Macro

To άγος των στρατοπέδων

Η καταστροφή του στρατοπέδου της Μόριας δεν φαίνεται να προβλημάτισε κανέναν από τους ιθύνοντες και τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες. Η ιδέα «να τους μαζέψουμε όλους» σε κάποιο στρατόπεδο μακριά από την υπόλοιπη κοινωνία ή σε κάποια απομακρυσμένα και ακατοίκητα νησιά είναι ιδιαίτερα δημοφιλής σε υπουργούς, βουλευτές, δημοσιογράφους κ.ά. που θεωρούν ότι η Ελλάδα δέχεται εισβολή και ότι οι πρόσφυγες αποτελούν απειλή όχι μόνο για την εθνική ταυτότητα αλλά επιπλέον και για την εθνική ασφάλεια.

Βέβαια, η ιδέα της ίδρυσης μεγα-στρατοπέδων, όπως της Μόριας, του μεγαλύτερου στρατοπέδου προσφύγων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη στο οποίο ήταν συγκεντρωμένοι 13.000 άνθρωποι, δεν είναι καθόλου πρωτότυπη. Για την ακρίβεια αποτελεί την πιο σκοτεινή κληρονομιά της Ευρώπης του 20ού αιώνα.

Το πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ευρώπη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «η εποχή των στρατοπέδων». Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες υιοθέτησαν πολιτικές αποκλεισμού και εγκλεισμού των «ύποπτων» πολιτικών ή εθνοτικών ομάδων. Οι πολιτικές αποκλεισμού κορυφώθηκαν στις συνθήκες που διαμόρφωσαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, όταν οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος ή οι μειονότητες μπήκαν στο στόχαστρο και κατά χιλιάδες φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα ή εκτοπίστηκαν σε πολύ απομακρυσμένα μέρη. Το ναζιστικό καθεστώς ήταν αυτό που εφάρμοσε σε συστηματική και μαζική κλίμακα τον εγκλεισμό σε στρατόπεδα.

Ηδη από την άνοιξη του 1933, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, δεκάδες στρατόπεδα συγκέντρωσης δημιουργήθηκαν για τον εγκλεισμό σοσιαλιστών και κομμουνιστών, τα οποία ήταν προάγγελος των στρατοπέδων εξόντωσης εκατομμυρίων Εβραίων της Ευρώπης στη διάρκεια του πολέμου. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνδέθηκαν άρρηκτα με τη βία, τον θάνατο, την εκμετάλλευση και τον εξευτελισμό. Η κληρονομιά τους ήταν τόσο βαριά, ώστε μεταπολεμικά δεν υπήρξαν ξανά στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού, τουλάχιστον στην Ευρώπη, επειδή ακριβώς παρέπεμπαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η Ελλάδα έχει το δικό της μερίδιο στην ιστορία των στρατοπέδων. Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου δημιουργήθηκαν στρατόπεδα για την κράτηση δεκάδων χιλιάδων κομμουνιστών ή γενικότερα αριστερών. Πάνω από 25.000 «ύποπτοι» φαντάροι και αξιωματικοί «αναμορφώθηκαν» μέσα από τη βία και την προπαγάνδα στα στρατόπεδα της Μακρονήσου, πάνω από 8.500 πολιτικοί κρατούμενοι ήταν συγκεντρωμένοι στη Γυάρο, όπου εργάστηκαν καταναγκαστικά για να χτίσουν τις φυλακές του νησιού, χιλιάδες ήταν οι πολιτικοί εξόριστοι που ζούσαν σε «στρατόπεδα πειθαρχημένης διαβίωσης» στην Ικαρία, στον Αγιο Ευστράτιο και σε άλλα νησιά. Μετά το τέλος του Εμφυλίου τα στρατόπεδα της Μακρονήσου και οι φυλακές της Γυάρου σταδιακά έκλεισαν. Οι φυλακές της Γυάρου λειτούργησαν ξανά μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, όταν περισσότεροι από 6.000 πολιτικοί κρατούμενοι φυλακίστηκαν εκεί.

Οι πολιτικές αποκλεισμού και μαζικού εγκλεισμού που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές χώρες στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα είχαν στόχο τον «εσωτερικό» εχθρό, ο οποίος έπρεπε να διωχθεί, να εξουδετερωθεί, να εκτοπιστεί. Μετά τον πόλεμο, η διαδικασία του εκδημοκρατισμού στην Ευρώπη βασίστηκε στη σταδιακή, και συχνά απρόθυμη, ενσωμάτωση αυτών που προπολεμικά θεωρούνταν απειλή για το καθεστώς.

Εστω και με καθυστέρηση, η Ελλάδα ακολούθησε αυτή την πορεία μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν σταμάτησαν οι πολιτικές διώξεις και άρθηκαν οι πολιτικές διακρίσεις. Τα στρατόπεδα μετατράπηκαν σε κομμάτι ενός τραυματικού παρελθόντος που πλέον γινόταν Ιστορία. Το 1989 τα στρατόπεδα της Μακρονήσου ανακηρύχθηκαν ιστορικός τόπος από την πολιτεία, ενώ το 2007 εγκαινιάστηκε το Μουσείο Δημοκρατίας στον Αγιο Ευστράτιο ως φόρος τιμής στους πολιτικούς εξορίστους.

Τα στρατόπεδα, δυστυχώς, δεν πέρασαν στην Ιστορία. Επανεμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια με την προσφυγική κρίση, ενώ στο επίκεντρο βρέθηκε το στρατόπεδο της Μόριας. Μετά την καταστροφή του, βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και της Ελληνικής Λύσης προτείνουν τη δημιουργία στρατοπέδων για πρόσφυγες στη Μακρόνησο ή τη Γυάρο, κάτι που συνιστά ευθεία προσβολή στην ιστορική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Οι άθλιες συνθήκες ζωής, ο συνωστισμός, οι περιορισμοί στην ελευθερία κίνησης και οι απαγορεύσεις, η μονοτονία, η απραξία, η διαβίωση σε σκηνές, η αναμονή στην ουρά για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών, οι ελλείψεις, οι κακές συνθήκες υγιεινής, η μετάδοση ασθενειών, δηλαδή όλα αυτά που αποτελούν διαχρονικά, δομικά χαρακτηριστικά των στρατοπέδων, συνθλίβουν κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Οσοι προτείνουν ως λύση τη δημιουργία στρατοπέδων-φυλακών για τους πρόσφυγες σε κάποιο ακατοίκητο ξερονήσι, φαίνεται ότι ούτε ενδιαφέρονται ούτε έχουν καταλάβει τίποτα από τη στρατοπεδική εμπειρία του 20ού αιώνα. Αυτό είναι ανησυχητικό διότι δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον. Είναι ανησυχητικό γιατί ενθαρρύνει τις κραυγές απανθρωπιάς και ρατσιστικού μίσους απέναντι στους πρόσφυγες της Μόριας, οι οποίες κατέκλυσαν το διαδίκτυο το τελευταίο διάστημα, στοχοποιώντας ακόμα και παιδιά.

Ο Πολυμέρης Βόγλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών