Συνεντεύξεις

Θοδωρής Δρίτσας: Στη στρατηγική της έντασης αντιτάσσουμε τη στρατηγική των δημοκρατικών αγώνων

Συνέντευξη στον Κώστα Παπαγιάννη

 

* Ποια είναι η εκτίμησή σας για την εισβολή των ΜΑΤ στην ΑΣΟΕΕ; Ήταν μια κίνηση επικοινωνιακού χαρακτήρα ή υπάρχει μια στρατηγική επιλογή δημιουργίας έντασης από τη μεριά της κυβέρνησης;

Η εισβολή των ΜΑΤ στη ΑΣΟΕΕ δικαίως γέννησε ισχυρές αντιδράσεις. Όσο κι αν η κυβέρνηση επιχείρησε να μας μπερδέψει με «γιάφκες, ορμητήρια και τρομοκρατία», η αστυνομική εισβολή αποτελεί την επιτομή της ανομίας. Δεν είναι μόνο η βάρβαρη απαξίωση της ιστορικής κατάκτησης του πανεπιστημιακού ασύλου, που έτσι κι αλλιώς η Ν.Δ. το κατήργησε με νόμο. Είναι η αναιδής καταστολή και αμφισβήτηση αυτού καθ’ αυτού του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι!

Η στρατηγική της έντασης είναι δομικό στοιχείο των επιλογών κάθε αυταρχικής κυβέρνησης, παντού, σε όλο τον κόσμο. Είναι άκρως επικίνδυνη επιλογή, πολύ περισσότερο που συνήθως είναι επιλογή ανασφάλειας και αδυναμίας υπό τον μανδύα της ισχύος. Οι πραγματικά δημοκρατικές κυβερνήσεις επιλέγουν την ισχύ της καταλαγής και της επιείκειας. Αυτή είναι η δύναμή τους και όχι η αδυναμία τους. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις, ακριβώς επειδή είναι αδύναμες, επιλέγουν την ένταση, που σημαίνει κλιμάκωση της αστυνομικής βίας… «κι όποιος αντέξει».

Πρόκειται για πολύ επικίνδυνη εξέλιξη. Απαιτείται δημοκρατικό, κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο αντίστασης και υπεράσπισης ελευθεριών και δικαιωμάτων. Μέτωπο μαχητικής, ειρηνικής και μαζικής υπεράσπισης της κοινωνικής συνοχής. Γιατί οι καιροί είναι και παραμένουν δύσκολοι και κρίσιμοι. Οι μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί η σημερινή πραγματικότητα μόνο στην κοινωνική ενότητα και συνοχή μπορούν να στηρίζονται. Στη στρατηγική της έντασης και της αστυνομοκρατίας απαντάμε με τη στρατηγική των δημοκρατικών αγώνων.

Η Δεξιά, η Ν.Δ. σήμερα, συγκροτείται από παλιά και νέα υλικά, εντελώς ακατάλληλα για τέτοιους δημοκρατικούς στόχους. Ιδιαίτερα με τους σημερινούς συσχετισμούς εντός της κυβερνητικής πλειοψηφίας, το κράτος δικαίου είναι πρόσχημα και πολυτέλεια. Η επιλογή τους είναι το αστυνομικό κράτος. Φοβάμαι πως αυτός είναι και διεθνώς ο σκληρός πυρήνας του κράτους της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού. Γιατί, μην γελιόμαστε, όλα αυτά γίνονται για να προβλεφθούν και να υποταχθούν οι κοινωνικές αντιστάσεις απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου, που μαζί με πολλά άλλα, αυξάνει περαιτέρω δραματικά τις κοινωνικές ανισότητες και κλονίζει την κοινωνική συνοχή.

 

* Τις τελευταίες μέρες καταγγέλλονται συνεχώς περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. Η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο ακραίων ομάδων εντός της αστυνομίας ή έχει επιλέξει μια πολιτική αστυνομοκρατίας και με ποιον στόχο;

Δεν αγνοούμε και δεν ξεχνάμε ότι η «ασφάλεια του νόμου και της τάξης» ήταν το ένα από τα δύο τοξικά δόγματα με τα οποία κατάφεραν να δηλητηριάσουν προεκλογικά τον δημόσιο βίο η Ν.Δ. και το σύστημα συμφερόντων που τη στηρίζει. Το άλλο ήταν το προσφυγικό. Είναι λογικό να είναι πλέον ως κυβέρνηση η Ν.Δ. δέσμια των επιλογών της. Όταν επιλέγεις καταστολή, θες δεν θες στηρίζεσαι και δίνεις χώρο στην αστυνομοκρατία και στους αυθεντικούς πολιτικούς και επιχειρησιακούς ακροδεξιούς θύλακες, οι οποίοι καθίστανται ηγεμονικοί στο κυβερνητικό μπλοκ εξουσίας. Έτσι είναι. Η πολιτική σε πάει, δεν την πας απ’ τη στιγμή που έχει γίνει η πρώτη, κυρίαρχη και καθοριστική επιλογή.

Όσο κυβερνά η Ν.Δ., η αστυνομική αυθαιρεσία θα μεγαλώνει. Γιατί είναι το γνήσιο παράγωγο του κυρίαρχου κυβερνητικού σχεδίου. Όχι μόνο ο κ. Χρυσοχοΐδης, αλλά κυρίως ο κ. Μητσοτάκης είναι ο βασικός υπεύθυνος και υπόλογος για την αστυνομική αυθαιρεσία. Η πολιτική του τη γεννά και την ενθαρρύνει. Είναι γι’ αυτό και επικίνδυνος, και υπόλογος.

 

* Ποια είναι η άποψή σας για την κυβερνητική πολιτική στο προσφυγικό – μεταναστευτικό; Συμφωνείτε με την εκτίμηση περί εγκλωβισμού της στην προεκλογική ρητορική, η οποία έρχεται να συγκρουστεί με την πραγματικότητα;

Το προσφυγικό – μεταναστευτικό, μαζί και με το “Μακεδονικό”, είναι τα μετεκλογικά «Βατερλό» της κραυγαλέας και επικίνδυνης ανευθυνότητας που χαρακτήρισε τη Δεξιά και το σύστημά της προεκλογικά. Με όχημα την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τη μισαλλοδοξία και την παραπληροφόρηση επηρέασε καθοριστικά κρίσιμο ποσοστό πολιτών, γεγονός που έκρινε σε σημαντικό βαθμό το εκλογικό αποτέλεσμα. Σήμερα η Ν.Δ. είναι πλέον πολλαπλά εκτεθειμένη και στα δύο πεδία. Είναι ένοχη.

Αυτό όμως δεν μειώνει τη σοβαρότητα του ζητήματος. Αντίθετα, την επαυξάνει. Γι’ αυτό κι εδώ οφείλουμε να συγκροτήσουμε κοινωνικό και πολιτικό δημοκρατικό μέτωπο αλληλεγγύης και ανθρωπισμού, μόνιμο και ισχυρό φραγμό στη μισαλλοδοξία, την ξενοφοβία και δτον εθνικισμό. Κορυφαία ζητήματα αυτά για την προγραμματική αντιπολίτευση που οφείλουμε να κάνουμε. Μόνο η υπεράσπιση των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών μπορεί να μας κάνει αξιόπιστους για τη διεθνοποίηση του ζητήματος και την ισοκατανομή των βαρών, αλλά και για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Τα συμφέροντα των προσφύγων και των μεταναστών δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων, αρκεί να τηρούνται κατά γράμμα οι διεθνείς συμβάσεις για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και στην Ελλάδα, και στην Ευρώπη.

 

* Συμφωνείτε με την άποψη ότι παράλληλα με τη διακυβέρνηση η Ν.Δ. επιχειρεί να δώσει και μία ιδεολογική «μάχη», να πάρει μια «ιδεολογική ρεβάνς» από την Αριστερά;

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς συστηματικός πολιτικός αναλυτής για να εντοπίσει ότι η Ν.Δ. στην επικοινωνιακή ρητορική της δεν χρησιμοποιεί ποτέ για παράδειγμα, τον όρο ανεργία. Αρέσκεται στον όρο απασχόληση και στα συναφή. Το ίδιο συμβαίνει με το κράτος πρόνοιας, με το κοινωνικό κράτος ή με το κράτος δικαίου. Ποτέ επίσης δεν νοηματοδοτεί και δεν συνδέει άρρηκτα την ανάπτυξη με την πρόοδο, δηλαδή με τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, με τα εργασιακά δικαιώματα, με την προστασία του περιβάλλοντος και γενικά με την υπεράσπιση κοινωνικών κατακτήσεων. Ούτε βέβαια συνδέει την ανάπτυξη με τη δημοκρατία.

Προφανώς, επομένως, η Δεξιά καταπιέζεται από την αδιαμφισβήτητη υπεροχή και πληρότητα του ιδεολογικού λόγου της Αριστεράς. Αυτό δεν μπορεί να το αντέξει, πολύ περισσότερο τώρα, που διακατέχεται από το άγχος να προσδώσει στην εκλογική νίκη της χαρακτηριστικά στρατηγικής νίκης. Θα έλεγε κανείς ότι τώρα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, αισθάνονται ότι είναι γι’ αυτούς ευκαιρία να κατοχυρώσουν άπαξ διά παντός, την ιδιοκτησία τους στο κράτος, κάτι που αμφισβητήθηκε έμπρακτα μέσα στην οικονομική κρίση και ιδιαίτερα με την Αριστερή διακυβέρνηση. Κυρίως αυτό δεν το άντεξαν με τίποτα!

Όλα αυτά έχουν τεράστιο ενδιαφέρον και είναι ακριβώς αυτά που μας υποχρεώνουν και μας δεσμεύουν να συγκροτήσουμε τη δομική και προγραμματική μας αντιπολίτευση όχι μόνο με όρους εκλογικής τακτικής, αλλά κυρίως με όρους στρατηγικής προοπτικής. Δεν έχουμε χρόνο. Αυτόν τον αντιπολιτευτικό λόγο μας τον χτίζουμε τώρα και καθημερινά, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να τον αναδείξουμε ως πρώτη προτεραιότητα στην προσυνεδριακή συλλογική διαδικασία και στις αποφάσεις του συνεδρίου. Έχουμε πλέον τις θετικές και αρνητικές εμπειρίες από όλη την τελευταία δεκαετία, κυρίως όμως από την άσκηση της κυβερνητικής ευθύνης. Γι’ αυτό και η εμβάθυνση της αξιολόγησης όλης αυτής της εμπειρίας, η λογοδοσία και ο αναστοχασμός πρέπει να γίνουν τα ισχυρότερα όπλα μας και να μην τα φοβηθούμε.

 

* Είστε ικανοποιημένος από τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης σε σχέση με την Εθνική Άμυνα; Υπάρχει «συνέχεια» σε σχέση με τις πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ;

Σε κάθε ευκαιρία, αλλά κυρίως στις θεσμικές λειτουργίες της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, τόσο εγώ ως αρμόδιος τομεάρχης Άμυνας όσο και άλλοι και άλλες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έχουμε ζητήσει και από τον κ. Παναγιωτόπουλο και από τον κ. Δένδια να μας απαντήσουν ευθέως τι θα κρατήσουν και τι θα αλλάξουν από τις πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν αποφύγει τις σαφείς απαντήσεις. Μας ικανοποιεί πάντως ότι δεν έχουν αποτολμήσει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, να αμφισβητήσουν ρητά τη δική μας πολιτική.

Υπάρχουν σημάδια που μας ανησυχούν και μας προβληματίζουν κι αυτά τα παρακολουθούμε συστηματικά. Η παράδοση των κυβερνήσεων της Δεξιάς παραπέμπει συνήθως σε πολιτικές αδράνειας και παθητικής προσαρμογής και σε αποφυγή ενεργητικών πρωτοβουλιών. Ελπίζουμε οι θετικοί δρόμοι που ανοίξαμε να παραμείνουν ανοιχτοί. Έχουμε τις κεραίες μας σε εγρήγορση.

 

* Ποια είναι η εκτίμησή σας για την πορεία ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ; Κατά την άποψή σας, ποια βήματα χρειάζεται να γίνουν ακόμα ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να ενισχύσει την επιρροή του στην ελληνική κοινωνία;

Στην πορεία ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ οφείλουμε πρωτίστως να υπερασπιστούμε το έργο μας και μαζί μ’ αυτό να υπερασπιστούμε τα λαϊκά στρώματα, τους νέους και τις νέες, τις γυναίκες και τα παιδιά, τους απόμαχους της δουλειάς, τις δυνάμεις της εργασίας και τις ζωντανές δυνάμεις της μη διαπλεκόμενης και κρατικοδίαιτης παραγωγής, της δημιουργίας, της τέχνης, του πολιτισμού. Αλλά και όσες και όσους απειλούνται από τον κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού.

Οφείλουμε επίσης να αναμετρηθούμε με τα λάθη μας και τις αδυναμίες μας. Δεν θέλουμε απλώς, ούτε μόνο επιθυμούμε και ονειρευόμαστε. Είμαστε υποχρεωμένοι τώρα πια να αξιοποιήσουμε όλη αυτή τη μοναδική ιστορική πείρα, ώστε ο ανασυγκροτημένος ΣΥΡΙΖΑ στη νέα περίοδο να είναι πιο μαζικός, πιο λαϊκός, πιο συμμετοχικός, πιο επιτελικός, πιο δημοκρατικός. Όλα αυτά σημαίνουν πιο αριστερός. Το οφείλουμε και στην ελληνική κοινωνία, και στους εαυτούς μας.

Πηγή: Η Αυγή