Macro

Σπύρος Νιάκας: Για τον γρίφο του εκλογικού αποτελέσματος: Στη βάση όλων η Οικονομία

Με την φράση «It’s the economy, stupid» ο James Carville συμπύκνωσε το κεντρικό προεκλογικό μήνυμα της προεδρικής καμπάνιας του Bill Clinton το 1992.
 
Αρκετά χρόνια πριν, στο έργο του «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» ο Μαρξ διατύπωσε το σχήμα «βάσης και εποικοδομήματος» για να περιγράψει την αρχιτεκτονική της κοινωνίας, σύμφωνα με την οποία στην βάση του κοινωνικού σχηματισμού βρίσκεται η οικονομία.
 
Στη βάση όλων η οικονομία
 
Προφανώς δεν είχε γίνει κατανοητό πριν από τις εκλογές από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πλέον είναι πασιφανές: Η Νέα Δημοκρατία διατύπωσε ένα πειστικό και ηγεμονικό όραμα για την ελληνική οικονομία, το οποίο πάτησε πάνω και στα όσα έπραξε και στην κυβερνητική της θητεία. Το αφήγημα αυτό είναι πολύ απλό στην σύλληψή του: Θα μεγαλώσει η πίτα και θα χορτάσουν όλοι. Σε όλη την προεκλογική περίοδο τα «θετικά νέα» έπεφταν βροχή:
 
Η ανάπτυξη ανήλθε για το έτος 2022 σε ποσοστό 5,9%, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις πρώτες χώρες της ΕΕ.
Η Standard & Poor’s αναβάθμισε την προοπτική του αξιόχρεου της Ελλάδας τον Απρίλιο.
Η ανεργία έπεσε σε ποσοστό 10,9% σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το χαμηλότερο ποσοστό από το 2010.
Οι επενδύσεις αυξάνονται, εκμεταλλευόμενες και το χρήμα του Ταμείου Ανάκαμψης.
 
Το αφήγημα αυτό υποστηρίχθηκε και με πραγματικό χρήμα: Η κυβέρνηση ξόδεψε τα χρόνια αυτά περίπου 50 δισ., μεγάλο μέρος αυτού με μορφή επιδοτήσεων.
 
Ένα όχι αμελητέο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας βγήκε κερδισμένο από την τετραετία αυτή. Η κυβέρνηση διοχέτευσε το χρήμα αυτό με βέλτιστο τρόπο έτσι ώστε να χτίσει την δικιά της κοινωνική συμμαχία. Δεν έπεσε απλά χρήμα σε φίλους και γνωστούς, χιλιάδες επιχειρήσεις μεγάλες, μεσαίες και μικρές-πολύ μικρές ωφελήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, ολόκληροι κλάδοι (για παράδειγμα ο κλάδος της ενέργειας) αυτή την στιγμή μοιάζουν με Eldorado την εποχή του πυρετού του χρυσού, όπου με την εφαρμογή του «trickle-down effect» παρατηρείται και σημαντική αύξηση μισθών.
 
Η κυβέρνηση έχει μάλιστα να κοκορεύεται πως τα παραπάνω επετεύχθησαν παρά το αρνητικό διεθνές περιβάλλον με την επίδραση του πολέμου, της ενεργειακής κρίσης και του κορονοϊού.
 
Ανάπτυξη για λίγους, ορατή η κρίση
 
Μετά από πάνω από μια δεκαετία ξηρασίας αυτές οι εικόνες κερδοφορίας, έστω και πρόσκαιρης, λίγο χώρο αφήνουν για να δει κανείς πως πέρα από την επιφάνεια του «success story»:
 
Η παρατηρηθείσα ανάπτυξη είναι ανάπτυξη σύγκλισης και όχι ανάπτυξη ανεπτυγμένης χώρας, η οποία επικουρείται και από το ότι στο βάθος κάθε πάτου βρίσκεται και ένα ελατήριο.
Το δημόσιο χρέος έχει εκτιναχθεί κατά 40 δις.
Η μείωση της ανεργίας ήρθε πακέτο με την αύξηση της μερικής απασχόλησης, με την επέκταση των ωραρίων εργασίας, με την απορρύθμιση των όποιων διατάξεων προστασίας της εργασίας, με την επικράτηση σε ολόκληρους τομείς των voucher.
Ο μέσος πραγματικός μισθός στην χώρα μειώθηκε κατά 7,4% το 2022 (σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ).
Η ανεργία στους νέους ανήλθε στο 29,4%.
Το ράλι στον κλάδο της ενέργειας έχει γίνει με τόσο άναρχο τρόπο ώστε το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας βρίσκεται πλέον υπό την μόνιμη απειλή μπλακ-άουτ, σύμφωνα με τον πρόσφατες ανακοινώσεις ειδικών.
 
Επιπλέον, οι απαιτήσεις για πρωτογενή πλεονάσματα, το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης, το διεθνές περιβάλλον με την διατήρηση του πολέμου και των συνεπειών του, την επανεμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού μετά από μερικές δεκαετίες και την σοβούσα ενεργειακή κρίση προμηνύουν την εφαρμογή σκληρής λιτότητας και αυξημένης κατάστασης επιτήρησης για τα αμέσως επόμενα έτη.
 
Παρόλα αυτά, η υπόσχεση της αύξησης της πίτας και των θετικών προοπτικών για το μέλλον, μαζί με το άφθονο στρατηγικά διοχετευμένο χρήμα βοήθησε τον Μητσοτάκη να βρεθεί επικεφαλής ενός δικού του, συμπαγούς κοινωνικού μπλοκ εξουσίας το οποίο σε όλη αυτή την τετραετία κατάφερε να βγει κερδισμένο και πάνω από όλα επιθυμεί την σταθερότητα που δεν θα διαταράξει τα κέρδη του.
 
Επιπλέον το μπλοκ αυτό κατάφερε να επιτύχει ηγεμονία, απευθυνόμενο και προς τα αριστερά του: προσέθεσε δόσεις κοινωνικού φιλελευθερισμού στο μίγμα της (π.χ. ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος υφυπουργός) ενώ την κρίσιμη προεκλογική στιγμή υποσχέθηκε αύξηση μισθών, βρίσκοντας λίγο χώρο στο συνολικό της αφήγημα και για τους εργαζόμενους, τους χαμένους της τετραετίας αυτής.
 
ΣΥΡΙΖΑ: Οι λόγοι της καθίζησης
 
Σε όλη την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε αποπροσανατολισμένος. Τα στελέχη που είχαν αναλάβει τη δημόσια εκπροσώπηση παρουσιάζονταν αντιφατικά και απροετοίμαστα. Το εριστικό ύφος περίσσευε αλλά η ουσία έλλειπε. Η προεκλογική καμπάνια και τα συνθήματα άλλαζαν κάθε λίγο: από την καμπάνια για τους νέους με τον (ολίγον μπουμεράδικο) τίτλο «Χάου Του», περάσαμε στο σύνθημα «Δικαιοσύνη Παντού», για να καταλήξουμε λίγες μέρες πριν τις εκλογές στο «Συμβόλαιο Αλλαγής».
 
Στο παρά πέντε ήρθε και το αυτογκόλ της δήλωσης Κατρούγκαλου, που σε μια κοινωνία που προσδοκά αύξηση εισοδήματος «εδώ και τώρα» υποσχέθηκε εισφορές.
 
Έμοιαζε με κόμμα που έχει απωλέσει το πολιτικό του κέντρο.
 
Στροφή προς την «μεσαία τάξη»
 
Φυσικά αυτά δεν συνέβησαν ξαφνικά το τελευταίο τρίμηνο. Από το βράδυ των εκλογών του 2019, όταν ΣΥΡΙΖΑ τέθηκε στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να βάλει τις βάσεις για να ανατραπεί η κυβέρνηση του Μητσοτάκη και να υπερασπίσει όσους έβαζε η δεξιά στο ταξικό της στόχαστρο, ξεδίπλωσε με απόφαση του προέδρου του μια συστηματική προσπάθεια να στραφεί προς την λεγόμενη «μεσαία τάξη», μετασχηματίζοντας ανάλογα πολιτικά και οργανωτικά τον ΣΥΡΙΖΑ.
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε στον αφρό την περίοδο των αντιμνημονιακών αγώνων ως αποτέλεσμα της συγκρότησης μιας συμμαχίας εργαζόμενων – νεολαίας – μικρομεσαίων, με πολιτικά προτάγματα και «μεγάλο αφήγημα» την υπεράσπιση της εργασίας. Η τάξη των εργαζόμενων, πρωτοστατούσα στις μεγάλες κινητοποιήσεις αυτής της εποχής με σημαντική – και καταλυτική πολλές φορές – την παρουσία της νεολαίας, αποτέλεσε την κυρίαρχη κοινωνικά δύναμη που έδειξε να θέλει και να μπορεί να βγάλει την χώρα από την κρίση, διαλέγοντας πολιτικά επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν). Η πολιτική «βαρυτική έλξη» αυτού του μπλοκ δυνάμεων ενέπνευσε και έφερε κοντά της την πλειονότητα των ατάκτως ερριμμένων μικροαστικών στρωμάτων.
 
Η στρατηγική ήττα του καλοκαιριού του 2015 αφαίρεσε την ορμή και την μαχητικότητα από την τάξη των εργαζόμενων και τους έριξε σε θέση άμυνας, δυναμιτίζοντας έτσι και τα θεμέλια της συμμαχίας που είχε σφυρηλατηθεί στα χρόνια του αγώνα. Η τετραετία 2015-2019 απέτρεψε την ταχεία εξέλιξη του φαινομένου, μιας και από κυβερνητική θέση ο ΣΥΡΙΖΑ επιβράδυνε τις αρνητικές επιπτώσεις που έφερε η ήττα του 2015. Θα έλεγε κανείς πως η σφραγίδα στην ήττα αυτή μπήκε πολύ αργότερα.
 
Αντιπολιτευτική στασιμότητα
 
Στροφή στη μεσαία τάξη, λοιπόν. Στροφή στην μετριοπάθεια για να μην τρομάξουν οι οπαδοί της σταθερότητας, στροφή στην ήπια αντιπολίτευση. Τόσο ήπια που ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε τα μισά από τα σχέδια νόμου που έφερε η ΝΔ στη βουλή. Και πέραν από την απλή κοινοβουλευτική στατιστική, το πιο δυσάρεστο είναι ότι έβαλε πλάτη στην κυβερνητική σε δύσκολα, ζητήματα, δεμένα με τον πυρήνα του αστικού συστήματος εξουσίας.
 
Σταχυολογούμε:
 
Την αφωνία του ΣΥΡΙΖΑ και την ανοχή στην κυβερνητική πολιτική στην πρώτη φάση του κορονοϊού, με την «υπεύθυνη» αντιπολίτευση την στιγμή που η πανδημία βρήκε το ΕΣΥ παντελώς απροετοίμαστο, την δραματική έλλειψη τεστ που θα έδιναν μια πιθανότητα ιχνηλάτησης, την έλλειψη ΜΕΘ και την υπόκλιση στην εκκλησία και στα «κουταλάκια που δεν μεταδίδουν».
Την αφωνία και κοινοβουλευτική στήριξη σε ανώτατο επίπεδο στην κρίση στον Έβρο και τον «ασύμμετρο πόλεμο» του Μητσοτάκη στους πρόσφυγες, την ανοχή (αν όχι και επιδοκιμασία) του κατάπτυστου φράχτη.
Της σύμπλευσης στις δρακόντειες προμήθειες πολεμικού εξοπλισμού και τις νέες «αγορές του αιώνα».
Της υπερψήφισης του σχεδίου του Ελληνικού και την παρ ‘ολίγο υπερψήφιση του σχεδίου για την μετεγκατάσταση του Καζίνο στο Μαρούσι, αναβαπτίζοντας σε «εθνικά συμφέροντα» τα σχέδια καπιταλιστικής καταλήστευσης κάποιων από τους ελάχιστους χώρους πρασίνου της Αττικής.
Την υπερψήφιση του επιδόματος των 600 ευρώ στην αστυνομία, την επαύριο της δολοφονίας του Κώστα Φραγκούλη.
 
 
Απεναντίας, εξάντλησε το αντιπολιτευτικό του δυναμικό στην σκανδαλολογία, τις προσωπικές επιθέσεις στον Μητσοτάκη και το σόι του και υποκατέστησε την αντιπολίτευση ουσίας με επιθετικό ύφος και μόνο. Επαρκή συστατικά για θαμώνα συνοικιακού καφενείου, αλλά αναντίστοιχα με τα όσα περίμενε ο κόσμος που τον στήριξε το 2019 για να αποτελέσει ικανό και αποτελεσματικό εργαλείο άμυνας απέναντι στις επιθέσεις της δεξιάς.
 
Φάνηκε εν τέλει να επιλέγεται η στρατηγική του ώριμου φρούτου, λες και η δεξιά θα κατέρρεε από μόνη της την στιγμή που η ίδια μοίραζε λεφτά και συγκροτούσε το μπλοκ της.
 
Έλλειψη οράματος και προγράμματος
 
Είναι εντυπωσιακό, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που έκανε προγραμματικό συνέδριο πριν από 2 χρόνια, πήγε στις εκλογές ουσιαστικά χωρίς πρόγραμμα.
 
Λίγες μέρες πριν τις εκλογές βγήκε ένα κείμενο με προγραμματικές αιχμές, χωρίς συνεκτικό ιστό και χωρίς όραμα, και σε πολιτικό χρόνο που δεν κατάφερε καν να αποτελέσει ουσιωδώς αντικείμενο του προεκλογικού διαλόγου. Έτσι σχεδόν νομοτελειακά η προεκλογική στάση του ΣΥΡΙΖΑ διολίσθησε σε μια απλή καμπάνια δυσφήμησης του Μητσοτάκη, με δυσάρεστα προεκλογικά σποτ («βουλιάζουμε» κ.λπ.) που απέτυχαν να συγκινήσουν και να εμπνεύσουν τον κόσμο στον οποίο απευθύνεται. Συγκρούστηκε ο φόβος με το όραμα της δεξιάς, και όπως σχεδόν πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις ο φόβος ηττήθηκε.
 
Και πάλι, οι συγκρίσεις με την προεκλογική καμπάνια του 2015 («Η ελπίδα έρχεται») προκαλούν στεναχώρια. Σήμερα, λίγες μέρες μετά τις εκλογές δύσκολα μπορεί έστω και ο πιο πιστός ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ να θυμηθεί τι ακριβώς πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ πέραν γενικών συνθημάτων και ύβρεων για τον Μητσοτάκη.
 
Προσπάθεια να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ συστημικό κόμμα
 
Μια σειρά από κινήσεις της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ έδειξαν πως υπήρχε συστηματικό σχέδιο να γίνει αρεστός από την άρχουσα τάξη. Να εξημερωθεί, να κόψει τις αντισυστημικές του τάσεις, να ξεχάσει το αριστερό του παρελθόν. Το ψηφοδέλτιο επικρατείας, αυτό που παραδοσιακά σηματοδοτεί την «ταυτότητα» του κόμματος, αντί για αγωνιστές και αγωνίστριες, αντί για ανθρώπους της εργασίας, συνδικαλιστές, περιείχε εκπροσώπους του κατασκευαστικού κεφαλαίου, εκπροσώπους του εφοπλιστικού κεφαλαίου, λομπίστες του ευρωατλαντισμού και δύο στρατηγούς.
 
Πλειάδα στελεχών πέρασε την προεκλογική (και όχι μόνο) περίοδο προσκυνώντας την εκκλησία.
 
Έγινε συντηρητική η ελληνική κοινωνία;
 
Πολλοί φίλοι και σύντροφοι διαβάζοντας τα αποτελέσματα της κάλπης καταλήγουν στο μάλλον απαισιόδοξο συμπέρασμα πως η ελληνική κοινωνία έχει συντηρητικοποιηθεί και είναι πλέον δεξιόστροφο.
 
Αντίθετα, πρόσφατες κοινωνικές έρευνες (π.χ. κοινωνικό βαρόμετρο της Public Issue, έρευνα ΕΤΕΡΟΝ) δείχνουν πως η ελληνική κοινωνία παραμένει αριστερόστροφη αξιακά.
 
Επιπρόσθετα, πλήθος από σημάδια δείχνουν ότι η πόλωση δεν έχει υποχωρήσει, πως μέρος των καταπιεσμένων έχει ακόμα όρεξη να δώσει μάχες, αλλά κυρίως ανάγκη. Αρκεί να κοιτάξει κανείς στα σωστά σημεία, τα οποία σίγουρα δεν εξαντλούνται στις κάλπες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η νεολαία κινητοποιήθηκε και μάλιστα δυναμικά τα τέσσερα αυτά χρόνια.
 
Ακόμα και πρόσφατα, η κινητοποίηση των καλλιτεχνών κατάφερε να συγκεντρώσει ευρεία κοινωνική συμπαράσταση (όπως και μίσος από τις πιο συντηρητικές μερίδες της κοινωνίας). Τον καιρό του πολέμου έγιναν σημαντικές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στις οποίες τον τόνο τον έδινε η αριστερά.
 
Ακόμα και πρόσφατα, η χώρα έζησε μία από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις στην σύγχρονη ιστορία της ως αποτέλεσμα της τραγωδίας των Τεμπών.
 
Παρά την στρατηγική ήττα του καλοκαιριού του 2015, η ιστορία δεν έχει τελειώσει και ένας βασικός λόγος είναι η ύπαρξη αυτού του – έστω και εξημερωμένου και ανεπαρκούς – ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος δεν έχει πάψει να κοιτάει προς τα εδώ. Άλλωστε «τρίτο κόμμα» στις εκλογές βγήκε ουσιαστικά το κόμμα των «λοιπών» με 16% του εκλογικού αποτελέσματος να βρίσκεται εκτός βουλής.
 
Ουσιαστικά πρόκειται για διαλυμένα και αποπροσανατολισμένα τμήματα του εκλογικού και κοινωνικού σώματος που στράφηκε μαζικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ τα χρόνια της ανόδου του αγώνα (2010-2015). Η σημερινή τους στάση ήταν αυτή της τιμωρίας του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Να σώσουμε τώρα ό,τι σώζεται
 
Ο πολιτικός χρόνος είναι δυστυχώς πολύ μικρός για να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές που θα ανατάξουν την κατάσταση. Είναι βέβαιο πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ακούσει και να κατανοήσει το χαστούκι που έφαγε από την βάση του.
 
Για να ξαναστηθεί το κοινωνικό μπλοκ δυνάμεων που στήριξε και εξακολουθεί να θέλει να κοιτάξει προς τον ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται μια γενναία αναπροσαρμογή της στρατηγικής του.
 
Στόχος είναι καταρχάς να επαναπροσανατολιστεί στον πυρήνα του μπλοκ αυτού, δηλαδή την τάξη των εργαζόμενων, την κοινωνική πλειοψηφία των χαμένων από την πολιτική της ΝΔ. Η πορεία προς την μεσαία τάξη αποδείχθηκε άλμα στο κενό.
 
Χρειάζεται προγραμματική έμφαση στα ζητήματα της οικονομίας, αντιστρέφοντας την αφήγηση της ΝΔ. Να μιλήσει όχι στους κερδισμένους της πολιτικής της αλλά στους χαμένους, αυτούς για τους οποίους η υψηλή ανάπτυξη σήμανε μείωση μισθού. Αυτούς για τους οποίους η μείωση της ανεργίας σήμανε εργασιακή σκλαβιά και voucher. Αυτούς για τους οποίους η αναβάθμιση του αξιόχρεου σημαίνει δυσβάσταχτα χρέη.
 
Χρειάζεται προγραμματική έμφαση στο ζήτημα του κράτους και της αλλαγής του. Στην κατάρρευση του ΕΣΥ που αποκάλυψε η πανδημία. Στην κατάρρευση των υποδομών που αποκάλυψαν με τον πιο δραματικό τρόπο τα Τέμπη. Στην ρύθμιση της αγοράς ενέργειας. Στην υποβάθμιση των περιβαλλοντικών υποδομών. Στην έξαρση της κρατικής καταστολής την οποία ένιωσε στο πετσί της η νεολαία.
 
Χρειάζεται επίσης και η αναζήτηση των κατάλληλων προσώπων που μπορούν να υπηρετήσουν αυτή την αναπροσαρμογή. Το αποτέλεσμα των εκλογών έθεσε με εμφατικό τρόπο το ζήτημα αυτό. Αυτή τη στιγμή δρουν δύο αντίρροπες δυνάμεις: από την μια πλευρά δρα η κοινωνική πίεση για αλλαγή προσώπων που έμπρακτα θα σηματοδοτήσει μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού.
 
Από την άλλη πλευρά δρα η αδράνεια της κομματικής γραφειοκρατίας που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια, με επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού τον Τζουμάκα, επικεφαλής πολιτικού σχεδιασμού τον Μπίστη κ.ο.κ. καθώς και η πραγματική έλλειψη πολιτικής ανάδειξης στελεχών.
 
Το σίγουρο όμως είναι πως αυτές οι δύο δυνάμεις δρουν αντίρροπα και το ποια θα επικρατήσει θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και την πορεία του κόμματος την επόμενη περίοδο.
 
Κυρίως χρειάζεται να ξαναγίνει το κόμμα της αντίστασης στα σχέδια της κυβέρνησης, το κόμμα της υπεράσπισης των εργαζόμενων, της νεολαίας και των φτωχοποιημένων μικροαστών, ένα κόμμα χρήσιμο για τους αγώνες που έρχονται και όχι κόμμα συνδιαλλαγής με τους «από πάνω» και τριτεγγυητής της σταθερότητας του συστήματος.
 
Η κοινωνία και ο κόσμος της εργασίας δεν έχει πάψει να κοιτάει προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι καιρός ο ΣΥΡΙΖΑ να ξανακοιτάξει προς τα εκεί.
Ο Σπύρος Νιάκας είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, μέλος νομαρχιακής επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Βόρειας Αθήνας