του ΟΗΕ, αλλά οφείλει να αμφισβητεί τον ιμπεριαλισμό ως σύστημα, συνδέει τον πόλεμο με το κεφάλαιο, την ενέργεια, τα όπλα, τις αγορές, υπερασπίζεται την ειρήνη από αντικαπιταλιστική σκοπιά, όχι θεσμική.

Θέση 2η: Ευρώπη, Ελλάδα και “επικίνδυνη στροφή”

Η κριτική στην ΕΕ και την κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται στο επίπεδο της απώλειας στρατηγικού δόγματος. Όμως, η ΕΕ δεν είναι ειρηνιστικό πρότζεκτ, αλλά ιμπεριαλιστικός πόλος με οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα. Η ελληνική αστική τάξη δεν εγκαταλείπει το διεθνές δίκαιο από ιδεολογική μεταστροφή, αλλά γιατί στοιχίζεται πιο βαθιά με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και επιδιώκει αναβάθμιση ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το άρθρο καταγγέλλει τη “στροφή”, αλλά δεν αμφισβητεί το ταξικό υπόβαθρο της εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον απουσιάζει κάθε αναφορά στην πολεμική οικονομία, στη σύνδεση εξοπλισμών-κεφαλαίου, και στη θέση της Ελλάδας ως κρίκου του ΝΑΤΟ.

Η στάση της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι αμηχανία αλλά συνειδητή επιλογή:
στοίχιση στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και αναβάθμιση του ρόλου του ελληνικού κεφαλαίου. Χωρίς ρήξη με το ΝΑΤΟ, την πολεμική οικονομία, και τη λογική των εξοπλισμών, η όποια «εθνική στρατηγική» παραμένει αστική στρατηγική.

Θέση 3η: Πολιτική ρευστότητα και “κόμμα Καρυστιανού”

Εδώ εμφανίζεται μια σαφής αμυντική στάση απέναντι στον κοινωνικό θυμό. Παραβλέπεται έτσι το γεγονός ότι ο θυμός των μαζών δεν είναι πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά υλικό της πολιτικής σύγκρουσης.

Αντί να τεθεί το ερώτημα πώς ο κοινωνικός θυμός μετατρέπεται σε ταξική συνείδηση, τίθεται το ερώτημα πώς περιορίζεται ώστε να μην απειλήσει το υπάρχον πολιτικό πλαίσιο. Ο διάχυτος θυμός για τη δικαιοσύνη, τη φτώχεια, την ατιμωρησία δεν είναι πρόβλημα πολιτικής σταθερότητας, αλλά αποτέλεσμα ταξικής βίας, διάλυσης δικαιωμάτων, ήττας του εργατικού κινήματος.

Η μαρξιστική Αριστερά δεν φοβάται τον θυμό, τον πολιτικοποιεί ταξικά και τον μετατρέπει σε συλλογική δράση και πρόγραμμα ρήξης. Ο κίνδυνος δεν είναι οι «ανώριμες πολιτικές εκφράσεις», αλλά η απουσία μιας μαχητικής Αριστεράς που να τις υπερβαίνει από τα αριστερά.

Τέλος, η κριτική στην Καρυστιανού είναι ορθή στο ζήτημα των δικαιωμάτων, αλλά χρησιμοποιείται για να υπονομευτεί συνολικά κάθε εξωθεσμική ή μη ελεγχόμενη πολιτική έκφραση. Υπάρχει φόβος για πολιτικοποίηση “απ’ τα κάτω” χωρίς κομματικό έλεγχο.

Θέση 4η: «Κανείς μόνος του δεν μπορεί»

Εδώ συνοψίζεται η στρατηγική του άρθρου. Συγκεκριμένα, η ήττα της Δεξιάς παρουσιάζεται ως εκλογικό πρόβλημα συσχετισμών, όχι ως αποτέλεσμα ταξικής κυριαρχίας. Η δε φτώχεια, η ακρίβεια, και η διάλυση του κοινωνικού κράτους καταγράφονται χωρίς σύνδεση με το κεφάλαιο.

Το βασικό κενό που υπάρχει, είναι ότι δεν εξηγείται γιατί, παρά την κοινωνική καταστροφή, η Δεξιά κυριαρχεί. Η μαρξιστική απάντηση θα ήταν η αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης, η ήττα του κινήματος, και η ενσωμάτωση της Αριστεράς στο κράτος (εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ). Αυτά όμως δεν αγγίζονται. Χωρίς μαζική κοινωνική παρέμβαση, ρήξη με την πολιτική της λιτότητας, σύγκρουση με το κεφάλαιο, καμία «δημοκρατική πανστρατιά» δεν συγκροτείται ουσιαστικά.

Θέση 5η: «Όχι όλα ή τίποτα»

Αυτή είναι η πιο αποκαλυπτική θέση γιατί το δίλημμα “όλα ή τίποτα” είναι καρικατούρα της ριζοσπαστικής κι ανατρεπτικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα, η πρόταση είναι “όχι ρήξεις, όχι πειραματισμοί, όχι ριζοσπαστισμός”. Η επίκληση της «παγκόσμιας αβεβαιότητας» λειτουργεί ως επιχείρημα αναβολής της σύγκρουσης, κι ως επιχείρημα πειθάρχησης της Αριστεράς. Πρόκειται για λογική διαχείρισης της κρίσης, όχι ανατροπής της.

Η ιστορία της Αριστεράς δείχνει ότι κάθε κατάκτηση προέκυψε μέσα σε αβεβαιότητα, κάθε ρήξη φαινόταν «ανεύθυνη» εκ των προτέρων. Η πραγματική ανευθυνότητα είναι η αναπαραγωγή της ήττας.

Συνοψίζοντας, το άρθρο κινείται εντός ορίων φιλελεύθερης–κεντροαριστερής λογικής, αντικαθιστά την ταξική πολιτική με θεσμικό ρεαλισμό, και βλέπει την ανασυγκρότηση της Αριστεράς ως συνεννόηση κομματικών υποκειμένων, όχι ως ανασύνταξη της εργατικής τάξης.
Από μαρξιστική σκοπιά, η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρήξη με το κράτος, χωρίς σύγκρουση με το κεφάλαιο, και χωρίς κοινωνικά κινήματα που προηγούνται των εκλογικών μετώπων.

RED LINES