Macro

Κώστας Καλλωνιάτης: Διέξοδος ή εκτόνωση της λαϊκής οργής;

Μία ιστορικά ξεπερασμένη στρατηγική

Σε συνέντευξη του στην εφημερίδα η ΕΠΟΧΗ, στις 11/1/25, ο Αλέξης Χαρίτσης δικαιολόγησε την πρόταση του για σχηματισμό ενός Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) λέγοντας «έχουμε ευθύνη να δώσουμε πολιτική διέξοδο στην κοινωνική οργή» και παραπέμποντας σε μία “αδιευκρίνιστης” προέλευσης δήλωση του Άγγελου Ελεφάντη σχετικά με το ότι “το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο και το μέτωπο το κόμμα”.

Να θυμίσουμε ότι η Νέα Αριστερά (ΝΑ) γεννήθηκε από την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος ρήξης σε όλη την προηγούμενη δεκαετία και από την συνειδητοποίηση ότι το «πρώτα ενότητα – μετά πολιτική» οδηγεί σε ήττα. Αυτή ήταν η περίπτωση το 2015 της κυβερνητικής ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών σε συμμαχία με τους ΑΝΕΛ χωρίς σχέδιο για την εξουσία.
Αντίστοιχη ήταν μετά το 2019 η περίπτωση του ανοίγματος του ΣΥΡΙΖΑ στην “Προοδευτική Παράταξη” και της ενσωμάτωσης πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ στα ηγετικά όργανα, χάριν της ενότητας, με συνέπεια την παράλυση της συλλογικής λειτουργίας των οργάνων.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι τώρα ο Αλέξης Χαρίτσης προτείνει πάλι ενότητα (Λαϊκό Μέτωπο) χωρίς σχέδιο, ταξική βάση και με αποκλειστικό στόχο να δοθεί διέξοδος στην κοινωνική οργή, οδηγεί σε μια στρατηγική ήδη ιστορικά χρεοκοπημένη. Η στρατηγική αυτή αναπαράγει ακριβώς το πρόβλημα που γέννησε τη Νέα Αριστερά. Η επιστροφή σε μέτωπο κορυφής αυτοαναιρεί τον λόγο ύπαρξής της ΝΑ.

Το δομικό λάθος της “γραμμής Χαρίτση” είναι ότι το πολιτικό μέτωπο δεν «εκφράζει» κοινωνική δυναμική, αντίθετα προσπαθεί να την υποκαταστήσει. Διότι, σήμερα, δεν υπάρχει οργανωμένη κοινωνική δύναμη που να πιέζει από τα κάτω, τα συνδικάτα είναι αδύναμα, η νεολαία αποσυνδεδεμένη και η Αριστερά κοινωνικά απονομιμοποιημένη.

Η επίκληση της φράσης «το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο και το μέτωπο φτιάχνει το κόμμα»

λειτουργεί εδώ ως θεωρητικό άλλοθι για μια προειλημμένη πολιτική επιλογή, όχι ως πραγματική στρατηγική σκέψη.
Ο Γκράμσι μιλούσε για διαλεκτική κόμματος-κοινωνίας κι έθετε ως προαπαιτούμενο του σχηματισμού ενός ιστορικού μπλοκ την κατάκτηση της ιδεολογικής ηγεμονίας εκ μέρους της Αριστεράς. Ο Χαρίτσης μιλά ουσιαστικά για συγκόλληση πολιτικών σχημάτων σε κοινή εκλογική λίστα βάσει ενός ελάχιστου προγράμματος 7 προτάσεων. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.

Η επίκληση της “διεξόδου στην κοινωνική οργή” δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη συγκρότηση πολιτικών μετώπων κορυφής. Η κοινωνική οργή δεν βρίσκει διέξοδο μέσα από πολιτικά μέτωπα κορυφής, αλλά μέσα από κοινωνική οργάνωση και ταξική αυτοτέλεια. Η εμπειρία δείχνει ότι όταν το πολιτικό προηγείται του κοινωνικού, η Αριστερά μετατρέπεται σε διαχειριστή δυσαρέσκειας αντί σε οργανωτή κοινωνικής δύναμης. Γιατί τότε δεν εκφράζει τη δυσαρέσκεια, αλλά τη διαχειρίζεται και τελικά την αφοπλίζει.

Το κρίσιμο δεν είναι απλώς η εκλογική ή κοινοβουλευτική ενοποίηση απέναντι στη Δεξιά, αλλά η συγκρότηση κοινωνικών και ταξικών μετώπων που να παράγουν πραγματικό συσχετισμό δύναμης.
Το ζητούμενο δεν είναι μια εκλογική συγκόλληση για να “φύγει ο Μητσοτάκης”, αλλά η οικοδόμηση κοινωνικής δύναμης που να μπορεί να συγκρουστεί με το σύστημα που τον παράγει. Χωρίς αυτό το υπόστρωμα, τα πολιτικά μέτωπα παραμένουν εύθραυστα, προγραμματικά ασταθή και τελικά ευάλωτα σε λογικές ενσωμάτωσης. Η ανάκτηση αξιοπιστίας της Αριστεράς περνά πρώτα από την κοινωνία και μετά από τις πολιτικές μορφές έκφρασής της.

Επιπλέον, η διατύπωση “έχουμε ευθύνη να δώσουμε διέξοδο” είναι βαθιά προβληματική και πατερναλιστική από μαρξιστική σκοπιά. Γιατί υπονοεί ένα πολιτικό υποκείμενο “από πάνω” που διαχειρίζεται την λαϊκή οργή, αντί να την οργανώνει από τα κάτω. Για τον μαρξισμό δεν είμαστε εμείς που “δίνουμε” τη διέξοδο, είναι η τάξη που απελευθερώνει τον εαυτό της, ενώ το κόμμα δεν εκτονώνει την λαϊκή οργή αλλά την μετατρέπει σε συνειδητή δύναμη ανατροπής. Στόχος δεν είναι να “ηρεμήσει” η κοινωνική οργή, αλλά να αποκτήσει στόχο, κατεύθυνση και μορφή, να περάσει από το “φταίνε όλοι” στο “φταίει το κεφάλαιο”, από το αυθόρμητο στο οργανωμένο. Η οργή που απλώς “βρίσκει διέξοδο” γίνεται εύκολα εθνικιστική, ακροδεξιά, ή συστημική.
Μία σωστή διατύπωση της φράσης Χαρίτση θα ήταν: “έχουμε ευθύνη να συμβάλλουμε ώστε η κοινωνική οργή να μετατραπεί σε οργανωμένη ταξική συνείδηση και δύναμη ανατροπής”.

Ο πραγματικός κίνδυνος για τη Νέα Αριστερά, τελικά, αν επιμείνει σε αυτή τη γραμμή της λαϊκομετωπικής διεξόδου της κοινωνικής οργής, είναι να γίνει δορυφόρος ενός ευρύτερου κεντροαριστερού μετώπου, χωρίς κοινωνική γείωση, χωρίς στρατηγική αυτονομία, και χωρίς λόγο ύπαρξης πέρα από «να φύγει ο Μητσοτάκης». Αυτό δεν χτίζει κόμμα. Χτίζει αναλώσιμο πολιτικό προσωπικό. Αν το μέτωπο είναι εξαρχής πολιτικό και εκλογικό, τότε αντί να «φτιάχνει κόμμα», το διαλύει ή το αφομοιώνει. Αν υπάρχει διέξοδος για τη Νέα Αριστερά, αυτή είναι το κοινωνικό ρίζωμα, ένα σαφές πρόγραμμα ρήξης, η πολιτική αυτονομία, και μετά οι όποιες συμμαχίες.

ΚΑΜΙΝΙ