Στον πυρήνα των εθνικιστικών μύθων, εκείνων που λειτουργούν ενοποιητικά, αλλά και αποπροσανατολιστικά, εκείνων που πλασάρονται κατά περίπτωση, οψέποτε κινδυνέψει η «πατρίς», βρίσκεται πάντα μια υπερπροσωπικότητα. Στην οποία συγκεντρώνονται –δήθεν– υπεράνθρωπα χαρακτηριστικά, πάνω πολύ από εκείνα που διαθέτει ο μέσος άνθρωπος.
Επίλεκτα μέλη της κοινωνίας, σωτήρες του έθνους χωρίς, ή με απλώς υπαινισσόμενες, αδυναμίες, εφευρίσκονται και επανεφευρίσκονται για να ενισχύσουν ένα επινοημένο αφήγημα: αυτό που λειτουργεί επί της ουσίας αντιλαϊκά, αφού καλλιεργεί την κουλτούρα της ανάθεσης σ’ εκείν@ που «ξέρουν» και «μπορούν». Η «αριστεία» της καταγωγής, της αξιοσύνης, των ακαδημαϊκών περγαμηνών των σπουδαγμένων είναι εδώ –με το υπόστρωμα του πλούτου, σημειωτέον, να αποσιωπάται– για να ενισχύσει την εθνική μυθολογία, πως η πατρίς γεννά σπουδαίους άνδρες. Στους οποίους η «μπαμπέσα η κοινωνία» επιφυλάσσει αγνωμοσύνη, αφού δεν κατανοεί το μεγαλείο τους. Και ενίοτε τους σκοτώνει.
Τα αποδιδόμενα μεσσιανικά χαρακτηριστικά δεν είναι, φυσικά, παρά μια μαζική αυταπάτη. Ένας μύθος νομιμοποίησης μιας εξουσίας που λειτουργεί από τα πάνω, με προφανή αυταρχισμό, πάντα για το καλό των, αδύναμων κι ανώριμων, από κάτω. Έτσι, η απαρχή της κουλτούρας του ολοκληρωτισμού είναι εδώ: ο καθοδηγητής (φύρερ) τοποθετείται υπέρ πάντων.
Κάθε φορά, λοιπόν, που μια τέτοια «χαρισματική» οντότητα ανασύρεται, από το πρόσφατο ή το μακρινό παρελθόν, για να επανασυστηθεί στο κοινωνικό σώμα, συχνά ως μυθική κατασκευή, ντυμένη με ψεύδη, φέρει μαζί της την υπονόμευση της πολιτικής ισότητας. Διότι η επανασύσταση αποσιωπά την κοινωνική-ιστορική συνθήκη και τους συσχετισμούς δύναμης που φέρουν στην πρώτη γραμμή κάθε «χαρισματικό» – πάντοτε γένους αρσενικού.
Στη βιομηχανία της κουλτούρας, τέτοια φαινόμενα είναι συνηθισμένα. Τα δήθεν λαϊκά θεάματα προτείνουν υπερήρωες, ακόμη κι αν τούτοι προέρχονται «από-τα-σπλάχνα-του-λαού». Στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων, ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής έχει πάρει επ’ ώμου την υπόθεση να ξανασυστήσει κινηματογραφικά στο κοινό «μεγάλους Έλληνες». Στην ενασχόληση με τον Καποδίστρια, ταινία που θεωρεί κορωνίδα του έργου του, το δίπολο έθνος – θρησκεία βρίσκει την απόλυτη αναφορά του σε έναν άνδρα: Έλλην, χριστιανός, Μεσσίας, που ήρθε να μας σώσει, ως άλλος Χριστός, με την (αυτο)θυσία που τον περιμένει. Ευλογημένος, με την Παναγιά να τον ακολουθεί κατά πόδας, και τους «ξένους» να τον θαυμάζουν, ή, κατά περίπτωση, να τον καταδιώκουν, είναι ο θεόσταλτος. Οι ιστορικές ανακρίβειες στο σενάριο δεν αποτελούν αβλεψία, ούτε κακή πληροφόρηση, αλλά τοποθέτηση του δημιουργού στη –λάθος- πλευρά της Ιστορίας. Προς τούτο, για παράδειγμα, αποσιωπά την αρνητική θέση του Καποδίστρια στην Επανάσταση του 1821, θέση εξάλλου της πολιτικής ελίτ στην οποία ανήκε: «…Πρέπει ν’ αφήσουν τας επαναστατικάς σκευωρίας των και να ζουν όπως πριν υπό τας κυβερνήσεις υφ’ ας ευρίσκονται, έως ότου η Θεία Πρόνοια ευδοκήσει αλλιώς» (Δ. Κόκκινος). Στέκει δε αδιάφορος απέναντι στον λαϊκό παράγοντα, παρουσιάζοντας τον ελληνικό πληθυσμό, που σήκωσε το βάρος του αγώνα, φοβισμένο, αδαή και κακομοίρικο.
Ο δημιουργός Σμαραγδής ισχυρίζεται επίσης (Πρώτο Θέμα, συνέντευξη στον Δ. Δανίκα, 18.12.25) πως ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Αντώνης Μυριαγκός, μπόρεσε να δει τα βασικά στοιχεία της ύπαρξης του Καποδίστρια με ύπνωση. Με ύπνωση επίσης, «με τον άνθρωπο που φέρνει τους ηθοποιούς σε επαφή με τον “υπερουράνιο τόπο”, κατά τον Πλάτωνα», λέει ότι η Μαρίνα Καλογήρου «είδε» ότι δεν έμοιαζε με τη Ρωξάνδρα Στούρτζα και αρνήθηκε τον ρόλο. Έτσι, η επέλαση της μεταφυσικής κερδίζει κατά κράτος τον πραγματισμό των ιστορικών γεγονότων.
Ο δημόσιος διάλογος που άνοιξε επ’ αφορμής της προβολής της ταινίας ήταν αναμενόμενος. Όπως αναμενόμενη ήταν και η στήριξη, δίχως καμία κριτική, των συστημικών ΜΜΕ. Όπως αναμενόμενες ήταν και οι χορηγίες, για εθνικούς λόγους, κατά δήλωση πάλι του σκηνοθέτη, των διαφόρων πλουσίων που τον συνέδραμαν. Όπως και η «αγιοκατάταξη» του Καποδίστρια που πρότειναν τινές των Αγιορειτών.
Αλλά το σημαντικότερο, και ταυτοχρόνως το πλέον ανησυχητικό, είναι η υποδοχή του κοινού. Έχοντας φτάσει τα 400.000 εισιτήρια περίπου, φαίνεται πως ένας, καθόλου –μα καθόλου– πρωτότυπος, συστημικός αναθεωρητισμός της ιστορίας πιάνει τόπο. Το φαινόμενο κρίνεται επικίνδυνο, σε συνθήκες μάλιστα αντι-πολιτικής, όταν οι επίσης καθόλου πρωτότυπες ιστορίες εθνικών μεγαλείων προτείνονται ως κατορθώματα «χαρισματικών» ηγετών, τόσο –μα τόσο– κοντά στα πρότυπα των φύρερ.
Αν ο «Καποδίστριας» αποτελεί υπόδειγμα κακού κινηματογράφου με τεχνικούς όρους, τούτο δεν είναι το χειρότερο μπροστά στις εθνικιστικές χοντροκοπιές του, οι οποίες καλλιεργούν και συστηματοποιούν τις σχέσεις κυριαρχίας και ανάθεσης, εντός μιας κουλτούρας νέου ολοκληρωτισμού.
Ο πρωθυπουργός, πάντως, Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά του υιού του, τίμησαν με την παρουσία τους την ταινία.