Macro

Αντώνης Τζανακόπουλος: Οι κανόνες απαιτούν αγώνες

Οι κανόνες του δικαίου, στην πλειονότητά τους, γράφονται από την κυρίαρχη τάξη –μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων– και αυτήν εξυπηρετούν. Αυτό ισχύει τόσο για το κάθε εθνικό δίκαιο, όσο και για το διεθνές δίκαιο. Είτε μιλάμε όμως για το οκτάωρο, είτε για την απαγόρευση της γενοκτονίας, κάποιοι από τους κανόνες που θεσπίζονται έχουν κερδηθεί με τους αγώνες του λαού ή των λαών. Είναι αποτέλεσμα παραχώρησης της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε συγκροτημένη αντίσταση και διεκδίκηση. Ακόμη κι αν τέτοιοι κανόνες είναι γραμμένοι με αίμα, δεν είναι πάντως γραμμένοι σε πέτρα. Κι αυτοί, όπως και όλοι οι κανόνες, υπόκεινται σε αλλαγή – θεσπισμένοι είναι, δεν είναι θεόσταλτοι.

Απροκάλυπτη καταπάτηση του διεθνούς δικαίου

Η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου της είναι μια από τις λίγες περιπτώσεις που όλοι οι νομικοί συμφωνούν: η χρήση ένοπλης βίας χωρίς ούτε κατ’ επίφαση επίκληση του δικαιώματος νόμιμης άμυνας και χωρίς καμία απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών[1] είναι καταφανώς παράνομη. Παραβιάζει την απαγόρευση χρήσης βίας κατ’ ά. 2 παρ. 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, τον αντίστοιχο κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου, την απαγόρευση (τουλάχιστον ένοπλης) επέμβασης στα εσωτερικά τρίτων κρατών, καθώς και την απαγόρευση άσκησης εξωεδαφικής δικαιοδοσίας χωρίς τη συναίνεση του κράτους στο οποίο ασκείται αυτή η δικαιοδοσία.

Είναι σπάνιο να υπάρχει τέτοια ομοφωνία εκ μέρους των νομικών, καθώς οι περισσότεροι κανόνες δικαίου επιδέχονται περισσότερες από μία πιθανές ερμηνείες. Έχουμε δει τέτοιες συζητήσεις στο παρελθόν σε ό,τι αφορά τον χρόνο της νόμιμης άμυνας ή τα όριά της κλπ. Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνεται μάχη για το ποια ερμηνεία θα επικρατήσει, τόσο στη θεωρία, όσο και μεταξύ των κρατών. Η μάχη αυτή είναι σε τελική ανάλυση πολιτική.

Το εντυπωσιακό, όμως, στην περίπτωση της επέμβασης στη Βενεζουέλα δεν είναι η ομοφωνία των νομικών ως προς τον χαρακτηρισμό της ως καταφανούς παραβίασης του δικαίου. Το πιο εντυπωσιακό –και επικίνδυνο– είναι, αφενός, ότι οι ΗΠΑ δεν φαίνεται να έχουν προβάλει ούτε μια κατ’ επίφαση δικαιολόγηση της επέμβασης που να στηρίζεται σε (έστω έωλα) νομικά επιχειρήματα, αφετέρου, ότι πολλά ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν καταδίκασαν ρητά την παραβίαση παρά την έλλειψη οποιουδήποτε νομικού επιχειρήματος. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του έλληνα πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων (αμερικανικών) ενεργειών».

Οι κανόνες του δικαίου που απαγορεύουν τη χρήση ένοπλης βίας στις διεθνείς σχέσεις υπόκεινται εδώ και καιρό σε επιχείρηση διάβρωσης από τους ισχυρούς του κόσμου. Δεν είναι λίγες οι ένοπλες επεμβάσεις των ΗΠΑ τόσο στη Λατινική Αμερική, όσο και σε άλλα μέρη του κόσμου. Ωστόσο έως τώρα, αυτές γίνονταν πάντα με την έστω κατ’ επίφαση επίκληση του δικαίου. Ακόμη κι αν τα επιχειρήματα αυτά δεν γίνονταν αποδεκτά από τη θεωρία και από την πλειονότητα των κρατών, είχαν ένα χαρακτηριστικό αποτέλεσμα: επιβεβαίωναν τη νομική πεποίθηση των ΗΠΑ ότι ο κανόνας της απαγόρευσης υπάρχει και ισχύει. Η διαμάχη –σημαντική, χωρίς αμφιβολία– ήταν όχι για την ύπαρξη και την ισχύ του κανόνα, αλλά για τα όρια του, για τις εξαιρέσεις του. Και η προσπάθεια εκ μέρους των ΗΠΑ και των συμμάχων τους ήταν πάντα να απλώσουν τα όρια της άμυνας, να αυξήσουν τις εξαιρέσεις, έτσι ώστε να μπορούν να επεμβαίνουν όταν το επιθυμούν. Αντίστοιχα, άλλα κράτη αντιστέκονταν σε αυτό το άπλωμα των ορίων, φοβούμενα όχι μόνο την ισχύ των ΗΠΑ, αλλά και την πιθανότητα κι άλλα κράτη να επικαλεστούν τέτοια απλωμένα όρια, ή καινούριες εξαιρέσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ένοπλη επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία επισήμως δικαιολογήθηκε ως νόμιμη άμυνα κατ’ ά. 51 του Χάρτη του ΟΗΕ (η Ρωσία μάλιστα απέστειλε και σχετική αναγγελία στο Συμβούλιο Ασφαλείας όπως απαιτεί ο Χάρτης) και πιο γενικά ενδύθηκε την ίδια δικαιολόγηση που είχαν προβάλει κάποια κράτη μέλη του ΝΑΤΟ στην περίπτωση του Κοσόβου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα επιχειρήματα της Ρωσίας είναι έωλα εν προκειμένω, όπως δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τα επιχειρήματα των ΗΠΑ σε προηγούμενες περιπτώσεις ήταν επίσης έωλα (όπως π.χ. στην περίπτωση του Ιράκ το 2003). Τουλάχιστον όμως υπήρχε ένα επιχείρημα. Τώρα δεν υπάρχει ούτε αυτό.

Η Βενεζουέλα ως σημείο τομής

Άρα; Η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι σημείο τομής ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ούτε κατ’ επίφαση νομική επιχειρηματολογία. Σηματοδοτεί όχι απλά προσπάθεια διάβρωσης, αλλά προσπάθεια κατάργησης του κανόνα για την απαγόρευση ένοπλης βίας, θεσπισμένου εδώ και πάνω από 80 χρόνια. Κι εδώ έρχεται να κουμπώσει η αφωνία των Ευρωπαίων: έστω στο παρελθόν δεν αντιστέκονταν σθεναρά στις αιτιάσεις των ΗΠΑ, γιατί τουλάχιστον αυτές είχαν μια επίφαση νομιμότητας. Έστω αποδέχονταν ότι έτσι αποδυναμώνεται ο κανόνας, με αποτέλεσμα τόσο η Ρωσία, όσο και άλλα κράτη να επικαλούνται αντίστοιχα επιχειρήματα με αυτά των ΗΠΑ. Πάντως δεν θεωρούσαν ότι η διάβρωση του κανόνα δεν τους βόλευε – ήταν άλλωστε με την πλευρά του πιο ισχυρού, επαφίονταν στον ομφάλιο λώρο που (νόμιζαν ότι) τους συνέδεε με τις ΗΠΑ.

Ένα πρώτο καμπανάκι τους χτύπησε με την επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία: όταν αφήνεις να διαβρωθεί ο κανόνας, μπορεί αυτό να χρησιμοποιηθεί και εναντίον σου. Ένα δεύτερο καμπανάκι τους χτυπάει τώρα, με τις αμερικανικές αιτιάσεις για τη Γροιλανδία: όταν αφήνεις να καταργηθεί ο κανόνας, αυτός παύει να σε προστατεύει.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για το διεθνές δίκαιο; Δεν υπάρχει; Δεν υπήρχε ποτέ; Είναι όλα ζήτημα του ποιος κρατάει το σπαθί, όπως είπε πρόσφατα υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης, επικαλούμενος «ιστορικά διδάγματα από τη ρωμαϊκή [sic] παράδοση»; Δεν θα σχολιάσω τη δημοσίευση του αγράμματου υπουργού, την έχουν σχολιάσει άλλοι καλύτερα από ό,τι εγώ θα μπορούσα. Το θέμα είναι ότι το δίκαιο είναι συνήθως το σπαθί και πιο σπάνια η ασπίδα. Το δίκαιο δεν είναι, όπως ενδεχομένως φαντάζεται ο αγράμματος υπουργός αλλά ίσως και πολλοί άλλοι με αγνότερα εφαλτήρια, ένα χίπικο, «καλό» πράγμα που προστατεύει τον αδύναμο. Κατά βάση είναι το εργαλείο των ισχυρών για να νομιμοποιούν και να δικαιολογούν την ισχύ, την εκμετάλλευση, και την κυριαρχία. Όποιες παραχωρήσεις έχουν κερδηθεί και έχουν γίνει κανόνες δικαίου που όντως προστατεύουν τους αδύναμους, όπως είπα και στην αρχή, έχουν κερδηθεί με αγώνα, αντίσταση, διεκδίκηση.

Αναγκαία η αντίσταση και η διεκδίκηση

Χρειάζεται όμως αγώνας, αντίσταση, διεκδίκηση όχι μόνο για θεσπιστούν, αλλά και για να διατηρηθούν ως κανόνες. Αλλιώς ο ισχυρός θα τους καταργήσει και θα βάλει άλλους, πιο βολικούς στη θέση τους. Αυτό δεν ισχύει μόνο στο διεθνές δίκαιο παρεμπιπτόντως. Ένα πιο κοντινό μας παράδειγμα ήταν ο κανόνας της 8ωρης εργασίας που προστάτευε τους εργαζόμενους και που κερδήθηκε με αγώνα. Ο κανόνας αυτός υπάρχει περισσότερα χρόνια απ’ ό,τι ο κανόνας για την απαγόρευση χρήσης ένοπλης βίας στο διεθνές δίκαιο. Κι όμως, πρόσφατα στην Ελλάδα καταργήθηκε με νομοθετική διάταξη που επιτρέπει τη 13ωρη εργασία. Θα μου πείτε είναι το ίδιο; Ναι – είναι ακριβώς το ίδιο στην ουσία. Το μόνο που διαφέρει είναι η διαδικασία αλλαγής.

Το εθνικό δίκαιο είναι συγκεντρωτικό, ο νομοθέτης είναι ένα όργανο – η Βουλή. Ο ισχυρός (όχι ο πρωθυπουργός, αλλά αυτοί τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετεί) ελέγχει τη Βουλή, αλλάζει τον νόμο. Εναπόκειται μετά σε μας, τους πολίτες, να αντιδράσουμε, να αγωνιστούμε, για να ακυρώσουμε τον καινούριο νόμο στον δρόμο. Αν δεν το κάνουμε, κακό του κεφαλιού μας, κι αυτό θα είναι από δω και πέρα το νέο μας «δίκαιο».

Το διεθνές δίκαιο είναι αποκεντρωμένο: νομοθέτες είναι τα κράτη, που φτιάχνουν τους κανόνες μέσω των δράσεων και των αντιδράσεών τους. Όταν ένα από αυτά κάνει μια ενέργεια που αντιβαίνει σε προϋπάρχοντα κανόνα, τότε τα άλλα κράτη πρέπει να αντιδράσουν και να καταδικάσουν. Αν δεν το κάνουν, σε βάθος χρόνο η παραβατική ενέργεια θα γίνει ο νέος κανόνας. Και αν, όπως τώρα, τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, μαζί και η Ελλάδα, αρνούνται να αντιδράσουν για να εμποδίσουν μια τέτοια εξέλιξη, τότε πάλι εναπόκειται σε μας, τους πολίτες, να τα αναγκάσουμε να αντιδράσουν με δικές μας μαζικές αντιδράσεις. Αν δεν το κάνουμε, κακό του κεφαλιού μας.

Δεν βοηθούν καθόλου διάφορες αναλύσεις για τη δήθεν κατάργηση ή αδυναμία του διεθνούς δικαίου. Όπως και κάθε δίκαιο, έτσι και το διεθνές προφανώς και υπάρχει, και τη δουλειά του την κάνει – απλά η δουλειά του δεν είναι τόσο να μας προστατεύει, όσο να εξυπηρετεί τις κυρίαρχες τάξεις στην αναπαραγωγή της εξουσίας τους. Στον βαθμό που μας προστατεύει, είναι επειδή εμείς το κερδίσαμε, και πρέπει να συνεχίσουμε να το κερδίζουμε κάθε μέρα. Τα δίκαια κερδίζονται στους δρόμους.

Σημείωση:

1. Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί κατά περίπτωση να εξουσιοδοτεί κράτη μέλη του Οργανισμού να χρησιμοποιούν ένοπλη βία με σκοπό τη διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Η ΕΠΟΧΗ