Συνεντεύξεις

Αλεξάνδρος Κεσσόπουλος: «Βρισκόμαστε μπροστά στην αποχαλίνωση της εξουσίας»

Από το καλοκαίρι έως σήμερα οι αποκαλύψεις για τις παρακολουθήσεις είναι χειμαρρώδεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να τις χαρακτηρίσει «θεωρίες συνωμοσίας», ενώ ταυτόχρονα επικαλείται λόγους εθνικής ασφάλειας, όπως και το απόρρητο για να προστατευθεί. Μπορεί η κυβέρνηση να επιβάλλει την αποσιώπηση, την αποποίηση ευθυνών και επομένως τη συγκάλυψη;
 
Το πρώτο που θέλω να επισημάνω είναι ότι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία η ελευθερία συνιστά τον κανόνα, ενώ οι περιορισμοί της αποτελούν την εξαίρεση. Προκειμένου να μην αντιστραφεί αυτή η ιεράρχηση, κάθε είδους περιορισμός δικαιώματος πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένος και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ελευθερία της επικοινωνίας, το άρθρο 19 του Συντάγματος προβλέπει ότι «η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφαλείας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Αυτό σημαίνει ότι παρακολουθήσεις μπορεί να γίνουν ανεκτές από το δίκαιο προκειμένου να αντιμετωπισθούν μόνο υποθέσεις κατασκοπείας ή βαριάς εγκληματικής δραστηριότητας. Εντούτοις, στο συγκεκριμένο πεδίο παρατηρούμε μια σαφή τάση αυθαιρεσίας από την πολιτική εξουσία, η οποία περιβάλλει με ένα πέπλο ασάφειας τους λόγους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών ενός ευρέος κύκλου ανθρώπων, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται πολιτικοί, δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί. Δεύτερον, δεν νοείται επίκληση του απορρήτου έναντι της βουλής. Κοινοβουλευτική αρχή σημαίνει ότι μια κυβέρνηση για να παραμείνει στην εξουσία πρέπει να διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής, επομένως να λογοδοτεί σε αυτήν. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι η λογοδοσία χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο αν δεν συνοδεύεται από ενημέρωση της εθνικής αντιπροσωπείας. Για να το πούμε διαφορετικά, αν η Βουλή δεν γνωρίζει τι πράττει η κυβέρνηση, τότε η σχέση εμπιστοσύνης μετασχηματίζεται σε σχέση υποταγής. Και μία τρίτη παρατήρηση, κάπως γενικότερη. Το τελευταίο διάστημα καταγράφονται διαρκείς παραβιάσεις δικαιωμάτων, οι οποίες γίνονται όλο και πιο συχνές ή/και συστηματικές. Πολύ φοβάμαι ότι η πρακτική αυτή δεν θέτει πλέον υπό αμφισβήτηση μόνο κάποια μεμονωμένα δικαιώματα, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, τις ίδιες τις οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος. Από την άλλη πλευρά, αυτό το φαινόμενο της προϊούσας διάβρωσης της συνταγματικής νομιμότητας φαίνεται να συνοδεύεται από μια αδράνεια, τόσο κοινωνική όσο και θεσμική.
 
 
 
Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών προσπαθεί, παρά τις δυσκολίες, να εκπληρώσει τον συνταγματικό της ρόλο. Η Δικαιοσύνη γιατί δεν έχει λειτουργήσει, μπροστά σε αυτή τη χιονοστιβάδα παραβιάσεων δικαιωμάτων;
 
Βλέπουμε μια τάση πολλοί θεσμοί να λειτουργούν όχι προς την κατεύθυνση διαλεύκανσης των υποθέσεων, αλλά συγκάλυψης. Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση που εξελίσσεται μεταξύ της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και της ΑΔΑΕ, με αντικείμενο τους όρους άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Ας μην ξεχνούμε ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει μια βασική φιλοσοφία: την οριοθέτηση κάθε είδους εξουσίας, κρατικής ή ιδιωτικής. Γι’ αυτό, άλλωστε, θεσμοθετήθηκαν οι ανεξάρτητες αρχές, για να προστατεύουν θεμελιώδη δικαιώματα, να διασφαλίζουν τον πλουραλισμό στην ενημέρωση, να εγγυώνται τον υγιή ανταγωνισμό. Δυστυχώς, παρατηρούμε τον τελευταίο καιρό μια σειρά από ανεξάρτητες αρχές είτε να μην έχουν τη βούληση είτε να μην κατορθώνουν να ανταποκριθούν στον συνταγματικό τους ρόλο. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική εξουσία δείχνει να κωλυσιεργεί αδικαιολόγητα. Ακόμη χειρότερα, το τελευταίο διάστημα προκαλεί την εντύπωση ότι έχει μάλλον μεγαλύτερη έγνοια να ασχοληθεί με αυτούς που αποκαλύπτουν, παρά με αυτούς που παρανομούν. Όταν, λοιπόν, οι φραγμοί υποχωρούν, όταν ατονεί ο αμοιβαίος έλεγχος μεταξύ των οργάνων του κράτους, τότε η δημοκρατία τείνει να μετατραπεί από φιλελεύθερη σε ανελεύθερη. Κατά τη γνώμη μου, εσχάτως γίνονται βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, δεδομένου ότι καταγράφεται μια υπερσυγκέντρωση ισχύος σε λίγα χέρια, η οποία μάλιστα λαμβάνει ολοένα και πιο ανησυχητικές διαστάσεις. 
 
 
 
Οι πολίτες που μαθαίνουν για αυτά που συμβαίνουν και νιώθουν ευάλωτοι ή εκτεθειμένοι, πώς θα μπορέσουν να δείξουν εμπιστοσύνη στη δημοκρατία;
 
Σε περιόδους κρίσεων αναπτύσσεται μια τάση περιθωριοποίησης της Βουλής και ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι κοινό μυστικό ότι, ιδίως από το καλοκαίρι και μετά, η κυβέρνηση προσπαθεί πάση θυσία να αποφύγει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Παράλληλα, βιώνουμε την καθυπόταξη του Τύπου στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Το άσπρο γίνεται μαύρο, καθώς η απουσία του πλουραλισμού από τη δημόσια σφαίρα γίνεται όλο και πιο αισθητή. Δημιουργείται, έτσι, ένα αίσθημα ότι δεν ελέγχεται η πολιτική εξουσία και, συνεπώς, ότι είναι ικανή για τα πάντα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις συνθήκες φτώχειας και οικονομικών δυσχερειών, διαμορφώνει στην καλύτερη περίπτωση απολιτικές τάσεις –δηλαδή τάσεις αδράνειας, απόσυρσης, αποχής- και στην χειρότερη περίπτωση δημιουργεί αντιπολιτικές τάσεις, απαξίωσης της δημοκρατίας και υιοθέτησης αυταρχικών, αντικοινοβουλευτικών, ακροδεξιών απόψεων και θέσεων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους δημοκρατικούς θεσμούς στις μέρες μας δεν είναι άλλος από την απονομιμοποίησή τους στη συνείδηση της κοινωνίας. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυρισθεί κάποιος ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αποχαλίνωση της εξουσίας, πολιτικής και οικονομικής, η οποία προκαλεί αισθήματα απελπισίας και παραίτησης στους πολίτες.
 
 
 
Πώς μπορεί ένας πολίτης να προστατευθεί από αυτή την αποχαλίνωση;
 
Οι θεσμοί είναι αυτοί που πρέπει και μπορούν να τον προστατεύσουν. Δυστυχώς, όμως, η λειτουργία τους αδυνατεί να εγγυηθεί τόσο την ελευθερία όσο και ένα μίνιμουμ αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους. Από τη μία πλευρά, το κράτος δικαίου βρίσκεται σε υποχώρηση, ενώ από την άλλη το κοινωνικό κράτος αποδιαρθρώνεται λόγω των ασφυκτικών πιέσεων που δέχεται από τις δυνάμεις της αγοράς. Για να θυμηθούμε τα βασικά της μαρξιστικής θεωρίας, εφόσον το κράτος συμπυκνώνει συσχετισμούς κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, το αίσθημα προστασίας του πολίτη δεν μπορεί να επανέλθει παρά μόνο μέσω της αλλαγής αυτών των συσχετισμών.
 
 
 
Μπορεί να γεννηθεί ένα κίνημα προάσπισης των ελευθεριών και των δικαιωμάτων; Είχε συμβεί κάποτε, με το «1-1-4».
 
Τότε είχαμε άλλες συνθήκες: παρασύνταγμα, εξορίες, Μακρόνησο, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Δεν βρισκόμαστε σε μία τόσο έντονη και τόσο φανερή απόκλιση από τη νομιμότητα, όπως στο μετεμφυλιακό κράτος. Είμαστε σε μια ηπιότερη μορφή έκτακτης ανάγκης. Σήμερα, ο κόσμος εξεγείρεται πιο εύκολα με ζητήματα που αφορούν το βιοτικό του επίπεδο και τη δυνατότητά του να ζει αξιοπρεπώς και λιγότερο με θέματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Ένα κρίσιμο ζήτημα, αν θες να παράξεις κοινωνικές αντιδράσεις, είναι να αναδείξεις τον τρόπο σύνδεσης του θεσμικού αυταρχισμού με την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Γνωρίζουμε, τόσο από την ιστορία όσο και από τη σύγχρονη εμπειρία, ότι αυτά τα δύο πεδία αλληλοτροφοδοτούνται. Το να μην έχεις να πληρώσεις το ρεύμα, το να μην μπορείς να καλύψεις βιοτικού χαρακτήρα ανάγκες, μας επιστρέφει στον 19ο αιώνα. Στο Σύνταγμά μας υπάρχουν κοινωνικά δικαιώματα που προστατεύονται, αλλά δεν φαίνεται πλέον να δεσμεύουν την κρατική εξουσία. Για παράδειγμα, το άρθρο 21 (παρ. 4) προβλέπει ότι «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του κράτους». Σήμερα, έχουμε στεγαστική κρίση και αντί να εφαρμοστεί αυτό το δικαίωμα, αντί δηλαδή να μεριμνήσει το κράτος για την καταπολέμηση του φαινομένου, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, βλέπουμε πλειστηριασμούς και εξώσεις ακόμη και από την πρώτη κατοικία. Από εκεί και πέρα, υπάρχει και ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στην Αριστερά. Δεν μπορούμε να αγνοούμε τι συνέβη το 2015, οπότε η Αριστερά ηττήθηκε –οι συσχετισμοί στην Ευρώπη δεν επέτρεπαν να συμβεί και κάτι άλλο- και ο κόσμος που είχε επενδύσει στον ριζοσπαστισμό και την ανατροπή απογοητεύθηκε και αποσύρθηκε. Τα απόνερα αυτής της περιόδου τα ζούμε ακόμα.
 
 
 
Και πώς θα βγει στον δρόμο ο κόσμος;
 
Θα έλεγα ότι είναι αναγκαίες δύο συνθήκες. Η μία αφορά την ένταση των κοινωνικών αναγκών, ενώ η άλλη σχετίζεται με τη δυνατότητα ενός πολιτικού υποκειμένου να εμπνεύσει τον κόσμο και να οργανώσει την αντίδρασή του. Η γνώμη μου είναι ότι η στάση της Αριστεράς αυτή την περίοδο είναι μάλλον φοβική.
 
 
 
Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων έχει –εδώ και χρόνια- βρεθεί στο στόχαστρο, με τα ΜΜΕ να χαρακτηρίζουν απαξιωτικά ως «δικαιωματιστές» όσους τάσσονται σε αυτή την πλευρά. Η Αριστερά έχει παρασυρθεί και συχνά αποσύρεται από αυτές τις βασικές της αρχές, ούσα φοβική, όπως είπες…
 
Με τον «δικαιωματισμό» και τα «δικαιώματα» ξαναζούμε αυτό που ζήσαμε με τον «λαϊκισμό» και τον «λαό», κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Τότε διέστρεψαν την έννοια του λαού, προκειμένου να απαξιωθεί κάθε λαϊκή κινητοποίηση. Με τον ίδιο τρόπο τα δικαιώματα, τα οποία είναι κατάκτηση του Διαφωτισμού, είναι μέρος του Συντάγματός μας και όπλα άμυνας απέναντι στην κρατική εξουσία, διαστρέφονται ως προς το νόημά τους, επειδή αυτή τη στιγμή ενοχλούν την κρατική εξουσία. Όπως έλεγε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, επικαλούμενος την Ρόζα Λούξενμπουργκ, τα δικαιώματα που αξίζουν δεν είναι αυτά των συμφωνούντων, αλλά των διαφωνούντων, τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Και αυτά βλέπουμε σήμερα να πλήττονται με τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων, την επιβολή της μονοφωνίας στον Τύπο και την αποσιώπηση των «ενοχλητικών απόψεων», τις παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων, την υπονόμευση της δημοκρατικής λειτουργίας και διοίκησης των πανεπιστημίων. Φαίνεται ότι το κριτικό πνεύμα των πανεπιστημίων ενοχλεί… Γενικά, όπου υπάρχει δυνατότητα καλλιέργειας διαφορετικών απόψεων, η τάση της εξουσίας είναι να προσπαθεί να τις περιστείλει. Κατά συνέπεια, κάθε φορά που διαμορφώνεται μια δυναμική αμφισβήτησης του κυρίαρχου λόγου ή υπεράσπισης των ελευθεριών, η ιδεολογική καταγγελία από την πλευρά της εξουσίας κάνει λόγο για «λαϊκισμό» και «δικαιωματισμό», ενώ έχουμε να κάνουμε με λαό και δικαιώματα.
 
 
 
Ζούμε μια κρίση δημοκρατίας. Πώς πρέπει να φερθεί το πολιτικό σύστημα, προκειμένου να προστατευθεί και να φύγουμε από αυτή τη συνταγματική και πολιτική δυστοπία;
 
Δύο είναι τα στάδια. Το πρώτο αφορά την αντίδραση, τη διαμαρτυρία, την επίκληση της νομιμότητας και την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, ώστε να υπάρξει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαφάνεια στη δημόσια ζωή μέχρι και τις εκλογές. Από εκεί και πέρα, το καθήκον είναι διττό. Από τη μία πλευρά είναι αναγκαία η αποκατάσταση της νομιμότητας και η τήρηση του Συντάγματος και των νόμων από όποια επόμενη κυβέρνηση, ενώ από την άλλη χρειάζεται επειγόντως αναδιανομή πόρων, δηλαδή αποκατάσταση του κοινωνικού κράτους. Δεν μπορεί να υπάρξει μια υγιής δημοκρατία, η οποία θα έχει αυτοπεποίθηση και δεν θα φοβάται τους πολίτες, αν δεν είναι βασισμένη στην κοινωνική συνοχή. Αν λείπει το στοιχείο της κοινωνικής δικαιοσύνης, κάθε κυβέρνηση γίνεται φοβική, επιθετική και αυταρχική απέναντι στον λαό, τείνει να περιορίζει δικαιώματα, ατομικά και πολιτικά, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία. Αυτή η τάση πρέπει επειγόντως να αντιστραφεί.
 
Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός