Σύμφωνα με τον Αντόνιο Γκράμσι, όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει πολιτικά όντα και διαθέτουν την ικανότητα να παρεμβαίνουν στα κοινά. Σήμερα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν την πλατφόρμα για να εκδηλωθεί αυτή η πολιτική φύση, όμως αυτό συμβαίνει συχνά με όρους «χαμηλής δέσμευσης». Η ψηφιακή συμμετοχή παραμένει συχνά επιφανειακή, χωρίς να μετουσιώνεται σε συγκροτημένα κοινωνικά κινήματα που θα μπορούσαν να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές και αναλώνεται σε μια στείρα αλληλεπίδραση που τροφοδοτείται από αυτό που το Λεξικό της Οξφόρδης ανακήρυξε ως όρο της χρονιάς για το 2025: το rage bait.
Το rage bait σημαίνει στα ελληνικά «δόλωμα οργής». Πρόκειται για τη σκόπιμη συμπεριφορά όπου κάποιος κάνει δηλώσεις διατυπωμένες έτσι ώστε να είναι προσβλητικές ή προκλητικές ούτως ώστε να προκαλέσει τις αντιδράσεις των άλλων. Η τακτική αυτή γίνεται ολοένα και πιο διαδεδομένη ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην προσπάθεια των χρηστών να αυξήσουν την αλληλεπίδραση των άλλων χρηστών με τις αναρτήσεις τους και έτσι να αυξήσουν το διαδικτυακό τους κοινό. Είναι και αυτό μια ένδειξη του ρόλου που παίζουν πλέον οι αλγόριθμοι (όπως συζήτησα και στην προηγούμενη ανάρτηση στο blog με τίτλο «Σημειώσεις #6 – Αλγόριθμοι και δημοκρατία») στη διαμόρφωση συμπεριφορών και πεποιθήσεων.
Οι συνέπειες όμως της συνεχούς έκθεσης σε διχαστικό και προκλητικό λόγο μπορεί να είναι σοβαρές. Πρώτα από όλα υπάρχει η ψυχολογική επιβάρυνση από τη συνεχή έκθεση σε περιεχόμενο που προκαλεί θυμό. Ταυτόχρονα ενισχύεται η πόλωση, καθώς το rage bait εκμεταλλεύεται τα κοινωνικά χάσματα, μειώνοντας τον εποικοδομητικό διάλογο. Εξίσου σημαντική είναι η απευαισθητοποίηση απέναντι σε σοβαρά ζητήματα και η απώλεια της αίσθησης του επείγοντος στην εξεύρεση λύσης όταν, με την πάροδο του χρόνου, υπάρχει μονίμως ο συνδυασμός με εμπρηστικό και προκλητικό λόγο – όλα τα θέματα όπως ο ρατσισμός, η βία, ο πόλεμος, η διαφθορά, οι ανισότητες κινδυνεύουν να γίνουν «μια ακόμη αντιπαράθεση» σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Τέλος, υπονομεύεται η αξιοπιστία του ακτιβισμού, ιδιαίτερα όταν ακτιβιστές και οργανώσεις εμπλέκονται με το rage bait – σε αυτή την περίπτωση θολώνει το μήνυμα και η στόχευση των ενεργειών τους και μετατοπίζεται η εστίαση από τις ουσιαστικές λύσεις στην επιφανειακή αγανάκτηση.
Δυστυχώς το rage bait δεν περιορίζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην προσπάθεια μεμονωμένων ατόμων να κερδίσουν ορατότητα. Σε αυτό το παιχνίδι έχουν μπει και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης – δεν είναι σπάνιο να βλέπουμε τίτλους σε δημοσιεύματα που μόνο στόχο έχουν να προσελκύσουν αναγνώστες με έναν προκλητικό τίτλο – αλλά και το πολιτικό σύστημα, όπου βλέπουμε δηλώσεις πολιτικών τόσο προς τους αντιπάλους τους, αλλά και σε σχέση με την πολιτική επικαιρότητα γενικά, που στόχο έχουν να προκαλέσουν οργή παρά να αναδείξουν κάποια πολιτική θέση.
Ο Γκράμσι διέκρινε τον κοινό νου (common sense), που επηρεάζεται από την κυρίαρχη ιδεολογία, από τον καλό νου (good sense), που διαμορφώνεται από την κατανόηση της κοινωνικής μας θέσης – τα άτομα έχουν λόγω αυτού του γεγονότος μια σχεδόν ενστικτώδη αίσθηση για το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο. Το rage bait και η δομή των social media βάζουν φραγμό στην προσπάθεια ο κοινός νους να διαμεσολαβηθεί από ένα μαζικό κίνημα, ή ένα κόμμα, και να γίνει καλός νους, εγκλωβίζοντας την πολιτική συμμετοχή σε μια επιφανειακή ψηφιακή εκτόνωση, χαμηλής δέσμευσης, χαμηλού αποτελέσματος.