Macro

H Ελληνική Επανάσταση και η σημασία της

Ο διεθνολόγος Αλέξης Ηρακλείδης, ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως για τα έργα του για την ελληνοτουρκική διένεξη στο Αιγαίο, το Κυπριακό και το Μακεδονικό. Στο νέο του βιβλίο ασχολείται με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, με έμφαση στην απαρχή τους κατά την Ελληνική Επανάσταση, στον εθνικισμό και στο εθνικό αφήγημα των δύο πλευρών, στο «Βορειο- ηπειρωτικό», στην ελληνική μειονότητα στην Αλβανία και στο ακανθώδες ζήτημα των Τσάμηδων. Το βιβλίο καταλήγει με προτάσεις για τη βελτίωση των ελληνοαλβανικών σχέσεων και την εδραίωση της φιλίας που είναι προς όφελος και των δύο λαών.

Πριν από διακόσια χρόνια ξεκίνησαν, με μνημειώδη τρόπο, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και μάλιστα αμφίσημα. Από τη μία ήταν ο κοινός αγώνας των Ελλήνων και των Χριστιανών Ορθόδοξων αλβανόφωνων […] για την ελευθερία της Ελλάδας, με τους αλβανόφωνους και τους λοιπούς αγωνιζόμενους Ορθόδοξους Χριστιανούς στην Ελληνική Επανάσταση να θεωρούν τους εαυτούς τους Ελληνες και όχι Αλβανούς […] Από την άλλη ήταν αντίπαλοι, με τους αλβανόφωνους Μουσουλμάνους στην υπηρεσία των Οθωμανών… (Σελ. 43).

Κατά τον ελληνικό αγώνα ανεξαρτησίας οι Αλβανοί/αλβανόφωνοι Τόσκηδες κυριολεκτικά κόπηκαν στα δύο: οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί Τόσκηδες, στους οποίους ανήκουν και οι Ορθόδοξοι Τσάμηδες (κατά κύριο λόγο οι Σουλιώτες) αγωνίστηκαν με τους Ελληνες/Ρωμιούς για την ελευθερία («ελευθερία ή θάνατος»)· οι δε Μουσουλμάνοι Τόσκηδες (και Γκέκηδες) με τους Οθωμανούς, ως αξιωματικοί ή στρατιώτες για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας […]

Ωστόσο, η στάση αντιπαλότητας, ειδικά των Μουσουλμάνων Τόσκηδων στις τάξεις του Οθωμανικού Στρατού (κυρίως ως μισθοφόροι) δεν ήταν τελείως δεδομένη· μολονότι αντίπαλοι των Ρωμιών στο πεδίο της μάχης, δεν ήταν πάντοτε αναφανδόν κατά των επαναστατημένων Ελλήνων και Χριστιανών Τόσκηδων, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για μια ιδιότυπη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. (Σελ. 44)

Σε ό,τι αφορά τους Ορθόδοξους Αλβανούς (Αρβανίτες) οι συναγωνιστές των Ελλήνων/Ρωμιών, ήταν […] το σύνολο των Σουλιωτών αγωνιστών (Ορθόδοξων Τσάμηδων από το Σούλι), το σύνολο των αγωνιστών της Υδρας και των Σπετσών, των πολλών Αλβανών αγωνιστών της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, οι οποίοι πολέμησαν και έδωσαν το αίμα τους ως «Ελληνες», αν και είχαν ως μητρική γλώσσα τα αλβανικά (συγκεκριμένα μια αλβανική τοσκική διάλεκτο) […] στρατεύτηκαν δε ισότιμα με τους Ελληνες, χωρίς καμία απολύτως διάκριση. (Σελ. 80)

Εδώ αξίζει να αναφερθούμε και σε μια βινιέτα, όταν στις 15 Απριλίου 1821 επαναστάτησε και η Υδρα, που ήταν το νησί με τον ισχυρότερο στόλο που ο ρόλος του θα ήταν αποφασιστικός στην Ελληνική Επανάσταση, ο πλοίαρχος Αντώνης Οικονόμου, με τη στήριξη άλλων πλοιάρχων, έκρουσε τους κώδωνες του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και, αφού συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός ναυτικών και άλλων κατοίκων, απεύθυνε «αλβανιστί» προκήρυξη υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. (Σελ. 82-3)

Παρά το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι Αλβανοί αποτελούσαν τον κύριο όγκο των οθωμανικών στρατευμάτων, εντούτοις υπήρχαν μεταξύ των Ρωμιών επαναστατών και των Μουσουλμάνων Τόσκηδων επαφές, σύντομες συμμαχίες, συμφωνίες, εξυπηρετήσεις, διευκολύνσεις, χάρες, κατόπιν συνεννόησης ή και σιωπηρά. Θα έλεγε κανείς ότι ναι μεν ήταν αντίπαλοι, αφού τους χώριζε η θρησκεία και οι διαφορετικές προτεραιότητες, εντούτοις, περιέργως, δεν ήταν αδυσώπητοι εχθροί που μισούσαν ο ένας τον άλλο, όπως κανονικά συμβαίνει με αντιπάλους σε ένοπλες συγκρούσεις. (Σελ. 88)

Οι Ελληνες, στο σημερινό ελληνικό εθνικό αφήγημα, έχουν την τάση να λησμονούν ότι μεγάλο μέρος των αγωνιστών του 1821 δεν ήταν εθνοτικά Ελληνες και «βαπτίζουν» Ελληνες όλους τους Αλβανούς/Αρβανίτες αγωνιστές του 1821, ακόμη και τους Υδραίους και τους Σουλιώτες, ως «Αλβανοί» αναφέρονται ονομαστικά μόνο δυο ή τρεις «Τουρκαλβανοί» που δεν πολέμησαν με τους Οθωμανούς. (Σελ. 84).

Κατά τον 19ο αιώνα το ελληνικό κοινό ήταν πολύ πιο ειλικρινές απ’ ό,τι είναι σήμερα, και ο μέσος κάτοικος της Ελλάδας είχε καλύτερη επίγνωση του τι είχε πράγματι συμβεί το 1821-1831. Οχι άλλος από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό ιστορικό, σε κείμενό του με τίτλο «Εισαγωγή εις την ιστορίαν της αναγεννήσεως του ελληνικού έθνους» παραδεχόταν άνευ εταίρας ότι οι Αλβανοί «είχαν πρωταγωνιστήσει στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας». Και η εφημερίδα Ακρόπολις έγραφε επιγραμματικά, ογδόντα χρόνια μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης (15 Ιουλίου 1912), «οι αγώνες της απελευθερώσεως της Ελλάδος υπήρξαν Ελληνοαλβανικοί», προσθέτοντας εύστοχα, αλλά μάλλον με πικρία: «Αλλά η συγγένεια δεν είναι ταυτότης. Υπάρχουσιν Ελληνες και υπάρχουν Αλβανοί». (Σελ.85-6)

Οι σημερινοί Αλβανοί πάλι, στο αλβανικό εθνικό αφήγημα, θεωρούν ότι η Ελληνική Επανάσταση διεξήχθη από κοινού από Ελληνες και Αλβανούς, και αναφέρονται ειδικά στους Σουλιώτες, στους Υδραίους και τους Σπετσιώτες (και βέβαια στην Μπουμπουλίνα), με τους περίπου μισούς αγωνιστές να είναι Αλβανοί, όπως υποστηρίζουν, και τους πιο επιφανείς οπλαρχηγούς να είναι Αλβανοί. Κατόπιν αυτού, οι περισσότεροι σύγχρονοι Αλβανοί δυσκολεύονται να απαντήσουν στο εξής ερώτημα: γιατί η παρουσία των αλβανικής καταγωγής ως πρωταγωνιστών στη γέννηση και, στη συνέχεια, στην εξέλιξη του ελληνικού κράτους και της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του δεν είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας «μεγάλης Αλβανίας» και μιας «μικρής Ελλάδας», ή έστω μιας Αλβανο-Ελλάδας, αλλά οδήγησε σε μια «μεγάλη Ελλάδα» και σε μια «μικρή Αλβανία»; Προφανώς αδυνατούν να αποδεχτούν το προφανές, ότι όλα αυτά συνέβησαν γιατί το αλβανικό έθνος είναι μεταγενέστερο του ελληνικού έθνους και οι τότε Αλβανοί/Αρβανίτες ζούσαν νοερά στην προ-νεωτερική εποχή, με τους Ορθόδοξους Χριστιανούς να ταυτίζονται πλήρως με τους Ελληνες. (Σελ. 86-7).