Η δημόσια τέχνη, από τις πιο παραδοσιακές έως τις πιο σύγχρονες εκδοχές της, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με την έκθεση, την αφήγηση ή την ερμηνεία των έργων τέχνης στον δημόσιο χώρο, αλλά με την δυναμική των καλλιτεχνικών πρακτικών να παράγουν συνθήκες δημόσιας σφαίρας στο αστικό περιβάλλον. Η δημόσια τέχνη δεν δημιουργεί έργα που απευθύνονται σε θεατές, αλλά λειτουργεί ως ένα μέσο για να εκφραστούν οι αυτονόητες αξίες μιας πόλης, οργανώνοντας μια κοινωνική σφαίρα, απαραίτητη για την (ανα)παραγωγή της αστικής ζωής. Τα έργα και οι πρακτικές της τέχνης στον δημόσιο χώρο δημιουργούν ποικίλες σχέσεις, κανόνες και αξίες που ρυθμίζουν τόσο την ατομική, όσο και την συλλογική πολιτισμική εμπειρία.
Η δημόσια τέχνη εμφανίστηκε στο λεξιλόγιο της διεθνούς καλλιτεχνικής ορολογίας την δεκαετία του 1980, σαν μια πειθαρχία μεταξύ τέχνης και αρχιτεκτονικής, συνώνυμης με την έννοια του τόπου για τη δημιουργία διαδραστικών αλληλοεπιδράσεων μεταξύ τέχνης και αστικού περιβάλλοντος. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια τέχνη δεν αναφέρεται σε μια ομογενοποιημένη κατηγορία τέχνης, άλλα σε ένα σύνθετο αστικό φαινόμενο που πλαισιώνει ένα αριθμό διαφορετικών έργων, δράσεων και μέσων της τέχνης, συνιστώντας ένα αρκετά ευρύ πεδίο μορφών, εννοιών και πρακτικών, στο οποίο διασταυρώνεται η καλλιτεχνική πρακτική με τις πολιτικές της αστικής ανάπτυξης, από την μια πλευρά, και οι καλλιτεχνικές δράσεις με τον κοινωνικοπολιτικό ακτιβισμό, από την άλλη, οι οποίες δράσεις λειτουργούν ως διαμεσολαβητικοί δρώντες στην αποκατάσταση της κοινοκτημοσύνης, της κοινωνικής ενδυνάμωσης και συνοχής, προσανατολισμένες προς την κατεύθυνση της εμπλοκής τους με τις πολλαπλές κρίσεις που απορρέουν από τον νέο φιλελεύθερο αστισμό (urbanism).
Από τη δεκαετία του 1990, η δημόσια τέχνη έχει συγκροτήσει ένα ευρύ σώμα κριτικής θεώρησης στον διεθνή ακαδημαϊκό χώρο, μέσα από εκατοντάδες περιπτωσιολογικές μελέτες, οι οποίες εστιάζουν στην μελέτη της δημόσιας τέχνης υπό το πρίσμα των στρατηγικών της αναζωογόνησης των πόλεων και της εξυγίανσης των δημόσιων χώρων. Ενώ διάφορες εκθέσεις συνοψίζουν το θετικό αντίκτυπο της δημόσιας τέχνης στη δημιουργία αστικής ζωτικότητας, αισθητοποίησης των παρηκμασμένων τοποθεσιών και βελτίωση της βιωσιμότητας των τοπικών επιχειρήσεων, στην κριτική θεώρηση η δημόσια τέχνη ορίζεται με κοινωνιολογικούς όρους, σαν μια πολιτισμική παρέμβαση που οργανώνει ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα σχέσεων, με πρακτικές που παρεμβαίνουν οργανωμένα ή άτυπα στον αστικό χώρο. Όπως είναι για παράδειγμα τα χάπενινγκ ή οι επιτελέσεις που προτείνουν ενναλακτικά πολιτισμικά μοντέλα καλλιτεχνικών παρεμβάσεων από τα κάτω (bottom-up), τα οποία οικοδομούνται στην ιδέα της συλλογικότητας, της ένταξης και της πρόσβασης, συμμετέχοντας με τη σειρά τους στις διαδικασίες παραγωγής δημόσιας, αστικής σφαίρας. Σε αυτό το πλαίσιο, έννοιες όπως: αναγέννηση, εξυγίανση, παρέμβαση, ένταξη, κοινωνική δέσμευση, συμμετοχή, συνεργασία, κοινά, και καλλιτεχνικός ακτιβισμός τονίζουν τους διαφορετικούς στόχους των έργων και των πρακτικών της τέχνης που εμπλέκονται με την πόλη, εκφράζοντας ένα ποικίλο αριθμό νοημάτων και σημασιών, που διαφοροποιούνται από γειτονιά σε γειτονιά, από τόπο σε τόπο και από χώρα σε χώρα.
Στην Ελλάδα, η δημόσια τέχνη εισήχθη στην ελληνική γλώσσα την τελευταία δεκαπενταετία, χωρίς ωστόσο να έχει (ακόμα) καθοριστεί, σε θεσμικό και ακαδημαϊκό επίπεδο, το ακριβές πλαίσιο της. Έτσι, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα είδη των καλών τεχνών που εγκαθίστανται ή εκτίθενται στον υπαίθριο χώρο της πόλης. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια τέχνη στην Ελλάδα συνδέεται με την αυθεντία και την κυριότητα του καλλιτεχνικού έργου στον δημόσιο χώρο, λειτουργώντας σαν διάκοσμος των υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων. Δηλαδή σαν μια επιπρόσθετη, μεταγενέστερη προσθήκη στο δομημένο περιβάλλον που δεν προσδίδει καμία συνάφεια με τον χώρο, αλλά ούτε και πείθει για την αναγκαιότητά της.
Στην εγχώρια παραγωγή δημόσιας τέχνης, εξέχουσα θέση κατέχουν το γλυπτό αντικείμενο και οι τοιχογραφίες, που αντανακλούν αποκλειστικά την οικειοποίηση του αστικού περιβάλλοντος των από τα πάνω (top-down) δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. Πρόσφατα παραδείγματα στην Αθήνα: Η τοιχογραφία «Το Φιλί» στο Μεταξουργείο, προσφορά του ιδρύματος Ωνάση. Το άγαλμα της Μαρία Κάλλας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων. Το «Μνημείο των μικρομεσαίων» στο Πεδίον του Άρεως πρωτοβουλία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Επίσης, η «Κιβωτός Εθνικής Μνήμης», στον προαύλιο χώρο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας με πρωτοβουλία του υπουργείου.
Συνεπώς, σε αντίθεση με το διεθνές αστικό περιβάλλον, στην Ελλάδα οι θεσμοί αξιοποιούν μονομερώς το συμβολικό κεφάλαιο του έργου των καλών τεχνών που αναπαράγει διαχρονικά κυρίαρχες πολιτισμικές διακρίσεις και ταξικές ανισότητες, εγκαθιδρύοντας έναν σταθερό μηχανισμό πολιτιστικής διακυβέρνησης, ο οποίος αντικαθιστά το ελεύθερο παιχνίδι των πολιτισμικών και κοινωνικών (αλληλο)αντιδράσεων, δηλαδή το πιο ουσιώδες συστατικό της δημόσιας αστικής σφαίρας.