Macro

Στους κουρασμένους ανθρώπους

Κάθεται απέναντί μου. Σήμερα. Κάθε μέρα. Πριν λίγη ώρα. Στο μετρό. Γύρω στις έντεκα το πρωί. Ή αργά το απόγευμα. Αλλά τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία. Γιατί τον έχω δει άπειρες φορές. Στο λεωφορείο. Στο τρόλεϊ. Στον ηλεκτρικό. Στο ΚΤΕΛ. Μια φορά, πάνε πάνω από σαράντα χρόνια, τον είδα να κλαίει με λυγμούς. Μονάχος του στα πίσω καθίσματα ενός λεωφορείου της γραμμής Καβάλα – Κομοτηνή. Έκλαιγε σε όλη τη διαδρομή. Έκλαιγε τόσο πολύ που ήταν σαν να μου έλεγε, «μην πλησιάσεις». Σχεδόν μισός αιώνας πέρασε κι εγώ νομίζω ότι ακόμα κλαίει με λυγμούς.

Ο κουρασμένος, ο αφημένος άνθρωπος που κάθεται απέναντί μου, δίπλα μου, ο εγώ μου άλλος. Τον βλέπω όσο πιο διακριτικά μπορώ, αν και δεν χρειάζεται. Είναι τόσο κουρασμένος που τα βλέφαρά του κλείνουν, οι άκρες των χειλιών του γέρνουν… και χάνεται. Κι εγώ δεν ξέρω αν βυθίζεται στη λύπη ή στον ύπνο. Κάποτε ταράζεται και κάνει μια απότομη κίνηση. Ξυπνάει την ίδια στιγμή και μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτα λόγια που μοιάζουν πιο πολύ με πεποίθηση απόσυρσης, παρά με συγγνώμη. Καταβυθίζεται στον ύπνο. Το βιολογικό του ρολόι τον ξυπνάει στη στάση που πρέπει να κατεβεί.

Είναι ένα χοϊκό θαύμα ο κουρασμένος χρόνος στον κουρασμένο άνθρωπο που βλέπω απέναντί μου. Γιατί βέβαια δεν είναι πάντοτε τα θαύματα ευτυχισμένα. Υπάρχουν και τα θαύματα για τα οποία δεν μίλησαν ποτέ, μήτε οι θρησκείες, μήτε οι μεγάλες αφηγήσεις των θαυματουργών ελπίδων. Τα θαύματα του δυστυχισμένου χρόνου, αυτά που εμπεριέχουν «το δράμα της ποιότητας» όπως λέει και ο Νίκος Καρούζος. Σ’ αυτά τα θαύματα ο ύπνος κατρακυλάει με θόρυβο, όπως κατρακυλούν τα βράχια -«τα ξεροσφύρια του θεού»- στη θάλασσα.

Ο κουρασμένος άνθρωπος λοιπόν, ο κουρασμένος χρόνος. Βλέπω απέναντί μου τον κουρασμένο άνθρωπο, νιώθω στις φλέβες μου να χτυπάει ο κουρασμένος χρόνος και σκέφτομαι τον ιερό Αυγουστίνο που έλεγε, «ξέρω πολύ καλά τι είναι ο χρόνος, αρκεί να μη μου ζητηθεί να το εξηγήσω». Αυτό το ίδιο που λέει από την ανάποδη και ο Φερνάντο Πεσσόα: «Δεν ξέρω τι είναι ο χρόνος. Δεν ξέρω ποιο είναι το πραγματικό μέτρο που έχει, αν έχει κάποιο. Ξέρω πως το μέτρο του ωρολογίου είναι ψευδές: χωρίζει τον χρόνο βάσει του χώρου, έξωθεν. Ξέρω επίσης πως το μέτρο των συγκινήσεων είναι ψευδές: χωρίζει όχι τον χρόνο αλλά την αίσθησή του. Το μέτρο των ονείρων είναι εσφαλμένο: σ’ αυτά αγγίζουμε τον χρόνο, άλλοτε επί μακρόν, άλλοτε πολύ βιαστικά κι αυτό που ζούμε είναι βιαστικό ή αργό ανάλογα με τη ροή κάποιου πράγματος που τη φύση του αγνοώ».

Εν τω μεταξύ, ο κουρασμένος άνθρωπος σηκώνεται. Είναι παραζαλισμένος, εγκλωβισμένος στον δικό του χρόνο, καθώς το λεωφορείο φρενάρει. Πολλές φορές, ελάχιστα ευγενικά. Ποιος έχει χρόνο για ευγένειες; Ο κουρασμένος άνθρωπος τραντάζεται, όλοι τρανταζόμαστε. Ο χρόνος πάει μπρος πίσω για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται, νομίζω, η «παραπάνω μέρα», εντός της αιωνιότητας, η στιγμή που κάνει το «για πάντα» να είναι τω όντι «για πάντα». Ύστερα ο χρόνος ισορροπεί, ο κουρασμένος άνθρωπος ισορροπεί, ο κόσμος έρχεται στη θέση του.

Ο κουρασμένος άνθρωπος φεύγει κι εγώ βλέπω το άδειο κάθισμα σαν μια φωλιά όπου επωάζεται η λυπημένη κούραση που έρχεται ξανά και ξανά για να ταΐσει τα πεινασμένα παιδιά της με την αχλή μιας πραγματικότητας που για λίγο, μόνο για λίγο, δεν θέλγεται από τις εξορίες.

Ο κουρασμένος άνθρωπος απέναντί μου, Κύριος οίδε από πού έρχεται. Άλλοτε είναι μετανάστης. Άλλοτε είναι γείτονας, τον βλέπω κάθε μέρα, αλλά πάντοτε έρχεται από πολύ μακριά. Κοινό χαρακτηριστικό όλων όμως; Ότι δεν πηγαίνουν πουθενά. Τους βλέπω καθώς κατεβαίνουν ή βγαίνουν. Δεν θα πάνε πουθενά. Τους βλέπω καθώς κινούνται μεταξύ αξιοπρέπειας και απελπισίας, σαν να βαδίζουν ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες. Ξέρω ότι θα συνθλιβούν. Κι αυτοί το ξέρουν. Με δείχνουν. Θα κατεβώ στην επόμενη ή στη μεθεπόμενη στάση. Να δεις πώς το έλεγε ο Σάντρο Πέννα, καθόταν απέναντί μου και πέθανε, σχεδόν από πείνα· νομίζω τον άκουσα να ψελλίζει: «είμαστε άνθρωποι κουρασμένοι μόνο, αλλά όχι ευτελείς».

Κατεβαίνω στην επόμενη η μεθεπόμενη στάση. Στη θέση μου κάθεται κιόλας κάποιος άλλος. Είναι ο Φερνάντο Πεσσόα. Σιωπηλός. Αλλά εγώ ξέρω τι σκέφτεται: «Αισθάνομαι τον χρόνο μ’ ένα πελώριο πόνο».

Κουνώ το χέρι μου σ’ έναν αδιόρατο χαιρετισμό, σαν να γυρνάω σελίδα. Και φεύγω. Χρόνια πολλά.

Κώστας Καναβούρης

Πηγή: Η Αυγή