Macro

Θανάσης Καμπαγιάννης: Για ένα κομμάτι ψωμί

«H Δημοσίευσις είναι ψυχή της Δικαιοσύνης» είπε ο Iωάννης-Ιάκωβος Mάγερ, ο Ελβετός φιλέλληνας που εξέδωσε την πρώτη εφημερίδα, τα «Ελληνικά Χρονικά», στο Μεσολόγγι.

«Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι», γράφει στον υπότιτλό της η Washington Post (τι ειρωνεία, με δεδομένη την πορεία της εφημερίδας υπό τη διοίκηση του Μπέζος).

Οι κάμερες του Ελληνικού Λιμενικού στην Πύλο και στη Χίο ήταν κλειστές.

«Άτομα που γνωρίζουν το σχετικό παρασκήνιο σημειώνουν – πιθανόν καθ’ υπερβολήν – ότι αν οι κάμερες λειτουργούσαν πλήρως, η Ελλάδα θα είχε σήμερα είκοσι εκατομμύρια κατοίκους. Υπονοούν δηλαδή ότι η πλήρης καταγραφή των ενεργειών θα οδηγούσε σε αυστηρή τήρηση των απολύτων τυπικών διαδικασιών και δεν θα επέτρεπε άτυπες τακτικές των αρχών ασφαλείας σε ξηρά και θάλασσα για την αποτροπή μαζικής εισόδου των μεταναστών». Αυτά γράφει σήμερα ο Βασίλης Λαμπρόπουλος στο Βήμα.

Είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι ένα κράτος που διατηρεί για τον εαυτό του το προνόμιο στο “σκοτάδι” και τις “κλειστές κάμερες” θα κάνει χρήση αυτού του προνομίου μόνον όταν θύματα είναι οι ξένοι, “οι άλλοι”.

Το έχουμε δει ήδη στα Τέμπη, στις υποκλοπές, στις αστυνομικές δολοφονίες, στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Το σκοτάδι είναι κρατικό “δικαίωμα” που έχει την τάση να εξαπλώνεται, από τον ξένο στον ντόπιο, από το σύνορο στο κέντρο.

Γι’ αυτό και κανένα κίνημα που διεκδικεί δικαιοσύνη και δημοκρατία στην Ελλάδα δεν μπορεί να νικήσει αν δεν απαντήσει θαρρετά: δικαιοσύνη παντού, φως παντού, ανοιχτές κάμερες παντού όπου το κράτος προσπαθεί να αποφύγει τη λογοδοσία.

Και τι θα γίνει με τα δέκα εκατομμύρια μετανάστες που θα μπουν στην Ελλάδα;

Σε μια εποχή ραγδαίας πληθυσμιακής συρρίκνωσης για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ο μπαμπούλας των εκατομμυρίων μεταναστών διαστρέφει την πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει στον δημόσιο διάλογο, τη στιγμή μάλιστα που η μόνη αντιστροφή της ραγδαίας γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδας έλαβε χώρα το 2000 με 2010 εξαιτίας της νομιμοποίησης της αλβανικής μετανάστευσης.

Το μόνο πραγματικό ζήτημα που δεν μπορούμε να αρνηθούμε και πρέπει να απαντήσουμε είναι αυτό: αν η Ελλάδα επιλέξει να μην πνίγει τους μετανάστες στη θάλασσα, λειτουργώντας ως συνοριοφύλακας της Ευρώπης-Φρούριο, θα πρέπει να τους φυλακίσει στη στεριά. Τυχόν ελευθερία κίνησης σημαίνει για την πλειοψηφία των μεταναστών και των προσφύγων – όπως καλά το γνωρίζουμε – τη συνέχιση του ταξιδιού τους για την Ευρώπη.

Και τότε τίθεται εν αμφιβόλω η ίδια η θέση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η δυνατότητα των πολιτών που κατέχουν το διαβατήριό της να ταξιδεύουν ελεύθερα εντός της επικράτειας των χωρών μελών της.

Αυτό είναι το τίμημα και το δίλημμα που μας τίθεται:

Ελληνικό διαβατήριο που δίνει ελευθερία κίνησης στην ΕΕ σημαίνει την αποδοχή των πνιγμών αθώων ανθρώπων στο όνομά μας.

Προσωπικά, δηλώνω ότι απεκδύομαι κάθε προνόμιο που συνεπάγεται το διαβατήριό μου. Και πολιτικά είμαι διατεθειμένος να στηρίξω οποιοδήποτε κόμμα κατέβει στις επόμενες εκλογές δηλώνοντας ότι αν έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στην “ελευθερία κίνησης εντός ΕΕ” και στον τερματισμό του μαζικού πνιγμού ανθρώπων στα θαλάσσια σύνορα, επιλέγουμε το δεύτερο. Με ο,τι συνέπειες και αν αυτό έχει στην πολιτική εμβέλεια αυτού του εγχειρήματος, στις ψήφους του, στα εκβιαστικά ερωτήματα για τους Έλληνες που σπουδάζουν και δουλεύουν στην Ευρώπη και ούτω καθεξής.

Αυτή η θανατοπολιτική δεν μπορεί να γίνεται στο όνομά μας. Τελεία.

Κι όποιος τη βάλει στο ζύγι με “ένα κομμάτι ψωμί”, ας είναι.

Εμείς τη ζωή θέλουμε κι ας τρώγομεν πέτρες.

(Στη φωτογραφία το φουσκωτό των προσφύγων που “εμβόλισε” το περιπολικό του Λιμενικού με τις κλειστές κάμερες. Και μια δήλωση ενός δύτη από τη Χίο στο σημερινό Βήμα).