Macro

Τζέλα Αλιπράντη: Η ακροδεξιά ήταν πάντα παρούσα και ας εθελοτυφλούσαμε

Η παρουσία τριών ακροδεξιών κομμάτων στη Βουλή είναι σίγουρα τρομακτική και επικίνδυνη, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί να μας προκαλεί έκπληξη. Η ακροδεξιά ήταν πάντοτε εδώ, τόσο εκλογικά, αλλά πολύ περισσότερο ως διάχυση ιδεών σε κοινωνία, μίντια και πολιτικό λόγο.
 
Σε αυτές τις εκλογές η «ατόφια» ακροδεξιά συγκεντρώνει μέσα στο κοινοβούλιο ποσοστό 12,76% (Σπαρτιάτες 4,63%, Ελληνική Λύση 4,44%, Νίκη 3,69%), ενώ προσμετρώντας και τα μικρότερα κόμματα που έμειναν εκτός Βουλής, το ποσοστό φτάνει στο 13,92%, που αντιστοιχεί σε 725.252 ψήφους.
 
Τον Σεπτέμβρη του 2015 τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά σε επίπεδο ψήφων, καθώς διαφόρων ειδών ακροδεξιά κόμματα είχαν ψηφιστεί από 655.248 πολίτες (εντός Βουλής το ποσοστό ήταν 10,7%, με 7% στην Χρυσή Αυγή και 3,7% στους Ανεξάρτητους Έλληνες).
 
 
«Κρυμμένες» ψήφοι
 
 
Η καμπή που παρατηρείται εκλογικά το 2019, όπου μέσα στη Βουλή από τα ακροδεξιά κόμματα εισήλθε μόνο η Ελληνική Λύση (3,7%), θα ήταν αφελές να εκληφθεί σαν πραγματική πτώση της ακροδεξιάς. Πρώτον, υπενθυμίζεται πως παρά την αποδεδειγμένη και γνωστή τότε εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και τη δικαστική της δίωξη, στις εκλογές του Ιουλίου είχε συγκεντρώσει 165.620 ψήφους και δεν εισήλθε στη Βουλή για μόλις 0,07%. Ένα 2,93% που όχι μόνο δεν είναι «παραπλανημένο», αλλά επικροτεί τη βίαιη και δολοφονική δράση της. Οι υπόλοιποι ψηφοφόροι της ακροδεξιάς μπορεί να μην συναινούν στην ακραία ναζιστική βία και ιδεολογία, αλλά δεν είναι ότι ξαφνικά εξαφανίστηκαν ή απαρνήθηκαν τις συντηρητικές ιδέες και αξίες τους. Απλά βρήκαν εκπροσώπηση σε άλλα mainstream κόμματα, και κυρίως τη ΝΔ, που με την επιθετική στάση της στη Συμφωνία των Πρεσπών, όπως και στο προσφυγικό, ξαναθύμισε ότι άνετα μπορεί να φιλοξενήσει ακραίους και συντηρητικούς στην πολυκατοικία της.
 
Έρευνα του Σημείου για τη μελέτη και την αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς το 2022 καταγράφει ένα 22,3% που απαντά πως αν η Χρυσή Αυγή δεν πραγματοποιούσε εγκληματικές ενέργειες, θα ήταν ένα χρήσιμο κόμμα για την κοινωνία. Ενώ σε έρευνα του Eteron – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή φέτος τον Μάρτιο, το 6,1% απαντά πως η ιδεολογική του ταυτότητα είναι ο εθνικισμός και το 3,5% ο συντηρητισμός, εξ αυτών ένα περίπου 6% και 10%, αντίστοιχα, δεν θα ψήφιζε κάποιο «γνήσιο» ακροδεξιό κόμμα, αλλά ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κυρίως.
 
Οι εισροές, λοιπόν, στην ακροδεξιά από άλλα κόμματα ήταν μάλλον αναμενόμενες, καθώς οι υποστηριχτές της βρήκαν τώρα πιο αντιπροσωπευτική γι’ αυτούς κομματική στέγη (σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία των exit poll, οι Σπαρτιάτες έλαβαν 16,1% από τη ΝΔ, 5% από ΣΥΡΙΖΑ και 2,8% από ΠΑΣΟΚ μεταξύ άλλων, ενώ το 18,3% δεν είχε ψηφίσει στις πρώτες εκλογές. Η Ελληνική Λύση πήρε 10,4% από ΝΔ και 7,1% από ΣΥΡΙΖΑ και η Νίκη 8,6% και 4,6% αντίστοιχα).
 
 
Αποτυχημένοι νομικοί ελιγμοί
 
 
Για την είσοδο των Σπαρτιατών στο κοινοβούλιο από την ανυπαρξία ευθύνονται, βέβαια, και τα νομικά παιχνίδια τελευταίας στιγμής για τον αποκλεισμό του κόμματος Κασιδιάρη με την τροπολογία Βορίδη (που προέρχεται από την πιο «light», συγκριτικά, ακροδεξιά του ΛΑΟΣ, για να μην ανακαλέσουμε το πιο ακραίο παρελθόν του), που τελικά όχι μόνο δεν είχαν κάποια επιτυχία, αλλά τόνωσαν και το υποτιθέμενο αντισυστημικό προφίλ του και έτσι τη δημοφιλία του. Σημειώνεται πως οι Σπαρτιάτες δεν έλαβαν απλώς τη δημόσια στήριξη του καταδικασμένου χρυσαυγίτη, αλλά αποτελούν κανονικά συνέχεια των ΕΛΛΗΝΩΝ και της Χρυσής Αυγής, καθώς η πλειοψηφία των βουλευτών τους πρόκειται για παλιά στελέχη και υποψήφιους των δύο μορφωμάτων.
 
Αυτές τις μέρες ακούγονται προτάσεις για νομικό αποκλεισμό τους μέσω του εκλογοδικείου αυτή τη φορά. Πέραν του κινδύνου να δοθεί με αυτόν τον τρόπο ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στον χώρο, σίγουρα δεν θα απαντούσε στα αίτια του προβλήματος, δηλαδή ότι μέρος της ελληνικής κοινωνίας εμφορείται από ακροδεξιές ιδέες ρατσισμού, ιεραρχίας και «φυσικών» ανισοτήτων (όπως της πατριαρχίας και της έμφυλης ανισότητας), συντηρητικής παράδοσης, εθνικισμού, σκοταδισμού, ισχύος κτλ, που μάλιστα αποκτούν απήχηση και σε πολίτες που δεν αυτοπροσδιορίζονται στην ακροδεξιά.
 
 
Κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου
 
 
Απέναντι σε αυτές τις θεωρήσεις τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν υπήρξε μια συνεχής πολιτική αντιπαράθεση, αλλά μιντιακός και πολιτικός λόγος τις αναπαρήγαγαν συχνότατα. Το συλλογικό έργο «Η κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα» από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ (2021) προειδοποιούσε, μεταξύ άλλων, πως «η ανάλυση κατέδειξε ότι ο λόγος που χρησιμοποίησαν τα συμβατικά ΜΜΕ ταυτίστηκε με τη ρητορική μίσους των ακροδεξιών μιντιακών Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, ευνοώντας τη διεύρυνση της βάσης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ενώ παράλληλα συνέβαλε στην κανονικοποίηση και τη φυσικοποίηση μορφών συμβολικής και φυσικής βίας και στη διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας σε μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας». Η νομιμοποίηση και κανονικοποίηση του ακροδεξιού λόγου στην Ελλάδα διαπιστώνεται και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με έρευνα ομάδας του Πανεπιστημίου της Τουλούζης κατά την προεκλογική περίοδο.
 
Τα συμπεράσματα αυτά εύκολα διαπιστώνονται από την καθεμία και τον καθένα αν θυμηθούμε πώς, για παράδειγμα, προβλήθηκε και συζητήθηκε η είδηση των προσφυγικών αφίξεων στον Έβρο σαν «απόπειρα εισβολής», πώς ο φράχτης υποστηρίχθηκε από κόμματα της δεξιάς και κεντροαριστεράς, ή πιο πρόσφατα πως η Τατιάνα Στεφανίδου την ώρα που πνίγονταν εκατοντάδες άνθρωποι έλεγε πως επιβαρύνουν με τον θάνατό τους το ΕΣΥ ή κάτω από την είδηση του τριήμερου πένθους εκατοντάδες σχολίαζαν πως καλά έπαθαν.
 
 
Ρατσισμός και μισογυνισμός
 
 
Η ξενοφοβία, λοιπόν, δεν εντοπίζεται μόνο στα μίντια και στον λόγο πολιτικών κομμάτων, αλλά είναι διάχυτη στην ελληνική κοινωνία. Παρά τη μείωση του γενικού πληθυσμού της χώρας την τελευταία δεκαετία, όπως και των προσφυγικών αφίξεων τα τελευταία χρόνια, και οι δύο προαναφερθείσες έρευνες του Eteron και του Σημείου καταγράφουν πως η πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί την παρουσία των μεταναστών στη χώρα υπερβολικά μεγάλη (76,6% και 69,8% αντίστοιχα). Το 53,9% διαφωνεί ότι κάνουν περισσότερο καλό παρά κακό στη χώρα και το 79,2% πιστεύει ότι οφείλουν να αποδεχτούν τις ελληνικές αξίες και τρόπο ζωής (Eteron). Ενώ υπάρχει ένα 13% που θεωρεί πως η ρατσιστική βία είναι δικαιολογημένη (Σημείο).
 
Παράλληλα με τις αντι-μεταναστευτικές πεποιθήσεις, παρατηρείται και ένας έντονος αντι-τσιγγανισμός, όπως μπορούμε να θυμηθούμε και από τις δύο δολοφονίες ανήλικων Ρομά από την αστυνομία πέρυσι και πρόπερσι, για τις οποίες κατά κύριο λόγο η ελληνική κοινωνία αδιαφόρησε, αν δεν τις επικρότησε κιόλας. Ζοφερά αναμενόμενο, όταν το 54,8% θεωρεί πως ό,τι και να κάνει το κράτος, οι Ρομά δεν μπορούν να ενσωματωθούν γιατί η παραβατικότητα είναι στοιχείο του πολιτισμού τους (Σημείο).
 
Στο έμφυλο πεδίο, ο μισογυνισμός και η ΛΟΑΤΚΙ-φοβία μπορεί να μην συναντά την ίδια κοινωνική απήχηση στις έρευνες, η βία και οι ανισότητες, όμως, που υφίστανται δεν αποτελούν σπάνια περιστατικά, κάθε άλλο. Πιο επικίνδυνο, όμως, από τις ακραίες μορφές πατριαρχίας που καταδικάζονται κοινωνικά (δολοφονίες, κακοποιήσεις κτλ), είναι αυτές που γίνονται αποδεκτές και συντηρούν τα έμφυλα στερεότυπα καταπίεσης. Είναι η αντιμετώπιση του δημογραφικού σαν (εθνικό) χρέος των γυναικών να γεννήσουν, το πρότυπο της μητέρας σαν ολοκλήρωσή τους (βλ. συνέδριο γονιμότητας) κ.ο.κ. Κεντρική θέση όχι μόνο για τα τρία ακροδεξιά κοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά και της κυβέρνησης της ΝΔ, που δημιούργησε υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, καταργώντας ταυτόχρονα τη γενική γραμματεία Ισότητας των Φύλων! Λαμβάνοντας υπόψιν ότι στην έρευνα του Σημείου το 21,5% υποστηρίζει την κατάργηση των εκτρώσεων, το 35,2% ότι ο πρώτος ρόλος της γυναίκας είναι να είναι μητέρα και το 50,1% ότι διαφωνεί με την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια (παρότι με τον γάμο συμφωνεί το 52,6%) καταλαβαίνουμε ότι έχουμε δύσκολες μέρες μπροστά μας.
 
 
Σκοταδισμός και αντιδημοκρατικότητα
 
 
Ακόμα, όμως, και οι αγώνες για την έμφυλη ισότητα και απελευθέρωση που θα πρέπει να συνεχίσουν, χρειάζονται προσοχή πάνω σε ποιες αξίες βασίζονται. Κατά την ανάδειξη της έμφυλης και σεξουαλικής βίας τα τελευταία χρόνια, τρύπωσαν στον δημόσιο λόγο και σκοταδιστικές αντιλήψεις που προωθούν από την άνοδο των ισοβίων, μέχρι τη θανατική ποινή και τον χημικό ευνουχισμό. Το 44,2% υποστηρίζει την επαναφορά της θανατικής ποινής (Eteron), ενώ το 84% των τηλεθεατών της εκπομπής Αρένα απάντησε πως πρέπει να τεθεί το ζήτημα του ευνουχισμού στον δημόσιο διάλογο. Θέσεις που και πάλι πέραν των ακροδεξιών κομμάτων, έχουν εκφραστεί και από στελέχη της κυβέρνησης (Μ. Βορίδης).
 
Παλινόρθωση σκοταδιστικών αντιλήψεων παρατηρήθηκε, βέβαια, και στα χρόνια της πανδημίας, όπου ένα μέρος της κοινωνίας παρουσίασε έντονη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη, με τα ακροδεξιά κόμματα να πρωτοστατούν στην αντιεμβολιαστική στάση.
 
Το ζήτημα της έλλειψης εμπιστοσύνης σε κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς της νεωτερικότητας εντοπίζεται, όμως, ακόμα πιο έντονα και ανησυχητικά και σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του δημοκρατικού κράτους. Στην έρευνα του Eteron όλοι οι θεσμοί (πρωθυπουργία, κοινοβούλιο, δικαστική εξουσία, ΜΜΕ κτλ) δεν χαίρουν της εμπιστοσύνης του κόσμου σε ποσοστό άνω του 60% (η δυσπιστία στα πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ φτάνει το 83,2% και 91,6% αντίστοιχα). Ενώ το 13% πιστεύει ότι θα ήταν προτιμότερη η δικτατορία από τη δημοκρατία.
 
 
Εθνικισμός και συντήρηση
 
 
Το δυστυχές είναι ότι αυτή η ανάκαμψη συντηρητικών ιδεών ανισότητας, αντιδιαφωτισμού και αυταρχισμού δεν αφορά κάποιες μεγάλες ηλικίες «που έχουν μείνει σε άλλες εποχές». Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τα αναλυτικά exit polls, η ηλικιακή ομάδα στην οποία τα ακροδεξιά κόμματα συνολικά καταγράφουν τα μικρότερα ποσοστά είναι αυτή των 65+.
 
Όλες αυτές οι στάσεις αναπτύσσονται κάτω από τη σκέπη του «πατριωτισμού» (υπό όρους μισαλλοδοξίας βέβαια για τους άλλους λαούς, εθνικισμού δηλαδή ακόμα και όταν δεν αναφέρεται ως τέτοιος) και της επιστροφής στην «παράδοση», ως μια φαντασιακή κατασκευή ανωτερότητας του ελληνισμού.
 
Το βλέπουμε από τον λόγο που αναπτύσσεται για τα ελληνοτουρκικά ζητήματα, με τελευταίο αποκορύφωμα το ζήτημα των μουσουλμάνων βουλευτών που έθεσε η ΝΔ, ή πιο πριν με τη Συμφωνία των Πρεσπών, για την οποία το 50,8% θεωρεί πως η Ελλάδα δεν έπρεπε να δεχτεί το όνομα Βόρεια Μακεδονία (Σημείο) και το 44,4% ότι ήταν μια κακή συμφωνία για τη χώρα (Eteron). Το βλέπουμε και από το 63% που θεωρεί ότι οι νέοι πρέπει να δείχνουν μεγαλύτερο σεβασμό στις παραδοσιακές ελληνικές αξίες (Eteron).
 
Λαμβάνοντας υπόψιν όλο αυτό το πρόσφορο έδαφος, η είσοδος τριών ακροδεξιών κομμάτων στη Βουλή δεν είναι αναπάντεχη, η ρίψη των μασκών είναι. Καιρός να δούμε κατάματα το άσχημο πρόσωπο που κρυβόταν, μήπως και το αλλάξουμε.

Τζέλα Αλιπράντη