Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν είναι άσχημες για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Αν τον Σεπτέμβριο είχαν γίνει ευρωεκλογές, το ποσοστό της ομάδας της Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο από 10% και οι έδρες της να είχαν αυξηθεί σημαντικά. Όμως, αυτή η άνοδος δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε ότι, την ίδια στιγμή, η δεξιά στροφή στην Ευρώπη συνεχίζεται με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα. Ενώ οι μέχρι σήμερα πυλώνες στήριξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν –το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Φιλελεύθεροι και οι Πράσινοι– καταγράφουν σημαντικές απώλειες, οι τρεις ακροδεξιές ομάδες ενισχύονται συνεχώς και όλες μαζί θα συγκροτούσαν (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις) το ισχυρότερο μπλοκ στο Κοινοβούλιο. Ακόμη πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι τα ακροδεξιά κόμματα συμμετέχουν πλέον στις κυβερνήσεις περίπου του ενός τρίτου των κρατών μελών της ΕΕ, ενώ σε πέντε χώρες έχουν την πρωθυπουργία. Είναι πλέον παρόντα στα κέντρα λήψης αποφάσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό εκδηλώνεται τόσο στην ακόμα μεγαλύτερη «απανθρωποποίηση» της μεταναστευτικής πολιτικής, όσο και στην αναδίπλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα της κλιματικής πολιτικής.
Η κανονικοποίηση της ριζοσπαστικής Δεξιάς
Η άνοδος της ριζοσπαστικής Δεξιάς αποτελεί έκφραση της κρίσης των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Αυταρχικές και ακροδεξιές στάσεις υπάρχουν σήμερα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις – στα μεσαία και ανώτερα στρώματα συνήθως με μια πολιτισμικά κωδικοποιημένη, «κοινωνικά αποδεκτή» μορφή. Όμως, καθοριστικό ρόλο παίζει η συστηματική «κανονικοποίηση» της Άκρας Δεξιάς από συντηρητικά κόμματα, κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, επιδραστικούς διανοουμένους και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες.
Μια ματιά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μάς επιτρέπει να διακρίνουμε το προφίλ ενός νέου τύπου ολιγαρχικής διακυβέρνησης. Τα αυταρχικά σχέδια αναδιάρθρωσης του Ντόναλντ Τραμπ –από τη στρατιωτικοποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και τις πολιτικές εκκαθαρίσεις, μέχρι την πειθάρχηση των μέσων ενημέρωσης και των πανεπιστημίων– στοχεύουν στη συστηματική αποδυνάμωση της δημοκρατίας. Η κατεδάφιση της ανατολικής πτέρυγας του Λευκού Οίκου για να δημιουργηθεί χώρος για μια γκροτέσκα, χρυσοποίκιλτη αίθουσα χορού είναι το σύμβολο μιας αντι-νεωτερικής, αντιδραστικής επανάστασης, πίσω από την οποία δεν βρίσκεται μόνο ο Τραμπ, αλλά και οι ελίτ του καπιταλισμού υψηλής τεχνολογίας.
Ο φόβος, όμως, είναι κακός σύμβουλος. Η αξίωσή τους να παγιώσουν και να διευρύνουν την εξουσία τους συναντά αντίσταση. Μέχρι στιγμής, οι δημοκρατίες έχουν αποδειχθεί πιο ανθεκτικές απ’ όσο ελπίζουν οι νεκροθάφτες τους: παρέχουν στην αντιπολίτευση θεσμικές και εξωθεσμικές δυνατότητες, ανεξάρτητη δικαιοσύνη και τη δυνατότητα, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, να βάζουν φραγμό στις αυταρχικές δυνάμεις ή να τις ανατρέπουν. Η εκλογική νίκη του Ζοράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη αποδεικνύει ότι αυτός ο αγώνας μπορεί να είναι νικηφόρος.
Το πρόβλημα είναι ότι η διάβρωση της δημοκρατίας δεν γίνεται μόνο από την Ακροδεξιά. Σήμερα, οι μιλιταριστικές και αυταρχικές τάσεις προέρχονται από το φιλελεύθερο πολιτικό Κέντρο, το οποίο απειλεί ακριβώς εκείνες τις ελευθερίες που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται. Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις: το έδαφος για τη δημαγωγία της ριζοσπαστικής Δεξιάς στρώνεται από την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, με καταστροφικές συνέπειες για τις συνθήκες διαβίωσης ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων.
Οφείλουμε, λοιπόν, να αγωνιστούμε σε δύο μέτωπα. Σ’ αυτόν τον αγώνα ενάντια στην Ακροδεξιά θα συμμαχήσουμε με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να κινητοποιηθούν. Αλλά δεν θα επιτρέψουμε να μας χρησιμοποιήσουν οι φιλελεύθεροι, που εκμεταλλεύονται αυτόν τον αγώνα για να επιβάλουν τη δική τους αυταρχική και μιλιταριστική ατζέντα. Στον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας, είναι κρίσιμο για την Αριστερά να μπορεί να δρα και να συμμαχεί με βάση τη δική της ατζέντα.
Μακροπρόθεσμα, τον αγώνα κατά της ριζοσπαστικής Δεξιάς μπορούμε να τον κερδίσουμε κυρίως στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής. Ο πρώην αυστριακός καγκελάριος Μπρούνο Κράισκι το συνόψισε αυτό με σαφήνεια, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στα μέσα της δεκαετίας του 1970: η αύξηση της ανεργίας είναι πιο ανησυχητική από την αύξηση του δημόσιου χρέους. Παρ’ ότι αυτή η θέση δεν συνιστά κάποια επεξεργασμένη οικονομική θεωρία, θα ευχόταν κανείς οι σημερινοί ηγέτες της ΕΕ να λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτήν την πολιτική σοφία.
Μετάβαση σε πολεμική οικονομία
Η έκθεση για την ευρωπαϊκή οικονομία που συνέταξε πέρυσι ο Μάριο Ντράγκι δείχνει ότι η ΕΕ, λόγω του νεοφιλελεύθερου οικονομικού της μοντέλου και της πολιτικής λιτότητας που εφαρμόζει, έχει χάσει το τρένο του ψηφιακού και οικολογικού μετασχηματισμού.
Σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, για την ανασυγκρότηση των βιομηχανιών της ΕΕ θα χρειαστούν ετήσιες επενδύσεις ύψους 800 δισεκατομμυρίων ευρώ. Όμως, με την επιστροφή της πολιτικής της λιτότητας, δεν υπάρχει ένα ρεαλιστικό σχέδιο για το πώς θα συγκεντρωθεί αυτό το ποσό.
Το γεγονός ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα που αποφάσισε το ΝΑΤΟ, τον Ιούνιο, αναφέρεται στο ίδιο ποσό ίσως είναι σύμπτωση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, υποδηλώνει συμβολικά την αναγόρευση των εξοπλισμών σε θεμέλιο της στρατηγικής της ΕΕ για τη βιομηχανική πολιτική. Σ’ αυτό το πλαίσιo, αναστέλλονται οι περιοριστικοί δημοσιονομικοί κανόνες για τα εξοπλιστικά προγράμματα των κρατών μελών. Αυστηρή λιτότητα για τους πολίτες – ελλειμματικές δαπάνες για τις εταιρείες παραγωγής όπλων: αυτό σημαίνει τη μετάβαση σε μια πολεμική οικονομία.
Η Ευρωπαϊκή Αριστερά προτείνει ένα εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης, που ως αφετηρία του έχει τις κοινωνικές ανάγκες: την απασχόληση, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλιση, την υγειονομική περίθαλψη, την προσιτή στέγαση, την ισότητα των φύλων και ένα υγιές περιβάλλον.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η συμμαχία με τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα. Οι συνεχείς γενικές απεργίες στο Βέλγιο και την Πορτογαλία, οι μαζικές διαδηλώσεις κατά της μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος στη Γαλλία, η απεργία των δημόσιων υπαλλήλων στην Ελλάδα, και πολλά άλλα παραδείγματα δείχνουν τη δυναμική της πανευρωπαϊκής αντίστασης.
Ένα νέο Ελσίνκι
Το δόγμα εθνικής ασφάλειας του Τραμπ θέτει την Ευρώπη μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις. Η εξασθένιση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών και η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο έχουν ανοίξει μια περίοδο μετάβασης με ευκαιρίες και κινδύνους. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει μια μη ευρωκεντρική προσέγγιση που βασίζεται στη διατήρηση της ειρήνης, στο διεθνές δίκαιο, στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη. Το παγκόσμιο κίνημα κατά της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη έχει δείξει ξεκάθαρα τη δύναμη αυτής της αλληλεγγύης.
Από την πρώτη μέρα καταδικάσαμε τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ταυτόχρονα, καταγγείλαμε και τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία μέχρι σήμερα, αντί να επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου, επιλέγει τη στρατιωτική κλιμάκωση. Το γεγονός ότι, ήδη την άνοιξη του 2022, ήταν δυνατόν να τερματιστεί ο πόλεμος μέσω εκεχειρίας αποδεικνύει ότι η καταστροφική πολιτική της Επιτροπής δεν ήταν, ούτε είναι σήμερα, η μόνη δυνατή επιλογή.
Η ειρήνη και η ασφάλεια βασίζονται στη διπλωματία και στην πολιτική. Δεν επιτυγχάνονται μέσω της κούρσας των εξοπλισμών, αλλά μέσω της συνεργασίας — ένα δίδαγμα που έχουμε πάρει από τη διαδικασία του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ), που σήμερα πρέπει να αναβιώσει ως «Ελσίνκι 2.0».
Ο σημερινός μιλιταρισμός δεν είναι απλώς μια θεωρητική κατασκευή. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Γαλλικού Στρατού, Φαμπιάν Μαντόν, είπε ξεκάθαρα ότι οι πολίτες πρέπει να είναι διατεθειμένοι να κάνουν οικονομικές θυσίες και να αποδεχθούν ότι τα παιδιά τους θα θυσιαστούν σε έναν πόλεμο. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά αντιτίθεται με πάθος σ’ αυτές το παραληρηματικές ιδέες. Ο αντιμιλιταρισμός της προκάλεσε εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, στόχος μας παραμένει η διατήρηση της ικανότητας δράσης της Αριστεράς μέσω του διαλόγου και της ενότητας.
Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Οι σαρωτικές αλλαγές στον κόσμο της εργασίας που προκαλεί η ψηφιοποίηση, η επίθεση σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ενάντια στο κοινωνικό κράτος, η τραγική αποτυχία της επίτευξη των στόχων για το κλίμα, ο πραγματικός κίνδυνος ενός πολέμου με πυρηνικά όπλα και η άνοδος της Ακροδεξιάς απαιτούν μια αναπροσαρμογή των πολιτικών μας συντεταγμένων.
Ούτε η άνοδος της ριζοσπαστικής Δεξιάς, ούτε η πολεμική σύγκρουση είναι αναπόφευκτες. Μια κοινωνική, οικολογική και δημοκρατική στροφή είναι εφικτή – με τον κοινό, πανευρωπαϊκό αγώνα των συνδικάτων, των κοινωνικών κινημάτων και της πολιτικής Αριστεράς. Το επερχόμενο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς καλείται να δημιουργήσει τις οργανωτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για την επιτυχία αυτού του στόχου. Ο χρόνος πιέζει. Η Ιστορία δεν περιμένει.