Macro

Σωτήρης Ρούσσος: Πυλώνας σταθερότητας ή παράγοντας αστάθειας;

Η 10η τριμερής συνάντηση κορυφής Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας αποτελεί αναμφίβολα ένα γεγονός με ιδιαίτερη βαρύτητα για την περιφερειακή διπλωματία στην Ανατολική Μεσόγειο. Κάθε εξωστρεφής κίνηση, κάθε δίαυλος επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ κρατών με κοινά ή συγκλίνοντα συμφέροντα, είναι καταρχήν θετική. Η ίδια η πραγματοποίηση της συνάντησης δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ωστόσο, η ουσιαστική αποτίμησή της οφείλει να γίνει με νηφαλιότητα, ρεαλισμό και κυρίως με σαφή επίγνωση των ορίων και των αντιφάσεων που τη συνοδεύουν.

Καθοριστικό στοιχείο κάθε τέτοιας πρωτοβουλίας είναι η διατήρηση της αυτοτελούς διεθνούς θέσης των συμμετεχόντων. Ελλάδα και Κύπρος έχουν οικοδομήσει διαχρονικά την εξωτερική τους πολιτική πάνω στην προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, στους διεθνείς κανόνες και στους θεσμούς. Αυτή η σταθερά αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις. Το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, έχει καταπατήσει κάθε έννοια διεθνούς νομιμότητας στηριζόμενο στην ωμή ισχύ. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η Αθήνα και η Λευκωσία να μη θυσιάσουν τις θεμελιώδεις αυτές αρχές στο όνομα μιας πρόσκαιρης σύμπλευσης. Μια τέτοια επιλογή θα ισοδυναμούσε με στρατηγικό αυτοτραυματισμό, καθώς θα αποδυνάμωνε το βασικό τους επιχείρημα απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το Κυπριακό είναι πρωτίστως πρόβλημα παράνομης εισβολής και κατοχής που συνοδεύτηκε από παράνομο εποικισμό και απαλλοτρίωση, επίσης παράνομη, της περιουσίας των Ελληνοκυπρίων.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στη διπλωματία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έκανε λόγο για «συνεργασία», ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε τον όρο «συμμαχία». Η διαφορά δεν είναι απλώς λεκτική. Η συμμαχία συνεπάγεται, κατά κανόνα, ρήτρες αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης τρίτου, ενώ η συνεργασία παραπέμπει σε χαλαρότερο πλαίσιο συνεννόησης χωρίς δεσμευτικές εγγυήσεις. Η ασάφεια αυτή δημιουργεί προσδοκίες που δύσκολα μπορούν να εκπληρωθούν και εγκυμονεί κινδύνους εσφαλμένων εκτιμήσεων.

Η κοινή δήλωση περί αποτροπής επιθετικών ενεργειών στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τη συμβολική της αξία, δεν έχει μέχρι στιγμής αποδώσει απτά αποτελέσματα. Οι προηγούμενες εννέα τριμερείς συναντήσεις δεν απέτρεψαν την ακύρωση του αγωγού EastMed, ούτε την αναστολή της πόντισης του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης λόγω τουρκικών πιέσεων, ούτε τις προκλητικές τουρκικές ενέργειες στα Βαρώσια και τη συνεχή προώθηση της τουρκικής «λύσης των δύο κρατών» στην Κύπρο, ούτε φυσικά το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν ότι οι δηλώσεις χωρίς αντίστοιχη ισχύ ή μηχανισμούς εφαρμογής παραμένουν κενό γράμμα.

Στον αμυντικό τομέα, η συνεργασία εμφανίζεται έντονα ετεροβαρής υπέρ του Ισραήλ. Παρά τις συχνές αναφορές σε στρατηγική σύμπραξη, απουσιάζουν ουσιαστικά προγράμματα μεταφοράς τεχνολογίας και συμπαραγωγής με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η απλή αγορά οπλικών συστημάτων δεν συνιστά στρατηγική σχέση. Αντίθετα, ενισχύει την εξάρτηση και περιορίζει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Παράλληλα, η τριμερής φαίνεται να προκαλεί μια ανώφελη ανησυχία στην Άγκυρα, χωρίς όμως να συνοδεύεται από πραγματική αποτρεπτική δυνατότητα. Το αποτέλεσμα είναι συχνά το αντίθετο: η Τουρκία αντιδρά πιο επιθετικά, όπως έχει αποδείξει επανειλημμένα με τις κινήσεις της στην περιοχή. Όταν μια πρωτοβουλία δεν στηρίζεται σε σαφείς δεσμεύσεις και ισορροπίες ισχύος, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως επιταχυντής εντάσεων αντί ως παράγοντας σταθερότητας.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι πληθαίνουν οι κινήσεις στενής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου και Κατάρ, στην οποία μπορεί να προστεθεί και η Σαουδική Αραβία μετά τις κινήσεις του Ισραήλ και των Εμιράτων στο Κέρας της Αφρικής (αναγνώριση της απόσχισης της Σομαλιλάνδης από το Τελ Αβίβ) και τη Νότια Υεμένη. Κινδυνεύει η Ελλάδα να βρεθεί στη μέση ενός νέου ανταγωνισμού στη Μέση Ανατολή και να έχει συνταχθεί με ένα από τα μέρη χωρίς να το έχει σχεδιάσει.

Τέλος, ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών και ειδικότερα της διακυβέρνησης Τραμπ πρέπει να ιδωθεί χωρίς αυταπάτες. Ας μην ξεχνάμε ότι η Άγκυρα παίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στη Συρία, έχει συμβάλλει αποφασιστικά στην επίτευξη του σχεδίου Τραμπ για τη Γάζα και συνεχίζει να παίζει μεσολαβητικό ρόλο στον πόλεμο της Ουκρανίας στην κατεύθυνση που επιθυμεί η διακυβέρνηση Τραμπ. Παρότι, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται θετική προς την τριμερή, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα θυσιάσει το «πολυεργαλείο» που ονομάζεται Τουρκία για χάρη της Ελλάδας ή της Κύπρου, εκτός αν απειληθεί άμεσα το Τελ Αβίβ. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν διαφαίνεται.

Συμπερασματικά, η τριμερής συνεργασία μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο διπλωματικό εργαλείο μόνο εφόσον συνοδεύεται από ρεαλισμό, σαφήνεια και προσήλωση στις βασικές αρχές της ελληνικής και κυπριακής εξωτερικής πολιτικής. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο μια επικοινωνιακή άσκηση και αντί για πραγματικός πυλώνας ασφάλειας και σταθερότητας να αποτελέσει παράγοντα αστάθειας.

Η ΕΠΟΧΗ