Η αλήθεια είναι ότι τέτοιο διαδικτυακό οχετό είχαμε να δούμε από το καλοκαίρι, από την περίοδο των αποστολών αλληλεγγύης στη Γάζα –με τα σκήπτρα, βεβαίως, της διαδικτυακής τοξικότητας να εξακολουθεί να κρατά η εποχή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ήρθε λοιπόν η ωμή εισβολή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα –και η απαγωγή του εκλεγμένου προέδρου Νικολάς Μαδούρο– και τα τοξικά υπόγεια, και πληκτρολόγια, ξαναπήραν φωτιά. Υπενθυμίζοντάς μας πως το διαδίκτυο, που στις απαρχές του υμνήθηκε ως ο κατεξοχήν τόπος χειραφέτησης του υποκειμένου και διεύρυνσης της δημόσιας σφαίρας, έχει καταστεί –σε μεγάλο βαθμό– εργαστήριο εκκόλαψης των πιο αντιδραστικών, ανορθολογικών και κοινωνικά διαβρωτικών μορφών λόγου.
Με δεδομένες τις συνθήκες λειτουργίας του ψηφιακού περιβάλλοντος –το οποίο ευνοεί όχι τη σκέψη αλλά την παρόρμηση, όχι την επιχειρηματολογία αλλά την κραυγή– αλλά και των αλγόριθμων των πλατφορμών –που λειτουργούν με μοναδικό κριτήριο τη μεγιστοποίηση της προσοχής την οποία πιο αποτελεσματικά από οτιδήποτε προσελκύει ο θυμός, ο φόβος και η ηθική αγανάκτηση σε απλουστευμένη μορφή– ο λόγος μίσους καθίσταται όχι απλώς παθολογία αλλά δομικό προϊόν του διαδικτύου, διαχεόμενος ανεπεξέργαστος, αποσπασμένος από ιστορικά, κοινωνικά και ηθικά συμφραζόμενα. Ρατσιστικά στερεότυπα, θεωρίες συνωμοσίας, απροκάλυπτη λεκτική βία, παρουσιάζονται ως ισότιμες «απόψεις», εξομοιούμενες τεχνητά –και καθόλου ουδέτερα- με τον τεκμηριωμένο, κριτικό λόγο.
Στα σκοτάδια της ανωνυμίας
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διολίσθηση παίζει η ανωνυμία. Το πληκτρολόγιο λειτουργεί ως ασπίδα αποσύνδεσης της γλώσσας από την ευθύνη. Η απουσία φυσικής παρουσίας, βλέμματος και άμεσης κοινωνικής κύρωσης, απελευθερώνει τα κατώτερα ένστικτα κι έτσι η αντιπαράθεση παύει να είναι διαλεκτική διαδικασία αλλά μετατρέπεται σε ανταγωνισμό εξευτελισμού.
Ο/η συνομιλητής/συνομιλήτρια αποπροσωποποιείται, γίνεται καρικατούρα, εχθρός που πρέπει να συντριβεί λεκτικά.
Μέσα σε αυτό το αποστειρωμένο από ανθρωπινότητα περιβάλλον, ο ακροδεξιός λόγος βρίσκει πρόσφορο έδαφος αφού, ως γνωστόν, η ακροδεξιά δεν ευδοκιμεί στη σύνθετη σκέψη αλλά τρέφεται από τη συναισθηματική φόρτιση, τον διχασμό, τη μυθοποίηση μιας απειλούμενης ταυτότητας. Και το διαδίκτυο τής προσφέρει το ιδανικό οικοσύστημα: κλειστές κοινότητες που αναπαράγουν τον εαυτό τους, αφηγήματα φόβου που δεν χρειάζονται αποδείξεις, έναν κόσμο όπου το «πιστεύω» υπερισχύει του «γνωρίζω». Ο ανορθολογισμός παύει να είναι κοινωνικό περιθώριο και αποκτά μαζικότητα.
Τρολ…αγάπες μου
Σε αυτή τη σκοτεινή οικολογία του ψηφιακού λόγου, ιδιαίτερη θέση κατέχει το φαινόμενο των διαδικτυακών τρολ –όχι πλέον ως γραφικές ή περιθωριακές φιγούρες αλλά ως ενταγμένα εργαλεία πολιτικής στρατηγικής. Η αφέλεια με την οποία αντιμετωπίστηκαν αρχικά, ως αυθόρμητες εκδηλώσεις διαδικτυακής κακοήθειας, έχει προ πολλού διαψευστεί. Σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, αφορούν οργανωμένες, συστηματικές πρακτικές, οι οποίες είτε καθοδηγούνται άμεσα είτε αξιοποιούνται σιωπηρά από πολιτικές ηγεσίες και μηχανισμούς εξουσίας.
Ο ρόλος τους είναι διττός. Αφενός, λειτουργούν ως όργανα στοχευμένης αποδόμησης πολιτικών αντιπάλων. Όχι μέσω επιχειρημάτων, αλλά μέσω διασποράς υπονοούμενων, προσωπικών επιθέσεων, συκοφαντίας και ειρωνείας. Ο στόχος δεν είναι να πειστεί το κοινό, αλλά να κουραστεί, να μπερδευτεί, να αποστασιοποιηθεί, και η πολιτική αντιπαράθεση να μετατραπεί σε θόρυβο όπου η αλήθεια χάνεται μεταξύ γελοιοποίησης και απαξίωσης.
Αφετέρου, τα τρολ χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση κλίματος. Με μαζικές παρεμβάσεις σε σχόλια, αναρτήσεις και «τάσεις», κατασκευάζεται η ψευδαίσθηση κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι πολίτες εκτίθενται επανειλημμένα σε συγκεκριμένες θέσεις, συνθήματα ή φόβους και, μέσα από τη λογική της επανάληψης, τα εκλαμβάνουν ως κυρίαρχο ρεύμα. Πρόκειται για μια σύγχρονη μορφή προπαγάνδας, λιγότερο ορατή από τις παραδοσιακές, αλλά ενδεχομένως πιο αποτελεσματική ακριβώς επειδή εμφανίζεται ως «αυθόρμητη» λαϊκή φωνή.
Είναι, δε, μια πρακτική που ευδοκιμεί σε καθεστώς θεσμικής ατιμωρησίας. Η ασάφεια ανάμεσα στο οργανωμένο και το «αυθόρμητο», ανάμεσα στο πολιτικό μήνυμα και την ιδιωτική άποψη, επιτρέπει σε πολιτικές ηγεσίες να απολαμβάνουν τα οφέλη χωρίς να αναλαμβάνουν το κόστος. Έτσι, η ψηφιακή τοξικότητα δεν συνιστά απλώς κοινωνικό σύμπτωμα αλλά εργαλείο εξουσίας. Και όταν η δηλητηρίαση του δημόσιου λόγου γίνεται συνειδητή επιλογή, τότε η κρίση παύει να είναι επικοινωνιακή και μετατρέπεται σε βαθύτατα δημοκρατική.
Στον αστερισμό της χυδαιότητας
Η Δεξιά –στην ψηφιακή της μορφή, εν προκειμένω– δεν χρειάστηκε να εφεύρει εκ νέου την πολιτική χειραγώγηση, απλώς την απελευθέρωσε από κάθε ίχνος ντροπής. Εκεί όπου παλιότερα η προπαγάνδα απαιτούσε κόπο και κάποια στοιχειώδη πειθώ, σήμερα αρκεί ένα σμήνος τρολ, μια γλώσσα απλουστευμένη μέχρι γελοιότητας και η ενεργοποίηση του θυμικού. Αποτέλεσμα; Μια δημόσια σφαίρα αποσυντεθειμένη όπου ο θυμός παρουσιάζεται ως αρετή και η χυδαιότητα ως «αυθεντικότητα».
Προφανώς και δεν πρόκειται για αυθόρμητη λαϊκή έκφραση, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά για μια επιμελώς καλλιεργημένη αισθητική της αγανάκτησης. Η γλώσσα γίνεται ωμή, όχι γιατί «έτσι μιλά ο λαός», αλλά γιατί η ωμότητα ακυρώνει τις αποχρώσεις. Όταν όλα ανάγονται σε ύβρη ή κραυγή, δεν υπάρχει χώρος για σύνθετες έννοιες όπως κοινωνική δικαιοσύνη, θεσμική ευθύνη ή ιστορική μνήμη. Υπάρχει μόνο το «εμείς» και το «αυτοί».
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, είναι η σταδιακή κανονικοποίηση αυτής της κατάστασης. Η χυδαιότητα του ψηφιακού λόγου διαχέεται στον δημόσιο χώρο συνολικά: η πολιτική επικοινωνία υιοθετεί τη λογική της πρόκλησης, τα ΜΜΕ αναπαράγουν τον θόρυβο αντί της ανάλυσης, και ο δημόσιος διάλογος συρρικνώνεται σε ένα διαρκές πεδίο σύγκρουσης χωρίς περιεχόμενο. Το τρολάρισμα παρουσιάζεται ως χιούμορ, η συκοφαντία ως «ερώτημα», το μίσος ως «άποψη».
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η μίμηση καθώς η υιοθέτηση των ίδιων μεθόδων απλώς επιβεβαιώνει την κυριαρχία τους. Απαιτείται επίμονη επιστροφή στον λόγο που δεν κολακεύει τα ένστικτα αλλά τα υπερβαίνει, στον λόγο που απαιτεί σκέψη, όχι αντανακλαστικά. Γιατί, τελικά, η πιο ριζοσπαστική πράξη σε έναν κόσμο τρολ δεν είναι η κραυγή, αλλά η ψύχραιμη, τεκμηριωμένη φωνή που αρνείται να κατέβει στο επίπεδό τους.