Συνεντεύξεις

Φανή Κουντούρη: Η εμπιστοσύνη πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα

Η επικοινωνία και η πολιτική ως αλληλοσυμπληρούμενα πεδία, τα συναισθήματα εμπιστοσύνης, αβεβαιότητας και ανασφάλειας, το αντικυβερνητικό ρεύμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η στοχοποίηση των νέων και η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ είναι τα θέματα που συζητήσαμε με την επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας, στο Πάντειο πανεπιστήμιο, τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Φανή Κουντούρη. Όπως η ίδια σημειώνει: «Τα συναισθήματα της οικονομικής επισφάλειας αβεβαιότητας, άγχους, απογοήτευσης και θυμού βαθαίνουν στο κοινωνικό σώμα και συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα».

 

Τη συνέντευξη πήραν  Ιωάννα Δρόσου κι ο Παύλος Κλαυδιανός

Πώς αξιολογείς την κυβερνητική πολιτική και πώς την επικοινωνιακή στρατηγική της κυβέρνησης; Είναι δύο αντιπαραθετικά πεδία η επικοινωνία με την πολιτική, με τον τρόπο που κινείται η ΝΔ, ή αλληλοσυμπληρούμενα;

Επί της αρχής να διευκρινίσω ότι η επικοινωνία είναι μέρος της πολιτικής, είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πολιτική και αντανακλά, τελικά, την αντίληψη της πολιτικής, επομένως ως αλληλοσυμπληρούμενα πεδία μπορώ να τα δω. Η κυβέρνηση είχε ξεκινήσει από τις εκλογές του 2019 με μία τριπλή ατζέντα, τη μεταρρυθμιστική, την ατζέντα της τάξης και της ασφάλειας και την ατζέντα της πόλωσης, υπό τη σκέπη ενός μοντέλου διακυβέρνησης συγκεντρωτικού και προσωποπαγούς, του λεγόμενου επιτελικού κράτους. Η ατζέντα αυτή εξελίσσεται και μέσα στην πανδημία, ενώ αυξομειώνεται η ένταση του κάθε στοιχείου ανάλογα με τις περιόδους. Για παράδειγμα, η ατζέντα του νόμου και της τάξης, ενώ είναι σημαία του κυβερνητικού αφηγήματος, και θα βρει την έκφρασή της στον αστυνομοκρατούμενο νόμο για το πανεπιστήμιο, θα μπει σε αθόρυβη λειτουργία μετά τα επεισόδια στην Νέα Σμύρνη. Η μεταρρυθμιστική ατζέντα θα βρει πλέον την έκφρασή της στο σχέδιο Εθνικής Ανάκαμψης, σε νομοσχέδια που αναμένεται να αναδιατάξουν τον κοινωνικό ιστό (το αναμενόμενο νομοσχέδιο για τα εργασιακά), ενώ έχει ήδη εμπεδωθεί σε πολλά νομοσχέδια (περιβάλλον, οικογενειακό δίκαιο μεταξύ άλλων) που έχουν προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις. Η στρατηγική της πόλωσης έγκειται στη στοχοποίηση του αντιπάλου ακροβατώντας μεταξύ ηθικού και πολιτικού στιγματισμού του. Ο τέταρτος εδώ και έναν χρόνο πυλώνας της στρατηγικής είναι η διαχείριση της πανδημίας, όπου ο διαμοιρασμός των αποφάσεων με την επιτροπή των ειδικών δημιουργεί νέα δεδομένα στην έννοια της διακυβέρνησης, και φυσικά επιμερίζει την ευθύνη διαχείρισης του προβλήματος. Τα παραπάνω επιχειρούνται μέσα σε ένα πολύ ευνοϊκό για την κυβέρνηση περιβάλλον δημοσιότητας, οπότε και εργαλειοποιείται η διαχείριση των εντυπώσεων μέσω ενός συστηματικού παιχνιδιού αλλαγής της ατζέντας σε θέματα ευνοϊκά για την κυβέρνηση και εξωραϊσμού των γεγονότων της επικαιρότητας.

 

Και το κερδίζει, κατά τη γνώμη σου;

Το παραπάνω αφήγημα φαίνεται να αντιρροπίζεται από ορισμένες δυναμικές. Πρώτα από όλα, υποχωρούν συναισθήματα αντι-κινητοποιητικά όπως ήταν ο φόβος στην πρώτη φάση της πανδημίας. Τα στοιχεία δείχνουν την εμβάθυνση των συναισθημάτων της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας (Διανέοσις, 56.5% και 51,9% συνολικές αναφορές) ενώ ενισχύεται σημαντικά η εκτίμηση ότι η χώρα δεν κινείται στη σωστή κατεύθυνση (Διανέοσις, από 9.6% τον Απρίλιο του 2020 σε 44.5% τον Μάρτιο του ’21) όπως και ότι η διαχείριση της πανδημίας δεν κινείται στη σωστή κατεύθυνση (Διανέοσις, 42.8%). Η αβεβαιότητα είναι διαγενεακό αίσθημα το οποίο δεν ανιχνευόταν τον Απρίλιο του 2020. Επομένως, βαθαίνει η κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας απέναντι στην κυβέρνηση, παράλληλα με την απουσία θετικών συναισθημάτων (η αισιοδοξία από 40% τον Απρίλιο του ’20 έχει υποχωρήσει σε 16% τον Μάρτιο του ’21). Δεύτερον, διαμορφώνεται ένα κοινό αίσθημα αδικίας και μία εικόνα συστημισμού και καθεστωτισμού που πλήττει το προφίλ τόσο του πρωθυπουργού (κυρίως μετά την Ικαρία) όσο και κορυφαίων υπουργών (Πολιτισμού και ΥΠΠΟ). Τρίτον, ενισχύεται ένας αντίρροπος ψηφιακός ενημερωτικός πόλος, όπου αναδεικνύονται θέματα εκτός συστημικής μιντιακής ατζέντας, όπου έχουμε καθαρή κυριαρχία του κυβερνητικού αφηγήματος. Τέταρτον, έχω την αίσθηση ότι η Νέα Σμύρνη καταγράφεται ως μια αναδιάταξη κοινωνικών δυνάμεων. Τέλος, το πλήγμα στο επιτελικό κράτος, κατά την κακοκαιρία της «Μήδειας» είναι σημαντικό. Ας έχουμε κατά νου ότι πολλές φορές είναι τα μικρά της καθημερινότητας, που γίνονται μεγάλα και οδηγούν σε αποδοκιμασία. Έχουμε δει και άλλες φορές στη μεταπολιτευτική μας ιστορία το ρόλο που παίζει η καθημερινότητα του πολίτη, τα μικρά επεισόδια γραφειοκρατίας και αναποτελεσματικότητας που ταλανίζουν τα μεγάλα οράματα επανίδρυσης του κράτους.

 

Τα ρήγματα που καταγράφονται θεωρείς ότι διαμορφώνουν ένα κλίμα αντιπαράθεσης στο κοινωνικό σώμα με την κυβερνητική πολιτική; Αν εστιάσουμε στις ανακοινώσεις για το Ταμείο Ανάπτυξης, τότε γίνεται καταφανής ο επιδιωκόμενος κοινωνικός μετασχηματισμός. Θα προκαλέσει πιστεύεις τριγμούς στο κοινωνικό σώμα;

Αυτό που ο πρωθυπουργός παρουσίασε ως «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης» δεν έχει αρχίσει ακόμα να γράφει στην κοινωνία. Θα φανεί στη συνέχεια αν θα καταφέρει να στηρίξει τις πληττόμενες από την πανδημία μικρομεσαίες επαγγελματικές ομάδες. Πρέπει, ωστόσο, να συνυπολογίσουμε αντιδράσεις που δείχνουν ισχυρούς τριγμούς στην κοινωνία. Από τη μία, όσα καταγράφονται στις έρευνες, και του εμπεδωμένου πλέον διαγενεακού και διαταξικού αισθήματος αβεβαιότητας και οικονομικής ανασφάλειας, όχι μόνο για τους νέους (18-34) που οι έρευνες δείχνουν ότι το βασικό τους πρόβλημα είναι η οικονομική ανασφάλεια και η ανεργία. Από την άλλη, οι πρόσφατες αντιδράσεις των εμπόρων σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα αλλά και οι αντιδράσεις στο χώρο της εστίασης (με την παράδοση των κλειδιών των επιχειρήσεων στον υπουργό), αναδεικνύουν ρήγματα με πληττόμενες επαγγελματικές ομάδες από το πολύμηνο lock down. Τα συναισθήματα της οικονομικής επισφάλειας αβεβαιότητας, άγχους, απογοήτευσης και θυμού βαθαίνουν στο κοινωνικό σώμα και συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η μεσαία τάξη θα επιστρέψει δυναμικά και θα πρωταγωνιστήσει, έχω την αίσθηση, και στις επόμενες εκλογές.

 

Γίνεται συνεχώς μια προσπάθεια στρέβλωσης της κατάστασης από πλευράς της κυβέρνησης, όσον αφορά την οικονομία, αλλά και τη διαχείριση της πανδημίας, ώστε να παρουσιαστεί ένα ακόμα success story. Αυτό τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στην κοινωνία; Επιτείνει την κυβερνητική φθορά;

Δύο είναι οι μηχανισμοί της επιρροής στον πολιτικό και μιντιακό λόγο. Ο πρώτος είναι η ατζέντα, το πώς θα αναδείξεις κάποια γεγονότα, ενώ την ίδια στιγμή θα ρίξεις στο σκοτάδι κάποια άλλα. Ο δεύτερος είναι η επανερμηνεία των γεγονότων, η επανατοποθέτηση του κάδρου ώστε να δεις αυτό που θέλω να δείξω, ώστε να εξωραΐσω μία προβληματική κατάσταση. Αυτοί οι δύο μηχανισμοί συγκροτούν ένα κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής στρατηγικής, που συναντά και το μιντιακό λόγο. Πρόκειται για μία σύμπλευση κυβέρνησης και ΜΜΕ που δημιουργεί τις προϋποθέσεις κυριαρχίας στη δημόσια σφαίρα, αποδίδοντας θετικό πρόσημο στις κυβερνητικές δράσεις: Η πανδημία ορίζεται ως εξωγενής αόρατος εχθρός που απαιτεί συστράτευση της κοινωνίας, οι ευθύνες επιμερίζονται στην επιτροπή, στους νέους, στις φαρμακευτικές, στις ατομικότητες, στον ΣΥΡΙΖΑ, και η διαχείριση των λύσεων λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με την Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η διαχειριστική ανεπάρκεια μετατρέπεται σε επάρκεια, συγκριτικά με την Ευρώπη, ο εμβολιασμός σε επιχείρηση ελευθερίας, το άνοιγμα της οικονομίας σε αναπροσαρμογή δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι η συναίνεση του πρώτου κύματος, μετά το πολύμηνο λοκντάουν να μετατρέπεται σε πολιτική πόλωση και κοινωνική απόγνωση στο τρίτο κύμα. Η απώλεια της εμπιστοσύνης στη διαχείριση της πανδημίας, θεωρώ ότι φθείρει την εικόνα αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης.

 

Πιστεύεις ότι η στοχοποίηση των νέων ήταν λάθος της κυβέρνησης;

Με έχει απασχολήσει και εμένα αυτό το ερώτημα, του πώς και γιατί έριξε την ατομική ευθύνη στις πλάτες των νέων και τους έβαλε απέναντι, αν και πλέον η στρατηγική αλλάζει. Νομίζω ότι αξίζει λίγο να σταθούμε στο ζήτημα της ατομικής ευθύνης. Έως τον 19ο αιώνα ζητήματα σχετιζόμενα με τη φτώχεια, τις κακές εργασιακές συνθήκες δεν θεωρούνταν κοινωνικά προβλήματα, αλλά φυσικές και αναπόδραστες καταστάσεις. Η αναγνώριση των προβλημάτων, ως τέτοιων συνδέεται με την άρση της εξατομικευμένης πρόσληψης της ευθύνης και με την αντίληψη πλέον ότι τα προβλήματα έχουν τις αιτίες τους στα κοινωνικά περιβάλλοντα και απαιτούν πολιτικές λύσεις. Αυτή η εξατομίκευση των προβλημάτων επανέρχεται σήμερα στον πολιτικό και μιντιακό λόγο ως στρατηγική επιλογή. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Το έχουμε ξαναδεί, την περίοδο των μνημονίων όταν στοχοποιήθηκαν επαγγελματικές ομάδες. Είναι, άλλωστε, ένας μηχανισμός που ενεργοποιείται σε περιπτώσεις διαχείρισης κρίσεων. Και εν μέρει αποδίδει. Σε δημοσκόπηση της PALMOS ANALYSIS, τον Μάρτιο του 2021, το 30% αποδίδει την αρνητική εξέλιξη του τρίτου κύματος της πανδημίας σε έλλειψη ατομικής ευθύνης από τους πολίτες και το 34% σε λάθος μέτρα από την κυβέρνηση. Από την άλλη, στην έρευνα του Ινστιτούτου Πουλαντζάς φάνηκε ότι οι νέοι είναι απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, αφού το 73% δηλώνει ότι διαφωνεί με την άποψη ότι οι νέοι έχουν μεγαλύτερο μέρος ευθύνης. Μάλιστα, οι νέοι βιώνουν τα πιο έντονα συναισθήματα απόγνωσης και απογοήτευσης. Ενώ, λοιπόν, βλέπουμε αυτή τη στρατηγική επιλογή να αποδίδει σε ένα μέρος της κοινωνίας, παράλληλα οι νέοι της γυρίζουν την πλάτη. Και νομίζω ότι σύντομα θα δούμε αναθεωρήσεις. Όπως, αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται τώρα στους νοικοκυραίους. Αυτές οι στρατηγικές επιλογές μαρτυρούν την ισχυροποίηση στον πολιτικό ανταγωνισμό της ηλικιακής διαιρετικής τομής, των νέων απέναντι στους νοικοκυραίους.

 

Στοχοποιήθηκαν από την κυβέρνηση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ως μέσα αντίθετα προς τη δημοκρατία, από τη στιγμή που αποτελούν εστίες αντίστασης. Έγιναν δε και προσπάθειες περιορισμού τους. Τι μπορεί να προκαλέσει μία τέτοια κίνηση;

Πρέπει να ξεκινήσουμε από το ότι κυριαρχεί η πληροφοριακή μονομέρεια, ο συντονισμός των παραδοσιακών μέσων σε μία γραμμή η οποία είναι κυβερνητικά ευνοϊκή. Εδώ τίθεται φυσικά ένα ζήτημα δημοκρατίας θεμελιώδες διότι ο πλουραλισμός στην ενημέρωση είναι προϋπόθεση των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Αυτή η εξέλιξη δυναμώνει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως, που συστήνονται αυτή τη στιγμή ως το αντίπαλο δέος στα ΜΜΕ, γιατί επιτρέπουν στους πολίτες πέρα από σχολιαστές και παραγωγοί λόγου να γίνουν και παραγωγοί περιεχομένου και πληροφορίας που διαφεύγουν από τον κυβερνητικό έλεγχο. Σε αυτό προσθέστε στοιχεία, όπως η ταχύτητα και ο όγκος διάδοσης των πληροφοριών, η διεύρυνση της ορατότητας θεμάτων και η ενίσχυση των πληροφοριακών αντιστάσεων των πολιτών. Έχουμε, όμως, και τη σκοτεινή πλευρά της διαδικτυακής ελευθερίας (fake news, παραπληροφόρηση, λόγος μίσους) και τη διάψευση ότι αυτό που φαίνεται ως ο απόλυτος δημόσιος χώρος, είναι η αυλή ορισμένων ολιγοπωλιακών παικτών. Σήμερα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύεται ένα αντικυβερνητικό ρεύμα, παρόμοιο με το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα προηγούμενων ετών, που ειρωνεύεται όλες τις διακηρυγμένες αρχές αυτής της κυβέρνησης, την αριστεία, την τεχνοκρατία, την αξιοκρατία, τη διαχειριστική επάρκεια, που είναι φυσικό ότι ενοχλεί. Επιδιώχθηκε από διαχειριστές περιεχομένου να επιβάλλουν απαγορεύσεις σε χρήστες, γεγονός που μας έβαλε σε υποψίες για τα όρια των οικονομικών συμφερόντων που είναι πίσω από τα ΜΚΔ, τις σχέσεις τους με την πολιτική αλλά και τη δυνατότητά τους να επηρεάζουν το δημόσιο διάλογο. Όπως μάθαμε να είμαστε κριτικοί στη λειτουργία των παραδοσιακών ΜΜΕ θα πρέπει να καλλιεργήσουμε τις αντιστάσεις μας και στο ψηφιακό περιβάλλον.

 

Πώς κρίνεις τον τρόπο που πολιτεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ; Θεωρείς ότι αποδίδει η στρατηγική της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς μέχρι τώρα δεν καταγράφεται κάτι τέτοιο στις δημοσκοπήσεις. Γιατί, νομίζεις, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αξιοποιεί δημοσκοπικά τη φθορά της κυβέρνησης;

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέρχεται σταδιακά από μια φάση στρατηγικής αμηχανίας, μετά τις εκλογές του 2019, χωρίς να έχει ανακτήσει στέρεα το βηματισμό του. Και αυτό θεωρώ ότι εν μέρει αντανακλάται στις δημοσκοπήσεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ βλέπω δύο όψεις στρατηγικής. Από τη μία, μια μάκρο-στρατηγική όπου ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλει το πρόγραμμά του (Μένουμε όρθιοι Ι και ΙΙ, θέσεις για την υγεία, κ.λπ.) και αναδεικνύει ζητήματα δημοκρατίας και δικαιωμάτων. Αναμένω ότι οι προτάσεις θα ενισχυθούν με τα εργασιακά και πρέπει με τα περιβαλλοντικά ζητήματα. Πρόκειται για την οικοδόμηση της εικόνας του ως δύναμης κυβερνητικής και μεταρρυθμιστικής, ως πυλώνας του πολιτικού δικομματισμού. Από την άλλη, εντοπίζω μία μεσο-στρατηγική πολιτικοποίησης ζητημάτων επικαιρότητας που έχουν προκύψει σε αυτό τον πυκνό πολιτικό χρόνο των τελευταίων μηνών. Σε αυτή τη στρατηγική διακρίνω δύο αδυναμίες. Η πρώτη είναι η εξωστρέφεια και η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να συνδεθεί με την κοινωνία. Αυτό έχει να κάνει φυσικά με τον αποκλεισμό του από τα ΜΜΕ, αλλά πρέπει να μπορέσει να παρακάμψει τον αποκλεισμό και να συναντηθεί τον κόσμο. Στην κατεύθυνση αυτή, θεωρώ λάθος που δεν έχει συγκροτήσει ειδικές θεματικές επιτροπές, με την αξιοποίηση ειδικών εκτός και εντός κόμματος, ώστε η πολιτικοποίηση των ζητημάτων της επικαιρότητας να μην μένει στο επίπεδο του σχολιασμού αλλά να προσφέρει αντιπροτάσεις στις κυβερνητικές επιδιώξεις. Και, τέλος, υπάρχει ένας επικοινωνιακός θόρυβος που συνδέεται με την εσωστρέφεια του ΣΥΡΙΖΑ, τα ζητήματα εσωκομματικής συνοχής και τις συχνές διαφοροποιήσεις στελεχών. Υπάρχει, τέλος, το ζήτημα της ανάκαμψης της εμπιστοσύνης στο κόμμα αφού έχει επικρατήσει πολύ περισσότερο η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ του Ιουλίου του 2015 παρά του Απριλίου του 2019 και ό,τι κόμισε στο τέλος της διακυβέρνησής του.

 

Είχαμε μιλήσει παλιότερα για την ελπίδα, ένα αφήγημα που έδωσε ώθηση στον ΣΥΡΙΖΑ. Τι θα μπορούσε να προτάξει τώρα;

Αυτό που λείπει είναι ένα αφήγημα που θα είναι ο συνδετικός κρίκος, η συγκολλητική ουσία των επιμέρους στρατηγικών. Διακρίνω και τώρα αυτό που είδαμε στις αρχές του 2010, τη διάρρηξη του πολιτικού δεσμού, που συνδέεται με την κρίση εμπιστοσύνης, την υπερίσχυση αρνητικών συναισθημάτων, την οικονομική απόγνωση, το σπάσιμο του κοινωνικού δεσμού με την στοχοποίηση πληθυσμιακών ομάδων. Θεωρώ ότι χρειάζεται ένας ορατός στόχος μακροπρόθεσμος που θα εμπνέει θετικές προβολές απέναντι ένα δυστοπικό παρόν. Η εμπιστοσύνη είναι καίρια έννοια, όπως και το αίσθημα της ασφάλειας (οικονομικής, επαγγελματικής, συναισθηματικής). Η κοινωνία θέλει να αισθάνεται ασφάλεια, ειδικά σε έναν κόσμο ρωγμών, ρήξεων και πολλαπλών διακινδυνεύσεων. Η εμπιστοσύνη εμπεδώνει τη βεβαιότητα της οικονομικής, υγειονομικής και συναισθηματικής ύπαρξης, αλλά πρέπει να μετατραπεί σε πολιτικό σύνθημα.

 

Ο πρωθυπουργός στο «Βήμα» μίλησε για την ευτυχία ως το όραμα για τα επόμενα 100 χρόνια. Είναι η ευτυχία το συναίσθημα που θα μπορούσε να εκφράσει την επισφάλεια;

Διαβάζοντάς το αναρωτήθηκα πώς μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό στόχο τα επόμενα χρόνια η ευτυχία, μία απρόβλεπτη και υποκειμενική έννοια; Ο Ρόμπερτ Ντάλ, καθηγητής στο Γέιλ, γράφει σε ένα βιβλίο του περί πολιτικής ισότητας ότι «οι άνθρωποι αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του γεγονότος ότι η κυρίαρχη κουλτούρα του ανταγωνιστικού καταναλωτισμού δεν τους κάνει πιο ευτυχισμένους και έτσι οδηγούνται σε μια κουλτούρα της πολιτειότητας που ενθαρρύνει το κίνημα προς τη μεγαλύτερη πολιτική ισότητα μεταξύ των πολιτών». Διαβάζοντας αυτό το απόσπασμα σκέφτομαι ότι η συζήτηση περί ευδαιμονισμού και ευτυχίας φαίνεται κάπως ξεθωριασμένη. Αυτή ήταν η υπόσχεση της επιστήμης, της τεχνολογίας, της αγοράς ήδη από το 19ο αιώνα. Πώς μπορεί, λοιπόν, σήμερα που διευρύνεται η επισφάλεια των πολιτών και οι ανισότητες, να ορίζεται ως έννοια αναφοράς για τα επόμενα εκατό χρόνια μια έννοια τόσο σχετικιστική, που απαιτεί την άρση των παραπάνω επισφαλειών, χωρίς να μας λέει πώς θα γίνει αυτό. Και καταλήγω ότι είναι ένα εύρημα που δημιουργεί μία αισιοδοξία. Δεν νομίζω ότι είναι η έννοια που μπορεί να γίνει πολιτικός στόχος. Είναι μια έννοια έωλη. Ο κόσμος βγαίνοντας από την πανδημία θα διψάσει για μια νέα ελπίδα και η έννοια της ευτυχίας είναι ατομοκεντρική και συνδέεται με τον ευδαιμονικό φιλελευθερισμό απέναντι στην αναδυόμενη ανάγκη της ισότητας, της ασφάλειας, της συμμετοχής που πρέπει να χτιστεί σε μία κουλτούρα κριτικής εμπιστοσύνης.

Πηγή: Η Εποχή