Macro

Την ώρα του κινδύνου δεν φτάνει απλά να περιγράφουμε τον κίνδυνο

Από τις φωτογραφίες που φυλάμε στο συρτάρι ή σε κάποιο φάκελο στον υπολογιστή, κάποιες «μιλούν», εκτός από τη στιγμή που τραβήχτηκαν, και για την εποχή τους.
 
Ο κηδεμόνας
 
Τέτοια «φωτογραφία», της στιγμής και της εποχής, ήταν νομίζω το ρεπορτάζ της Ευρυδίκης Μπερσή «Η Μελόνι με τον κηδεμόνα της», στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής. Από την επόμενη κιόλας μέρα που κέρδισε η Μελόνι –συνοψίζω– , ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι έκανε σκοπό της ζωής του να αποκαταστήσει στα μάτια των Ευρωπαίων ηγετών την άλλοτε ακτιβίστρια του νεοφασιστικού MSI. Χρησιμοποιώντας το κύρος του, ως oικονομολόγου και πρώην κεντρικού τραπεζίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, o Ντράγκι τους έπιασε έναν-έναν και βάλθηκε να τους καθησυχάζει ότι, αν και μουσολινική, η Μελόνι είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης: δεν θα αυξήσει το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα της Ιταλίας ξοδεύοντας για τους φτωχούς (θα την ελέγχει επιτελείο με ανθρώπους του ίδιου του Ντράγκι), δεν θα βγάλει τη χώρα από το ΝΑΤΟ και δεν θα σταματήσει να στέλνει όπλα στην Ουκρανία. Με άλλα λόγια, τα πολύ φασιστικά της Μελόνι δεν θα είναι πρόβλημα για τη «σταθερότητα» στην Ιταλία και στην Ευρωζώνη.
 
Εδώ είναι που ρωτάει κανείς: από πότε είναι αυτή η εφημερίδα; Αυτή την αφασική συνενοχή των ευρωπαίων ηγετών και του ξένου Τύπου περιγράφει ο Ντανιέλ Σνεντερμάν στο βιβλίο «Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ» (εκδ. Πόλις 2020). Και ανάλογα λέει για τους κατευναστικούς με τον Χίτλερ ηγέτες, τον Νταλαντιέ και τον Τσάμπερλειν, ο Μικαέλ Φεσέλ («Υποτροπή. 1938»). Ας μην πάμε όμως τόσο μακριά: την ίδια αφασία, αν δεν πρόκειται απλά για ξέπλυμα, διαβάζουμε σε δηλώσεις φιλελεύθερων της ΝΔ και στο ελληνικό ίντερνετ – στο Εnikos.gr, για παράδειγμα, που δεν είναι του Στέφανου Χίου, αλλά του Νίκου Χατζηνικολάου: μέσα σε λίγες μόνο ώρες, από «Μαύρη κυρία της πολιτικής σκηνής», η Μελόνι έγινε και στην Ελλάδα «η όμορφη μπαργούμαν που αναρριχήθηκε στην πρωθυπουργία της Ιταλίας».
 
Αν αυτή η προσέγγιση «μετριοπαθών» και ακραίων δεξιών δεν μας φαίνεται κίνδυνος, είναι πιθανό να έχουμε γίνει και εμείς μέρος αυτού που κομψά λέμε «κανονικοποίηση» της Ακροδεξιάς, δηλαδή μιας πολιτικής ανωμαλίας. Αν όμως βλέπουμε τον κίνδυνο, το θέμα είναι τι κάνουμε συγκεκριμένα, εκτός από το να περιγράφουμε συνοφρυωμένοι/ες τα δεινά μας. Τι κάνει μπροστά στον κίνδυνο η πλευρά που κινδυνεύει περισσότερο;
 
Ρώμη καλεί Αθήνα: Να μην περιμένουμε τις εκλογές
 
Μια δεύτερη «φωτογραφία», πάλι από την Ιταλία, δείχνει πρώτα τι δεν έχει νόημα να κάνουμε: είναι η φωτογραφία που εξηγεί τι ψήφισαν στις ιταλικές εκλογές οι φτωχοί και οι πλούσιοι.
 
Μπροστά στον κίνδυνο να βγει πρώτη η Μελόνι, οι περισσότεροι/ες από την εργατική τάξη προτίμησαν την αποχή, το λευκό ή το άκυρο (43,4%). Πολλοί ψήφισαν την ίδια τη Μελόνι (34,6%). Και με τη λογική της χρήσιμης ψήφου, κάποιοι υποστήριξαν τα «5 Αστέρια» (16,4%), γιατί ο πεντάστερος Κόντε έδωσε επίδομα του πολίτη στους φτωχούς για να αποφύγουν την πείνα.
 
Ανάλογα συνέβησαν με τους άνεργους: 47,8% απείχαν ή ψήφισαν άκυρο και λευκό (στους άνεργους καταγράφηκε η υψηλότερη αποχή), 20,9% ψήφισαν τη Μελόνι και, ενώ τα «5 Αστέρια» χάσαν σε όλη τη χώρα 6,4 εκ. ψήφους σε σχέση με το 2018, ένας στους 4 ανέργους (23,5%) ψήφισε «5 Αστέρια», γιατί αυτοί έδωσαν επίδομα στους φτωχούς: επρόκειτο για το αμέσως υψηλότερο ποσοστό των πεντάστερων, μετά την πρωτιά που κέρδισαν (αυτοί, όχι η Αριστερά) στους φοιτητές.
 
Ενώ η εργατική τάξη και οι άνεργοι κυρίως απείχαν, η Μελόνι επικράτησε στην «πολυκατοικία» Δεξιάς-Ακροδεξιάς χάρη κυρίως στα κατώτερα μεσαία στρώματα (29,9%), τα μεσαία (26,5%) και τα υψηλά (23,4%). Ο βασικός της αντίπαλος, το Δημοκρατικό Κόμμα, συγκέντρωσε δυνάμεις κυρίως από τα ανώτερα μεσαία (24.9%) και τα υψηλά στρώματα (22,1%). Ούτε τα μορφωμένα μεσαία ούτε τα δημοκρατικά ευαίσθητα υψηλά στρώματα έφτασαν για να αποτρέψουν την ήττα των Δημοκρατικών.
 
Στις εκλογές που θα γίνουν στην Ελλάδα πιθανότατα μέχρι τον Μάιο, και αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου χρόνου (απ’ όπου κι αν προέρχονται…), είναι πιθανό το συνεχές Δεξιάς-Ακροδεξιάς (ΝΔ, Βελόπουλος, Κασιδιάρης, Κρανιδιώτης-Τζήμερος) να καταγράψει ποσοστά Ιταλίας. Είναι πιθανό, δηλαδή, η προοπτική συγκυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ να αγνοηθεί, όπως ακριβώς αγνοήθηκε η κυβερνητική προοπτική του Δημοκρατικού Κόμματος: ο όλο και πιο κεντρώος ΣΥΡΙΖΑ θα προειδοποιεί για έναν υπαρκτό κίνδυνο, αλλά λόγω αναξιοπιστίας της ηγεσίας του, δεν θα πείθει κανέναν. Όσο για την Αριστερά στ’ αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, είναι εξαιρετικά πιθανό να έχει (πλην ΚΚΕ) τύχη λίγο-πολύ σαν αυτή της ιταλικής Λαϊκής Ενότητας. Στο κλίμα αυτό, το να περιμένουμε απλά τις εκλογές, καλλιεργώντας καθένας τον κήπο του σα σε καιρούς ρουτίνας, δεν είναι σοφή επιλογή.
Κίνδυνοι και δυνατότητες: ένα κοινωνικό αντιαυταρχικό μέτωπο πριν από τις εκλογές
 
Ο κίνδυνος, μαζί με την εκλογική ήττα κάθε Αριστεράς, είναι ένα ακόμα πιο βαθύ σκοτάδι δεξιού-ακροδεξιού αυταρχισμού, που θα καθηλώσει εκατομμύρια ανθρώπους σε χειμώνες «σαν του 1942». Ο κίνδυνος είναι ένας και τρεις μαζί:
 
κίνδυνος για την ειρήνη: μια πιο ενεργή εμπλοκή της Ελλάδας στην Ουκρανία ή μια σύγκρουση με την Τουρκία
κίνδυνος για τις ελευθερίες και την ελευθερία
κοινωνικός κίνδυνος – η καθήλωση στη φτώχεια, τη βία, τον κυνισμό, τις ζώνες αδιαφορίας.
 
Οι δύο τελευταίοι κίνδυνοι, ανελευθερία και φτώχεια, είναι ήδη εδώ: ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Κι έχει δίκιο, γι’ αυτό, ο Κωστής Παπαϊωάννου: «αν πολεμάμε σαν “φιλελεύθερες ελίτ”, η ακροδεξιά επελαύνει».
 
Απέναντι στους κινδύνους αυτούς, η τελευταία διετία ανέδειξε σοβαρές δυνατότητες και διαθεσιμότητα για κινητοποίηση:
 
Η αντιφασιστική καμπάνια «Δεν Είναι Αθώοι» έφερε έξω από το Εφετείο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Η βία στο πανεπιστήμιο και ο κίνδυνος να έχουμε απεργό πείνας νεκρό έβγαλε πέρσι δεκάδες χιλιάδες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Οι παρεμβάσεις στα θέατρα με το πανό «Βιαστης είναι» έγιναν πλειοψηφικό γεγονός και εμπόδισαν το ξέπλυμα του Λιγνάδη.
Η αντιπολεμική συναυλία του «Αλληλεγγύη για Όλους» στην Αθήνα τόνισε ότι δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στον εισβολέα και τον πολεμοκάπηλο προστάτη.
Οι συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου και του ΛΕΞ (που δεν είναι απλά θέαμα: είναι και «δήλωση στάσης»), μάζεψαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, που δεν εκπροσωπούνται από κανένα κόμμα αποκλειστικά (αν εκπροσωπούνται τελικά από κανένα…), εκτός όμως από κοινή αισθητική, έχουν και κοινές αγωνίες.
Η απεργία στη ΜΑΛΑΜΑΤΙΝΑ και οι κινητοποιήσεις ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία στηρίζονται από ένα ευρύτατο φάσμα πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που απορρίπτουν τους νόμους Χατζιδάκη και Κεραμέως.
Μιλώντας πρόσφατα σε συνέντευξη Τύπου του Παρατηρητηρίου Επιθέσεων ενάντια στις Ελευθερίες στο Πανεπιστήμιο», ο Δημήτρης Ζερβουδάκης, πρόεδρος του Σωματείου Μουσικών Β. Ελλάδας, πρότεινε τη διοργάνωση μιας συναυλίας πάνω στα βασικά ζητήματα της συγκυρίας –τον πόλεμο, τη φτώχεια, τη δημοκρατία–, που να στηριχτεί απ’ όσα κόμματα συμφωνούν.
Τέλος, εδώ και ένα εξάμηνο το ΜΕΡΑ25 έχει απευθύνει πρόταση για προεκλογική συζήτηση πάνω σε εφτά σημεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πρόγραμμα μιας κυβέρνησης συνεργασίας της Αριστεράς.
 
Κίνημα, μέτωπα, εκλογές: «Άρα τι, και με τον ΣΥΡΙΖΑ;»
 
Η νίκη της Μελόνι στην Ιταλία δημιούργησε κακούς συνειρμούς, καθώς συνέπεσε με τα εκατό χρόνια από την «Πορεία προς τη Ρώμη» του Μουσολίνι. Φέτος, όμως, συμπληρώνονται εκατό χρόνια και από μια άλλη, φωτεινή στιγμή: το Νοέμβρη του 1922, λίγες μέρες μετά την επικράτηση του Μουσολίνι στην Ιταλία, το τέταρτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς επικύρωνε ως τακτική των κομμουνιστικών κομμάτων τη συγκρότηση ενιαίων μετώπων με την τότε σοσιαλδημοκρατία. Η αφετηρία ήταν απλή: οι επαναστάσεις της περιόδου 1917-1922 είχαν φρενάρει, δυνάμεις υπήρχαν, όμως η σοσιαλδημοκρατία, παρά την εγκληματική πολιτική της, διατηρούσε ακόμα ισχυρούς δεσμούς με λαϊκά στρώματα και, την ίδια στιγμή, η εργατική τάξη και οι άνεργοι στην Ευρώπη αντιμετώπιζαν εκτεταμένη φτώχεια και πραξικοπήματα της Δεξιάς (όπως αυτό του 1920 στη Γερμανία): χωρίς λοιπόν να χάνει την οργανωτική αυτονομία της, ούτε πολύ περισσότερο το δικαίωμα στην κριτική, η Αριστερά, αν ήθελε να πετύχει άμεσες και χειροπιαστές νίκες, να δημιουργήσει όρους αντεπίθεσης, έπρεπε να μειώσει το χάσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το χάσμα, οχτώ μόλις χρόνια νωρίτερα, δεν είχε δημιουργηθεί για το τίποτα: το είχε δημιουργήσει η στάση της σοσιαλδημοκρατίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Πώς θα μπορούσε να γεφυρωθεί; Με την ανάδειξη όσων ένωναν στη νέα κατάσταση: με απεργίες (γιατί κανείς δεν μπορεί να απεργήσει μόνος του), με κοινές κινητοποιήσεις, με την ψήφο, την ανοχή, την κριτική στήριξη κυβερνήσεων ή τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις υπό προϋποθέσεις: σε κάθε χώρα ανάλογα με τις ανάγκες.
 
Ήδη από το 1920, οι γερμανοί κομμουνιστές (οι ίδιοι που το 1919 πενθούσαν τη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ) δούλευαν σε αυτή την κατεύθυνση, προτείνοντας, στη Στουτγκάρδη και αργότερα σε όλη τη χώρα (βλ. Ανοιχτή Επιστολή KPD, 1921), προγράμματα των πέντε ή των εφτά σημείων, με αιχμές την άμεση αντιμετώπιση της φτώχειας και του αυταρχισμού (το ενιαίο μέτωπο δεν είναι δημοκρατικό τόξο και δεν αφορά μόνο τις πολιτικές ελευθερίες), και καλώντας σε ενωτικές κινητοποιήσεις. Αυτά ιστορεί το θαυμάσιο μικρό βιβλίο του Τζον Ριντέλ «Το Ενιαίο Μέτωπο, των εκδόσεων Red Marks, που αξίζει να αναζητήσει κανείς.
 
***
 
Κάθε συγκυρία είναι πρωτότυπη: γι’ αυτό πρέπει να θυμίζουμε ότι η ιστορία δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές. Σήμερα δεν υπάρχει Κομμουνιστική Διεθνής, πόλεμος που να εξοπλίζει (κυριολεκτικά) τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές, ούτε μαζικά κόμματα-πολιτοφυλακές όπως του Μουσολίνι. Αν, παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίζουμε έναν κίνδυνο που θυμίζει παλιές ιστορίες, αν, εκτός από δυνατότητες, η συγκυρία δείχνει επίσης και όρια (όρια που αφορούν και την εκλογική και την κινηματική πολιτική: στις ΗΠΑ και τη Χιλή μετά τις εξεγέρσεις, στη Βραζιλία, την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη Σουηδία και την Ιταλία στις εκλογές), αν οι διάφορες εκδοχές Αριστεράς στην Ελλάδα ανέβαιναν μαζί την περίοδο 2012-2015 με κοινή σημαία το κοινωνικό ζήτημα, και αν μαζί πέφτουν ή καθηλώνονται μια εφταετία τώρα, μετά το τρίτο μνημόνιο, είναι επείγον να βρούμε τη μέθοδο, τα οχήματα και τα όρια γι’ αυτό το «μαζί», προκειμένου να αντιμετωπίσουμε –αντί μόνο να περιγράφουμε– έναν υπαρξιακό κίνδυνο.
 
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος