Συχνά γίνεται ο παραλληλισμός μεταξύ της σημερινής διεθνούς συγκυρίας και της περιόδου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο παραλληλισμός αυτός, από μια ιστορική και πολιτική σκοπιά, δεν αφορά μόνο τις γεωπολιτικές εντάσεις, αλλά κυρίως τις δομικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος σε φάση κρίσης. Τότε, όπως και σήμερα,η ανισόμετρη ανάπτυξη, η συγκέντρωση πλούτου, η κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών θεσμών και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων δυνάμεων δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα που οδήγησε στη σύγκρουση.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σηματοδότησε την κατάρρευση των αυτοκρατοριών και την ανάδυση των εθνών-κρατών, αλλά δεν έλυσε τις βασικές κοινωνικές αντιθέσεις. Αντίθετα, τις μετέφερε σε νέο επίπεδο. Ο Μεσοπόλεμος χαρακτηρίστηκε από ταυτόχρονη βιομηχανική ανάπτυξη και κοινωνική εξαθλίωση, από τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των αστικών τάξεων και από τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η δημιουργία της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν ιστορικά ατυχήματα, αλλά απάντηση στην αδυναμία του φιλελεύθερου καπιταλισμού να εξασφαλίσει ειρήνη, κοινωνική δικαιοσύνη και αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρωπαϊκή ενοποίηση οικοδομήθηκε ως ταξικός συμβιβασμός. Το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα και η αναδιανομή του πλούτου δεν ήταν απλώς προϊόν ηθικής αφύπνισης, αλλά αποτέλεσμα της πίεσης των εργατικών κινημάτων και του φόβου των ευρωπαϊκών ελίτ απέναντι στην εξάπλωση του σοσιαλιστικού μπλοκ. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και αργότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσαν μηχανισμούς σταθεροποίησης του καπιταλισμού, αλλά ταυτόχρονα και πεδία όπου κατοχυρώθηκαν κοινωνικές κατακτήσεις.
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, αυτός ο ιστορικός συμβιβασμός άρχισε να διαλύεται. Η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έγινε μονομερώς: ενιαία αγορά, ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και κοινό νόμισμα, χωρίς αντίστοιχη ενοποίηση της κοινωνικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση των ανισοτήτων τόσο μεταξύ κρατών όσο και στο εσωτερικό τους, η αποδυνάμωση της εργασίας και η μεταφορά κρίσιμων αποφάσεων μακριά από τον δημοκρατικό έλεγχο.
Η παγκοσμιοποίηση, όπως εξελίχθηκε, υπήρξε κατεξοχήν παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες οργανώθηκαν με κριτήριο το χαμηλότερο κόστος εργασίας, οι δημόσιες πολιτικές υποτάχθηκαν στις αγορές, και η Ευρώπη απέκτησε εξάρτηση από τρίτες χώρες για ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογία. Αυτή η επιλογή δεν ήταν ουδέτερη: εξυπηρέτησε τα συμφέροντα των πολυεθνικών και των χρηματοπιστωτικών ελίτ εις βάρος της κοινωνικής συνοχής.
Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, ιδίως μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, αποτυπώνεται ξεκάθαρα η κρίση αυτού του μοντέλου. Η συζήτηση περί «de-risking», στρατηγικής αυτονομίας και ανθεκτικότητας αποκαλύπτει ότι ακόμη και οι κυρίαρχες ελίτ αναγνωρίζουν τα όρια της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι λύσεις που προτείνονται παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, τεχνοκρατικές και προσανατολισμένες στη διάσωση της κερδοφορίας, όχι στη βελτίωση των όρων ζωής των κοινωνικών πλειοψηφιών.
To κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει απλώς να γίνει πιο ισχυρή, αλλά για ποιον και με ποιο κοινωνικό πρόσημο. Η διατήρηση της σημερινής διακυβερνητικής, κατακερματισμένης δομής ευνοεί τον ανταγωνισμό μεταξύ εργαζομένων, τη φορολογική απορρύθμιση και την άνοδο του εθνικισμού. Αντίθετα, μια ομοσπονδιακή Ευρώπη με ενιαίο σύνταγμα, ισχυρό Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πραγματικές αρμοδιότητες στη δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο ανασύνθεσης ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.
Η ενιαία κοινωνική πολιτική δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά προϋπόθεση δημοκρατίας. Κοινά εργασιακά δικαιώματα, κατώτατοι μισθοί, ισχυρά δημόσια συστήματα υγείας και παιδείας μπορούν να περιορίσουν το κοινωνικό ντάμπινγκ και να επαναφέρουν την οικονομία στον έλεγχο της πολιτικής. Η ενιαία οικονομική πολιτική, με δημόσιες επενδύσεις σε πράσινη μετάβαση, ενέργεια και τεχνολογία, μπορεί να σπάσει τη λογική της λιτότητας που υπονόμευσε τη λαϊκή εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Χωρίς μια τέτοια προοδευτική ομοσπονδιοποίηση, η Ευρώπη κινδυνεύει να διαλυθεί υπό το βάρος των ίδιων της των αντιφάσεων. Η επιστροφή στις ζώνες επιρροής και στους εθνικούς ανταγωνισμούς δεν θα ενισχύσει τη δημοκρατία, αλλά θα ενδυναμώσει τις πιο αυταρχικές και αντικοινωνικές δυνάμεις. Η ιστορία του 20ού αιώνα δείχνει ότι ο κατακερματισμός της Ευρώπης υπήρξε πάντα προάγγελος κοινωνικών καταστροφών.
Ο Καρλ Πολάνυι περιέγραψε ήδη από τη δεκαετία του 1940 τη «διπλή κίνηση»: όταν οι αγορές αποδεσμεύονται από την κοινωνία, οι κοινωνίες αντιδρούν, είτε προοδευτικά είτε αντιδραστικά. Η σημερινή άνοδος του εθνικισμού και του αυταρχισμού στην Ευρώπη μπορεί να ιδωθεί ως τέτοια αντιδραστική απάντηση στην απορρύθμιση και στην κοινωνική ανασφάλεια που παρήγαγε ο νεοφιλελεύθερος ευρωπαϊκός σχεδιασμός. Παράλληλα, η γκραμσιανή έννοια της «οργανικής κρίσης» βοηθά να κατανοήσουμε γιατί οι κυρίαρχες τάξεις δυσκολεύονται πλέον να εξασφαλίσουν συναίνεση και καταφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε καταναγκασμό, είτε οικονομικό είτε γεωπολιτικό.
Η σύγχρονη συγκυρία καθιστά αυτές τις θεωρητικές παρατηρήσεις εξαιρετικά επίκαιρες. Η πρόσφατη σύγκληση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ επιβεβαίωσε ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση ανοιχτού ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Η επανεμφάνιση ρητορικών και πρακτικών που παραπέμπουν ευθέως σε ιμπεριαλιστικές λογικές –όπως οι απειλές των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας, με σαφή αναφορά στη στρατηγική αξία των πρώτων υλών και των θαλάσσιων οδών– δεν αποτελεί ιστορική παρέκκλιση, αλλά ένδειξη βαθύτερης συστημικής κρίσης. Όταν η οικονομική ηγεμονία δεν μπορεί πλέον να διασφαλιστεί μέσω των αγορών, επιχειρείται να επιβληθεί μέσω ισχύος.
Αυτή η δυναμική οδηγεί με ανησυχητική συνέπεια προς τη γενίκευση των πολεμικών συγκρούσεων. Η ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα δείχνει ότι οι φάσεις έντονου ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού και ανακατανομής ισχύος συνοδεύονται συχνά από πολέμους μεγάλης κλίμακας. Το Νταβός σήμερα δεν είναι χώρος ειρήνης, αλλά χώρος διαχείρισης αυτής της μετάβασης, με έμφαση στην «ασφάλεια», την άμυνα και τη στρατηγική αυτονομία, συχνά εις βάρος των κοινωνικών αναγκών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια της ουδετερότητας ή της αδράνειας. Αν παραμείνει μια ένωση κρατών με ανταγωνιστικά συμφέροντα, χωρίς ενιαία πολιτική βούληση, κινδυνεύει είτε να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης ξένων δυνάμεων είτε να σύρεται πίσω από τις επιλογές τους. Μια ομοσπονδιακή Ευρώπη, με δημοκρατικό έλεγχο, ενιαία εξωτερική και αμυντική πολιτική και σαφές κοινωνικό πρόσημο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως δύναμη αποτροπής και ειρήνης, όχι μέσω στρατιωτικοποίησης, αλλά μέσω σταθερότητας, κοινωνικής συνοχής και πολιτικής αυτονομίας.
Η επιλογή, λοιπόν, δεν είναι ανάμεσα σε μια τεχνοκρατική Ευρώπη και στα εθνικά κράτη, αλλά ανάμεσα σε μια Ευρώπη των αγορών και σε μια Ευρώπη των κοινωνιών. Σε έναν κόσμο που κινείται επικίνδυνα προς γενικευμένη σύρραξη, η ομοσπονδιοποίηση της Ευρώπης με σαφές δημοκρατικό και κοινωνικό περιεχόμενο δεν συνιστά ιδεολογική υπερβολή, αλλά ρεαλιστική στρατηγική για την ειρήνη και την επιβίωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών.