Στο τελευταίο της βιβλίο, «Indignity» (2025), η Αλβανίδα πολιτική επιστήμονας ερευνά και ανασυνθέτει την ιστορία των παππούδων της, οι οποίοι διώχθηκαν από το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα.
Η Λέα Ούπι μεγάλωσε στην κομμουνιστική Αλβανία. Η χώρα της Ανατολικής Ευρώπης κυβερνήθηκε με σιδηρά πυγμή από τον Ενβέρ Χότζα, του οποίου το καθεστώς διήρκεσε από το 1944 έως το 1985. Σε ηλικία 18 ετών, έφυγε για να σπουδάσει στο εξωτερικό — αρχικά στην Ιταλία και στη συνέχεια στην Οξφόρδη. Σήμερα, διδάσκει στο London School of Economics.
Η 45χρονη Ούπι ειδικεύεται στον μαρξισμό και την κριτική θεωρία. Η γεννημένη στα Τίρανα πολιτική επιστήμονας έχει γράψει για τα προβλήματα και τις ελλείψεις του καπιταλιστικού συστήματος, σε έργα όπως το Class Borders: Inequality, Migration, and Citizenship in the Capitalist State (2018).
Στο πρώτο της βιβλίο, το Ελεύθερη: Μεγαλώνοντας στο τέλος της Ιστορίας (2021), η Αλβανίδα ακαδημαϊκός βυθίστηκε στις παιδικές της αναμνήσεις για να διηγηθεί την ιστορία της σε ένα είδος «μυθιστορηματικού δοκιμίου» που την έκανε διάσημη. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε περισσότερες από 30 γλώσσες και οι αντιδράσεις που προκάλεσε περιείχαν τους σπόρους για το νέο της έργο, Indignity: A Life Reimagined (2025).
Η Ούπι προέρχεται από μια κοσμοπολίτικη οικογένεια που διώχθηκε σκληρά από το κομμουνιστικό καθεστώς: Ο παππούς της από την πλευρά του πατέρα της —συμμαθητής του Χότζα κατά τα φοιτητικά τους χρόνια στο Παρίσι— καταδικάστηκε σε 20 χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας. Η γιαγιά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το διαμέρισμά της στα Τίρανα, το οποίο κατασχέθηκε από το κράτος, και να εργαστεί σε έναν αγροτικό συνεταιρισμό, όπου μεγάλωσε τον μοναχογιό της (τον πατέρα της Ούπι).
Στο τελευταίο της βιβλίο, Indignity, συνδυάζει υλικό που βρήκε στα αρχεία με μια μυθοπλαστική αφήγηση της παιδικής ηλικίας της γιαγιάς της στη Θεσσαλονίκη και της άφιξής της στην Αλβανία. Τόσο οι τεκμηριωμένες όσο και οι φανταστικές αφηγήσεις αντηχούν μαζί με τους στοχασμούς της για την έννοια της μνήμης και της αξιοπρέπειας.
«Ό,τι είναι γραμμένο στο βιβλίο βασίζεται σε κάποιο ιστορικό έγγραφο… αλλά οι χαρακτήρες είναι συχνά “σύνθετοι”. Είναι δηλαδή βασισμένοι σε άλλα πρόσωπα που ζούσαν την ίδια εποχή», διευκρινίζει η ίδια από το γραφείο της στο LSE, όπου πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη.
________________________________________
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο βιβλίο Indignity, νιώθεις ότι γράφεις ως ερευνήτρια ή ως μέλος της οικογένειάς σου;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Ήθελα να συνδυάσω την ιστορία με τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι να πλάθει χαρακτήρες και να χρησιμοποιεί τη φαντασία για να στοχαστεί πάνω σε πρόσωπα που δεν υπάρχουν απαραίτητα, αλλά συμβολίζουν συγκεκριμένες ιστορικές δυνάμεις ή τάσεις, ή μας κάνουν να σκεφτούμε πράγματα που τα ιστορικά αρχεία παραλείπουν.
Δεν ήθελα να γράψω ως μέλος της οικογένειας. Ήθελα να συνδυάσω τα γεγονότα με τις προσωπικές αναμνήσεις, έχοντας ταυτόχρονα την «άδεια» να χρησιμοποιήσω τη φαντασία για να δημιουργήσω αυτούς τους χαρακτήρες, οι οποίοι βοηθούν να αναλογιστούμε εκείνη την περίοδο με τα εργαλεία που προσφέρει η λογοτεχνία.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στην αρχή του Indignity, παραθέτεις μια κριτική που δέχτηκες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου σε κατηγορούσαν ότι επιτίθεσαι στον καπιταλισμό ενώ ταυτόχρονα επωφελείσαι από το σύστημα. Σε κατηγόρησαν επίσης ότι ξέχασες τον παππού σου, ο οποίος διώχθηκε από τους κομμουνιστές. Είναι αυτό το βιβλίο ένας τρόπος να επεκτείνεις την εξήγηση που έδωσες στο Ελεύθερη — να υπερασπιστείς δηλαδή τη μαρξιστική σου θέση παρόλο που μεγάλωσες υπό το καθεστώς του Χότζα;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Ναι, απόλυτα. Ένα από τα πράγματα που με απογοήτευσαν στην υποδοχή του Ελεύθερη ήταν ότι οι άνθρωποι φαινόταν να πιστεύουν πως υπάρχει μια λογική αντίφαση: ότι αν είσαι κάποιος που έχει ζήσει τον αλβανικό κομμουνισμό, αποκλείεται να είσαι ταυτόχρονα και επικριτικός απέναντι στον καπιταλισμό. Ο κόσμος δεν μπορούσε να συνδυάσει τα δύο.
Σκεπτόμενη τώρα την ιστορία της οικογένειάς μου: ο παππούς μου ήταν σοσιαλδημοκράτης, κι όταν βγήκε από τη φυλακή, ήταν ακόμα επικριτικός απέναντι στον καπιταλισμό. Έτσι, για μένα —τόσο στην περίπτωση του παππού μου όσο και της γιαγιάς μου— το ζήτημα έγινε το εξής: ποιος ορίζει την κληρονομιά των ανθρώπων που δεν είναι πια εδώ για να μιλήσουν για τον εαυτό τους;
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο βιβλίο, οι απόψεις που εκφράζει η γιαγιά σου για την Αλβανία περιέχουν και τις δικές σου επιφυλάξεις για τη χώρα;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Πιστεύω ότι είναι μια πιστή ανασύνθεση —από την οπτική γωνία ενός τρίτου— της πραγματικότητας που επικρατούσε τότε. Το γεγονός ήταν ότι αυτές οι πόλεις δεν ήταν ακριβώς πόλεις· υπήρχαν κάθε λογής άνθρωποι της υπαίθρου —σε μια χώρα που μόλις είχε ανεξαρτητοποιηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία— που προσπαθούσαν να εκσυγχρονιστούν. Η Αλβανία προσπαθούσε να προφτάσει τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά ήθελε να το κάνει με τον δικό της τρόπο, επειδή την ένοιαζε η ανεξαρτησία της.
Γράφοντας το βιβλίο, ανακάλυψα ότι τόσο στην ιστορία της Αλβανίας όσο και στην ιστορία της Ευρώπης, υπάρχουν πολλά μοτίβα που επαναλαμβάνονται. Διαβάζεις δηλαδή για τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά στην πραγματικότητα ανακαλύπτεις πολλά πράγματα για το παρόν. Πολλές από τις δυναμικές που εξηγώ στο βιβλίο αφορούν επίσης τις μετακινήσεις πληθυσμών, την έξαρση του εθνικισμού και τον πόλεμο.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο βιβλίο εκφράζεις μια ξεκάθαρη κριτική για τον ρόλο που έπαιξε το Ηνωμένο Βασίλειο στο πεπρωμένο της Αλβανίας.
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Αυτό προκύπτει από όσα βρήκα στα αρχεία. Ένας από τους κύριους λόγους που ο παππούς μου κατέληξε στη φυλακή είναι ότι είχε έρθει σε επαφή με Βρετανούς αξιωματικούς μυστικών υπηρεσιών.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Φαίνεται μάλλον συμπτωματικό το γεγονός ότι η γιαγιά και ο παππούς σου κατέληξαν στην Αλβανία. Κανένας από τους δύο δεν μεγάλωσε εκεί.
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Κοίτα, ήταν και τυχαίο και όχι τυχαίο. Εννοώ, φυσικά, ότι θα μπορούσαν να είχαν πάει κάπου αλλού, αλλά, από την άλλη πλευρά, υπήρχαν αυτές οι μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών τη δεκαετία του 1930. Εκείνος γεννήθηκε σε αυτό που είναι σήμερα η Βόρεια Μακεδονία κι εκείνη γεννήθηκε στην Ελλάδα — κι οι δύο γειτονικές χώρες.
Υπήρχε αυτό το ερώτημα: «Πού ανήκεις πραγματικά;». Όλοι τους πίεζαν να δώσουν μια απάντηση. Συχνά, η γλώσσα ή ο τόπος από τον οποίο καταγόταν αρχικά η οικογένεια είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Δίνεις πολλούς ορισμούς για την έννοια της αξιοπρέπειας και αναρωτιέσαι αν είναι κάτι που επιζεί μετά τον θάνατο των ατόμων. Έχεις κάποια απάντηση;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω είναι ότι μπορείς να ανασυνθέσεις την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου μέσω της λογοτεχνίας, γιατί σου επιτρέπει να ενσωματώσεις διαφορετικές οπτικές γωνίες και θέσεις. Και σε μεγάλο μέρος του βιβλίου, η αξιοπρέπεια για την οποία μιλώ έχει να κάνει με μια ορθή ανάγνωση του παρελθόντος… και αυτό σημαίνει ότι αφορά και το παρόν.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Σε ποιο βαθμό σε βοήθησε το Indignity να συμφιλιώσεις τα αντίθετα;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Με βοήθησε, για παράδειγμα, να καταλάβω γιατί οι κομμουνιστές πήραν την εξουσία στην Αλβανία. Γιατί ο αλβανικός κομμουνισμός είχε αυτά τα χαρακτηριστικά; Πώς συνδέονται αυτά που πιστεύω εγώ με όσα συνέβησαν στον παππού μου; Έτσι, η συγγραφή του βιβλίου με βοήθησε κάπως να επεξεργαστώ ορισμένες βιογραφικές και προσωπικές συνδέσεις. Και, ως ένα βαθμό, με βοήθησε επίσης να ξεκαθαρίσω ορισμένες από τις ευρύτερες φιλοσοφικές μου δεσμεύσεις. Αλλά δεν θα έλεγα ότι βρήκα οριστικές απαντήσεις ή «λύτρωση», νομίζω ότι αυτή είναι μια ανοιχτή διαδικασία.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Γράφεις ότι δεν ένιωσες ποτέ θύμα. Υπάρχει κάτι επαναστατικό σε αυτή την άρνηση της μνησικακίας;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Ναι. Αισθάνομαι ότι οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούν την ιδιότητα του θύματος για προσωπικό όφελος. Και υπάρχει μια κάπως εργαλειακή χρήση της κατάστασης του θύματος από τους απογόνους τους. Εγώ η ίδια δεν ένιωσα να διώκομαι προσωπικά ποτέ. Οπότε, νιώθω ότι αν έλεγα πως υπέστην διώξεις επειδή διώχθηκε η γιαγιά μου, θα υπήρχε μια δόση αναξιοπρέπειας σ’αυτό, είναι προσβολή για τον δικό της πόνο και τα δικά της δεινά.
Αν κυκλοφορώ και ισχυρίζομαι ότι είμαι θύμα, τότε δεν μπορείς να δεις την πραγματική διαφορά ανάμεσα στο αληθινό θύμα και σε εκείνον που απλώς διεκδικεί αυτόν τον τίτλο.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται οι αδικίες του παρελθόντος;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Για μένα, η ιστορική αδικία έχει σημασία μόνο στον βαθμό που είναι ακόμα παρούσα. Στον βαθμό, δηλαδή, που αυτή η ιστορική αδικία εξακολουθεί να αποτελεί πηγή κάποιας αδικίας που συμβαίνει στο παρόν. Όταν αυτό δεν ισχύει, τότε η ιστορική αδικία δεν είναι πλέον πραγματική αδικία: είναι απλώς ιστορία. Αλλά υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση στη φιλοσοφία γύρω απ’αυτό, επειδή πολλοί θα έλεγαν: «Όχι, η ιστορική αδικία διαφέρει από τη σημερινή. Είναι ένα διαφορετικό είδος αδικίας».
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Με ποια έννοια;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Πολλοί πιστεύουν ότι οι αδικίες του παρελθόντος μπορούν να επιλυθούν αν μάθουμε ποιος έκανε τι, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρέπει να ξέρουμε το γιατί, όχι τόσο το ποιος. Το άτομο δεν είναι τόσο σημαντικό.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Ένας από τους ανθρώπους που συμβουλεύεσαι στην έρευνά σου σε ρωτάει αν ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις «καλούς κομμουνιστές».
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Νομίζω ότι έκανε αυτή την ερώτηση επειδή απηχεί τη νοοτροπία που επικρατεί στην Αλβανία, η οποία θεωρεί όλους τους κομμουνιστές τρομερούς και όλους τους αντικομμουνιστές σπουδαίους ανθρώπους. Για μένα, λοιπόν, όλο το βιβλίο έχει να κάνει με την αναζήτηση των αποχρώσεων.
Ακόμη και ο Γκούσταβ, ο ναζιστής χαρακτήρας στο βιβλίο, κάνει το σωστό στο τέλος, παρακινούμενος από ένα αίσθημα ανθρωπιάς. Είναι αδύνατο να αντισταθούμε στην ανθρωπιά που κρύβουμε μέσα μας. Ήθελα να αντισταθώ στην «ασπρόμαυρη» οπτική, η οποία κυριαρχεί σε κοινωνίες που έχουν υποστεί τραύμα.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο βιβλίο, ένας φανταστικός Ενβέρ Χότζα λέει στον παππού σου ότι η αξιοπρέπεια είναι προνόμιο, μια πολυτέλεια.
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Ναι, αυτή είναι η άποψη για την ηθική που έχουν ορισμένοι μαρξιστές, οι οποίοι τη βλέπουν ως μια μορφή εξουσίας. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο δοκίμιό σου του 2018, Class Borders: Inequality, Migration, and Citizenship in the Capitalist State, λες ότι ο καπιταλισμός πρέπει να ανατραπεί.
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα του 21ου αιώνα είναι ο καπιταλισμός και ο εθνικισμός. Αυτός ο συνδυασμός —του έθνους-κράτους και του καπιταλισμού— παράγει πολλές τριβές και αντιφάσεις. Πολλές από τις συγκρούσεις που βιώνουμε προκαλούνται από αυτό.
Είμαι αντικαπιταλίστρια με την έννοια ότι θεωρώ πως πρέπει να είσαι ριζοσπαστικός στην κριτική σου, ακόμα κι αν επιδιώκεις μικρές, μεταρρυθμιστικές βελτιώσεις. Γιατί, διαφορετικά, δεν πετυχαίνεις τίποτα. Θα έλεγα ότι το όραμά μου για το μέλλον περιλαμβάνει μια κριτική ενασχόληση με την κληρονομιά του κρατικού σοσιαλισμού από τη μία πλευρά, και με την κληρονομιά του καπιταλισμού από την άλλη.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Πολλοί Ανατολικοευρωπαίοι στοχαστές έγιναν μάρτυρες της κατάρρευσης του κόσμου στον οποίο μεγάλωσαν. Έχουν καθόλου νοσταλγία για το παρελθόν;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Νομίζω ότι εμείς οι Ανατολικοευρωπαίοι —επειδή είδαμε το σύστημα να αλλάζει— σκεφτόμαστε: «μπορεί να αλλάξει ξανά». Δεν είμαι αφελής. Όταν λέω ότι πρέπει να ρίξουμε τον καπιταλισμό, πιστεύω ότι ακόμα κι αν θέλεις να τον διατηρήσεις σε μια ανθρώπινη μορφή, πρέπει να έχεις τη βούληση να τον ανατρέψεις. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;
Για παράδειγμα, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οι δυνάμεις που μας έδωσαν το κοινωνικό κράτος πρόνοιας δεν ήταν φιλοκαπιταλιστικές. Και τον 19ο αιώνα, οι δυνάμεις που μας έδωσαν τη δημοκρατική χειραφέτηση δεν ήταν οι αριστοκρατικές ελίτ. Ήταν το εργατικό κίνημα… ήταν όλα αυτά τα κινήματα που προσπαθούσαν να πολεμήσουν το σύστημα και τελικά το έκαναν λίγο καλύτερο.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Πώς διατυπώνεις την κριτική σου για τον κομμουνισμό;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Κοίτα, στο κομμουνιστικό παρελθόν δεν υπήρχαν ελεύθερες εκλογές, δεν υπήρχε ελευθερία λόγου, ούτε ελεύθερος τύπος, ούτε ελευθερία του συνέρχεσθαι, ούτε κάποια ζωντανή κοινωνία των πολιτών. Κι αν δεν έχεις δημοκρατία, τότε δεν μπορείς να έχεις νομιμοποίηση. Είναι πολύ απλό.
ΑΝΤΡΕΑ ΑΓΚΙΛΑΡ: Στο τέλος του Indignity, μιλάς για μαθήματα. Ποια είναι αυτά που ήθελες να μεταφέρεις;
ΛΕΑ ΟΥΠΙ: Οι ζωές ανθρώπων όπως οι παππούδες μου, που ήταν αφοσιωμένοι στον προοδευτικό διαφωτισμό, και οι προσπάθειές τους δεν έχουν νόημα αν οι επόμενες γενιές δεν τις λάβουν υπόψη τους.
________________________________________
Η έκδοση του Indignity δεν έκλεισε σε καμία περίπτωση την ιστορία της. Η Ούπι αφηγείται ότι, αφού το βιβλίο είχε ήδη εκδοθεί, βρήκε την πρωτότυπη φωτογραφία με την οποία ξεκινά το έργο: είναι ένα πορτρέτο των παππούδων της στο μήνα του μέλιτος, όμορφοι και λαμπεροί. Βρίσκονταν στην Κορτίνα Ντ’ Αμπέτσο, μια πόλη στη Βόρεια Ιταλία, το 1941, ενώ ο πόλεμος μαινόταν σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο.
Στο μεταξύ, επικοινώνησαν μαζί της και οι απόγονοι ενός από τους Βρετανούς κατασκόπους που διατηρούσαν επαφή με τον παππού της. Και, φυσικά, η έρευνά της στα αρχεία αναμένεται να αποδώσει πολλά περισσότερα στο μέλλον.
Andrea Aguilar