Macro

Αννέτα Καββαδία: Φοβισμένοι πολίτες, πειθαρχημένοι ( ; ) ψηφοφόροι

Το παράπονο του 85χρονου –έντονα πολιτικοποιημένου και φανατικού «καταναλωτή» ειδήσεων, ήδη από τα νιάτα του– πατέρα μου ότι δεν μπορεί να παρακολουθεί πια τηλεόραση αφού στα δελτία ειδήσεων κυριαρχούν οι ειδήσεις αστυνομικού περιεχομένου, ήταν η αφορμή για τις παρακάτω σκέψεις.

Κι αυτό, γιατί η απλή αλήθεια ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, φέρνει στην επιφάνεια κάτι πολύ βαθύτερο: πως η επένδυση στον φόβο δεν αποτελεί παρεκτροπή της σύγχρονης πολιτικής εξουσίας αλλά συνειδητή, δομική της επιλογή. Αποδεικνύοντας, για μια φορά ακόμη, πως όταν οι δεξιές κυβερνήσεις βρίσκονται πολιτικά στριμωγμένες, κοινωνικά απονομιμοποιημένες και ανίκανες να παραγάγουν συναίνεση, ο φόβος αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο διακυβέρνησης. Όχι ως παρενέργεια, αλλά ως κεντρική στρατηγική καταστολής των διεκδικήσεων και αναδιαμόρφωσης του πολιτικού πεδίου.

Πιστεύει στ΄αλήθεια κανείς πως η υπερπροβολή αστυνομικών ειδήσεων –ληστείες, «εγκληματικότητα», εικόνες καταστολής σε επανάληψη– είναι απλή επιλογή θεματολογίας και όχι συνειδητή καλλιέργεια μιας αίσθησης διαρκούς απειλής; Η κοινωνία καλείται να ζήσει σε ένα σκηνικό «έκτακτης ανάγκης» όπου η ανασφάλεια παρουσιάζεται ως φυσική κατάσταση και η κρατική βία ως αναγκαία απάντηση. Ο φόβος, δηλαδή, γίνεται το φίλτρο μέσα από το οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η αναίτια και υπερβολική –για παράδειγμα– χρήση αστυνομικής βίας στις διαδηλώσεις δεν εμφανίζεται ως αυθαιρεσία αλλά ως «κανονικότητα». Κι έτσι, η μετάβαση από τη «νομιμοποίηση» έκνομων ή οριακά νόμιμων πρακτικών, στην πλήρη «κανονικοποίησή» τους, καθίσταται κρίσιμη. Στην αρχή, η βία δικαιολογείται: «υπήρξε πρόκληση», «ήταν μεμονωμένο περιστατικό», «έτσι επιβάλλεται η τάξη». Στη συνέχεια, παύει να χρειάζεται δικαιολόγηση. Ενσωματώνεται στο συλλογικό φαντασιακό ως αναπόφευκτη και δεδομένη. Κι αυτό, είναι το επικίνδυνο σημείο όπου η εξαίρεση γίνεται κανόνας.

Μετά λόγου γνώσεως

Φυσικά, τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο ή προϊόν αυτοσχεδιασμού. Η συστηματική αναβάθμιση του κατασταλτικού μηχανισμού, η πολιτική κάλυψη της αστυνομικής αυθαιρεσίας, η ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας και η ταύτισή της με την «ανομία», συνθέτουν μια συνεκτική στρατηγική. Πρόκειται για την πολιτική επιλογή της αποτροπής: όχι μόνο της πράξης της διεκδίκησης, αλλά και της ίδιας της σκέψης της.

Εδώ, εισέρχεται η διάσταση της νευροπολιτικής. Ο στόχος δεν είναι απλώς να κατασταλεί ένα σώμα στον δρόμο, αλλά να διαμορφωθεί ένα υποκείμενο που αυτολογοκρίνεται, που φοβάται, που εσωτερικεύει τα όρια πριν καν τα συναντήσει. Ο φόβος λειτουργεί ως υποδοχέας: εγκαθίσταται στο νευρικό σύστημα της κοινωνίας και μετατρέπεται σε προϋπόθεση αποδοχής πολιτικών επιλογών που, υπό άλλες συνθήκες, θα συναντούσαν μαζική αντίσταση.

Έτσι, επιχειρείται κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο: η αλλαγή της πραγματικότητας χωρίς αυτή να έχει αλλάξει. Οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν, οι εργασιακές συνθήκες επιδεινώνονται, οι δημόσιες δομές αποδιαρθρώνονται, όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται αντιληπτά όλα αυτά, μετατοπίζεται. Η συζήτηση –με την…πολύτιμη συμβολή πολλών ΜΜΕ– δεν αφορά πλέον τα δικαιώματα αλλά την «ασφάλεια», όχι την κοινωνική δικαιοσύνη αλλά την «τάξη». Η πολιτική απογυμνώνεται από το περιεχόμενό της και αντικαθίσταται από διαχείριση φόβου.

Γιατί όταν η εξουσία δεν μπορεί να πείσει, τρομοκρατεί. Όταν δεν μπορεί να ενσωματώσει αιτήματα, τα ποινικοποιεί. Και όταν δεν μπορεί να αλλάξει την κοινωνική πραγματικότητα προς όφελός της, επιχειρεί να αλλάξει την αντίληψη γι’ αυτήν.

Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα

Η απροκάλυπτη επένδυση της Δεξιάς στον φόβο δεν είναι συγκυριακή ούτε εργαλειακή, με τη στενή έννοια. Συμβαδίζει απολύτως με την ιστορική και ιδεολογική της ταυτότητα αφού ως πολιτική παράδοση δεν θεμελιώνεται στη διεύρυνση της δημοκρατίας αλλά στη διατήρηση της ιεραρχίας, όχι στην κοινωνική χειραφέτηση αλλά στον έλεγχο, όχι στη ρήξη με τις ανισότητες αλλά στη φυσικοποίησή τους. Ο φόβος, λοιπόν, δεν είναι απλώς μέσο διακυβέρνησης, είναι ο όρος ύπαρξής της.

Και κάθε φορά που οι κοινωνικοί συσχετισμοί μετακινούνται, που οι ανισότητες γίνονται ορατές και τα αιτήματα αποκτούν μαζικό χαρακτήρα, ενεργοποιεί το πιο σταθερό της αντανακλαστικό: την κατασκευή εσωτερικών εχθρών. Ο διαδηλωτής, η νέα, ο πρόσφυγας, η «απείθαρχη» εργαζόμενη, μετατρέπονται σε απειλή για την κοινωνική «ομαλότητα». Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική σύγκρουση αποπολιτικοποιείται και μεταφράζεται σε ζήτημα τάξης και ασφάλειας ενώ ο ταξικός ανταγωνισμός δοκιμάζεται πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ.

Ο απώτερος στόχος είναι σαφής: η απονεύρωση της συλλογικής δράσης και η εμπέδωση της αίσθησης ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική», αφού ο φόβος δεν επιδιώκει απλώς τη σιωπή, επιδιώκει την παραίτηση. Να πειστεί η κοινωνία ότι κάθε απόπειρα αλλαγής είναι μάταιη, επικίνδυνη ή κοινωνικά επιζήμια.

Τόλμη αντί φόβου

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η καταγγελία της αστυνομικής βίας ή της μιντιακής χειραγώγησης. Είναι η άρνηση αποδοχής του φόβου ως κανονικότητας. Κι εδώ, η Αριστερά δεν μπορεί να απαντά ούτε αμυντικά ούτε τεχνοκρατικά, αλλά με επαναπολιτικοποίηση της πραγματικότητας, με επαναδιεκδίκηση του δικαιώματος στη συλλογική δράση, με αποδόμηση του αφηγήματος περί «αναγκαίας» καταστολής. Με πράξεις, δηλαδή, βαθιά πολιτικές αφού αυτό που απαιτείται είναι η αντιπαράθεση στο πεδίο των ιδεών. Η αποδόμηση, άλλωστε, του φόβου προϋποθέτει την επανανομιμοποίηση της σύγκρουσης ως θεμελιώδους δημοκρατικής διαδικασίας. Τη μετατροπή της οργής σε συλλογικό σχέδιο, της ανασφάλειας σε πολιτική διεκδίκηση, της καταστολής σε σημείο αποκάλυψης της πραγματικής φύσης της εξουσίας.

Η Αριστερά, με άλλα λόγια, οφείλει να επενδύσει στο ακριβώς αντίθετο του φόβου συναίσθημα: στην τόλμη. Στη γνώση ότι τίποτα δεν χαρίζεται και τίποτα δεν αλλάζει χωρίς ρήξη. Να σπάσει τον νευροπολιτικό αποκλεισμό, να επανασυνδέσει την πραγματικότητα με τις αιτίες της και να υπενθυμίσει ότι η Ιστορία δεν γράφεται από όσους τρομοκρατούν αλλά από όσους τολμούν.

Γιατί ο φόβος, όσο κι αν καλλιεργείται συστηματικά, δεν παύει να είναι ένα κατασκεύασμα. Και κάθε κατασκεύασμα μπορεί να αποδομηθεί.

Η ΕΠΟΧΗ