Macro

Το τέρας της εκδίκησης

Οταν η Γαλλιδοσενεγαλέζα συγγραφέας Μαρί Ντιάι έγραφε το μυθιστόρημα «Η εκδίκηση είναι δίκη μου» -κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κωσταράκου-, δεν θα μπορούσε να ξέρει ότι η ελληνική κοινωνία θα συγκλονιζόταν από την υπόθεση μιας μάνας που κατηγορείται ότι δολοφόνησε τα τρία παιδιά της.
 
Δεδομένης της συγκυρίας και της «αρρωστημένης», πολλές φορές, υπερπληροφόρησης των «ενημερωτικών» sites, απώθησα το βιβλίο που εξαρχής μου είχε φανεί ενδιαφέρον χάρη στην ατμοσφαιρική αφήγηση της ηρωίδας, της δικηγόρου κυρίας Σιζάν, που μετακόμισε στη γαλλική πόλη Μπορντό και που καθόλου τυχαία δεν επέλεξε η συγγραφέας.
 
Τα βιβλία, όμως, έχουν τη δική τους δύναμη και, αν δεχτούμε αυτό που είπε κάποτε ο Κάρλος Ρουίθ Ζαφόν, κάποια από αυτά έχουν το άρωμα και τη μαγεία που περιέργως δεν σκέφτηκε κανείς να εμφιαλώσει, συνεπώς πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις. Κάπως έτσι άρχισα να διαβάζω πάλι το «Η εκδίκηση είναι δική μου» και την περίεργη ιστορία της κυρίας Σιζάν, που μετακομίζει σε μια πόλη όπου κάποτε βασίλευαν οι δουλέμποροι και προσπαθεί να βγάλει νόμιμα χαρτιά στη μετανάστρια οικιακή βοηθό της. Επίσης, πασχίζει να θυμηθεί τι ακριβώς συνέβη ανάμεσα σε αυτήν και έναν άντρα που είχε γνωρίσει πριν από τριάντα χρόνια και την καθόρισε. Ο άντρας αυτός στεκόταν τώρα στο γραφείο της και της ζητούσε να υπερασπιστεί τη γυναίκα του, που ομολόγησε τη δολοφονία των τριών παιδιών τους.
 
Θα μπορούσε εύκολα κάποιος να χαρακτηρίσει το βιβλίο ψυχολογικό θρίλερ, καθώς όσο προχωράς στην ανάγνωση τόσο το μυστήριο μεγαλώνει, το τοπίο σκοτεινιάζει και φαίνεται να μην καταλαβαίνουμε τα σαφή κίνητρα των πράξεων των ηρώων. Κανένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου δεν ανοίγεται πλήρως στον αναγνώστη.
 
Η δικηγόρος νιώθει ένοχη για όλα, υπεύθυνη για όλα. Θα ήθελε να κάνει το καλό και δεν μπορεί να πετύχει τίποτα, ξεκινώντας από την οικιακή βοηθό της, τη Σαρόν. Φτάνει στο σημείο να τακτοποιεί και να καθαρίζει τα πάντα, πριν φτάσει. Εχει συνεχώς στο μυαλό της τους γονείς της και αποζητά συνεχώς την αποδοχή τους. Προσπαθεί να ανέλθει κοινωνικά, να ξεφύγει από την ταπεινή καταγωγή της, για να τη θαυμάζουν κυρίως αυτοί. Με μια καταιγιστική αφήγηση των σκέψεων και των προσδοκιών της, η συγγραφέας υφαίνει αριστοτεχνικά πολλαπλούς ιστούς με υπόγεια σχόλια και έντονα υπαρξιακές αναφορές, που ενδεχομένως να έχουν απασχολήσει πολλούς από μας.
 
Ολα θα μπορούσαν ίσως να ξεκαθαρίσουν, αν κατάφερνε να θυμηθεί αυτή την αδιαφανή και χαμένη στιγμή, όταν ήταν δέκα χρόνων και ο κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος Ζιλ Πρενσιπό, γιος μιας οικογένειας στην οποία η μητέρα της πήγε να σιδερώσει, την εγκλώβισε για πάντα στους τέσσερις τοίχους του εφηβικού του δωματίου. Το έγκλημα του βιβλίου είναι φρικτό, η Μαρλίν, γυναίκα του Ζιλ, τάιζε και έπειτα έπνιξε τα παιδιά τους, καθώς τα έπλενε. Μετά, τα έβαλε στο κρεβάτι της, σαν να κοιμόντουσαν.
 
Η αφήγηση της μητροκτόνου, το παραλήρημά της, είναι συγκλονιστικό, από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου. Μέσα από το πορτρέτο της δικηγόρου, όμως, μιας γυναίκας που ανοίγει τα τραύματά της, η μυθιστοριογράφος ανακατασκευάζει με μεγάλο λογοτεχνικό βάθος ένα παρόν μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας της, μεταξύ της αθωότητας και της ενοχής. Δεν κρίνει ποτέ, φαίνεται ικανοποιημένη στο να αποκαλύπτει μια γυμνή αλήθεια και ταυτόχρονα μέσα στον ρευστό κόσμο μας να αφήνει αυτή την αλήθεια να διαφεύγει.
 
Ολα βασίζονται στην εξαιρετική αφηγηματική κατασκευή της Μαρί Ντιάι, που περιγράφει χωρίς να εξηγεί ή να κρίνει. Δεν ξέρω ποιος παίρνει τελικά την εκδίκησή του σε αυτή την ιστορία, μάλλον εναπόκειται στον αναγνώστη να καθορίσει ποιος εκδικείται και γιατί. Αναμφίβολα δεν θα βρει μια ξεκάθαρη απάντηση, αλλά αυτή είναι η δύναμη αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας, που έχει μεγάλες δόσεις μυστηρίου, ώστε να σε κρατάει σε εγρήγορση, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα πραγματικά εξαιρετικό λογοτεχνικό βιβλίο.
 
Κυριακή Μπεϊόγλου