Macro

Σημειώσεις για την ιστορία και την ερμηνεία της Παρισινής Κομμούνας

Η Κομμούνα του Παρισιού εξακολουθεί ακόμη και σήμερα, 150 χρόνια μετά, να συγκινεί και να γοητεύει, κατέχοντας μια βαρύνουσα θέση στη μακρά πορεία των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Οσοδήποτε όμως πολυσυζητημένη και πολλαπλά επενδυμένη με συμβολικό νόημα, δεν παύει να μας θέτει ερωτήματα: τι ακριβώς υπήρξε αυτό το μεγάλο επαναστατικό πείραμα της γαλλικής πρωτεύουσας, θεωρημένο στην ιστορική του προοπτική;

Κατ’ αρχάς, στην Κομμούνα διακρίνεται –παραφθαρμένο μεν αλλά εντούτοις επίμονο και ευδιάκριτο– εκείνο το νήμα που τη συνδέει με την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι οι επίγονοι του Hébert και όχι μόνο. Οι κομμουνάροι εκδίδουν εφημερίδες με τίτλους χαρακτηριστικούς, οι οποίοι παραπέμπουν ευθέως στην εμπειρία και στην πολιτική μνήμη του 1793: L’ Ami du peuple, Le Père Duchêne, Le fils du Père Duchêne, Les lamentations de la mère Duchêne, L’ oeuil de Marat, La Montagne. Πρόκειται, με τρόπο ασαφή, ρευστό, αόριστο για μια σύγκρουση ενάντια σε ό,τι παραπέμπει πίσω στο Παλαιό Καθεστώς, μια μάχη απέναντι στη Μοναρχία και στην Εκκλησία, οι οποίες φέρονται να έχουν προδώσει τον λαό της πόλης. Μάλιστα, αυτή η συνιστώσα αριστερού γιακωβινισμού φέρει και μια ισχυρή πατριωτική διάσταση, που τώρα σχετίζεται άμεσα με την τραυματική ήττα στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο και την κατοχή του Παρισιού.

Είναι συνεπώς οι εξωτερικές εξελίξεις που τροφοδοτούν την άνοδο του πολιτικού θερμομέτρου στο εσωτερικό, σε μια αξεδιάλυτη αλληλεπίδραση του «έξω» με το «μέσα» και αντιστρόφως, την οποία η σύγχρονη έρευνα έχει συχνά υπογραμμίσει αναφορικά με τη μηχανική των επαναστατικών φαινομένων εν γένει.

Από την άλλη πλευρά, ένας τέτοιος λαϊκός δημοκρατικός ριζοσπαστισμός της République δεν μένει στάσιμος. Με προεξάρχουσα τη μορφή του Auguste Blanqui (Ωγκίστ Μπλανκί) και την επίκληση στη λαϊκή επαναστατική βούληση, που νομιμοποιεί τη βία εναντίον των «προνομιούχων», ανανεώνεται και εμπλουτίζεται ως προς τα κοινωνικά του αιτήματά, αναπροσαρμόζοντας τις προτεραιότητες και τις ζητήσεις. Η Κομμούνα δεν αμφισβητεί την ιδιοκτησία στη μικρή της κλίμακα, η οποία άλλωστε δεσπόζει στη γαλλική οικονομία, της οποίας ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός υστερεί σε σύγκριση με τους αγγλικούς αλματώδεις ρυθμούς.

Η Κομμούνα εκφράζει τα συμφέροντα των κατώτερων κοινωνικών ομάδων. Στις μέρες της, θεσπίζεται το πάγωμα των τιμών των ενοικίων, η απαγόρευση των τόκων, επιβάλλονται σκληροί περιορισμοί επί των ενεχυροδανειστηρίων, αναστέλλεται η αποπληρωμή των χρεών. Πίσω από όλα αυτά, διαφαίνεται η μορφή και η επίδραση της διδασκαλίας του Προυντόν.

Στον αντίποδα του συγκεντρωτικού πνεύματος που χαρακτήριζε τον γιακωβινισμό, κερδίζουν πλέον έδαφος τα αποκεντρωτικά και αντισυγκεντρωτικά στοιχεία, εκείνα που στρέφονται ανοικτά ενάντια στο κράτος: η παραγωγή στη μικρή κλίμακα, η αλληλοβοήθεια, ο μιουτουαλισμός, η κοοπερατίβα, ο συντεχνιακός συνδικαλισμός, η ομοσπονδία. Ολα διακρίνονται ακόμα ρευστά, απροσδιόριστα, σε μια μεθόριο αμφίσημη και δυσανάγνωστη, σε μια ιστορική στιγμή μετέωρη ανάμεσα στις παλιότερες επαναστατικές μνήμες και στις καινούργιες προτεραιότητες του εργατικού κινήματος.

Πράγματι, η παρουσία του εργατικού κόσμου στους κόλπους της Κομμούνας είναι κυρίαρχη. Μισθωτοί χειρώνακτες από κοινού με μικροτεχνίτες, μικροβιοτέχνες, μικρεμπόρους και υπαλλήλους. Πρόκειται πάντως για μια υπόθεση της πόλης, του άστεως, καθώς η ύπαιθρος, η μεγάλη αγροτική ενδοχώρα δεν ακολουθεί. Και οι ομόλογες της παρισινής Κομμούνες, π.χ. στη Μασσαλία, αφορούν και πάλι τα αστικά κέντρα. Εύστοχα λοιπόν έχει υποστηριχτεί πως πρόκειται για μια «εκδίκηση», για μια «ανακατάληψη» της πόλης, του κεντρικού αστικού ιστού από τους εργατικούς και πληβειακούς πληθυσμούς που είχαν ήδη αρχίσει να περιθωριοποιούνται στα περίχωρα και στις απομακρυσμένες, υποβαθμισμένες συνοικίες της.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η είσοδος των μαζών στην πολιτική σκηνή είναι εκρηκτική. Και το γεγονός αυτό από μόνο του αρκεί, παρά τον ιδεολογικά μεταιχμιακό χαρακτήρα του 1871, προκειμένου η Κομμούνα να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης και από τους δύο ισχυρούς πόλους της διασπασμένης ηγεσίας της πρώτης Διεθνούς. Για τον Μαρξ, ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία συνιστά την πρώτη απόπειρα δημιουργίας μιας «δικτατορίας του προλεταριάτου», παρότι οι προυντονικές και έκδηλα αναρχικές αποχρώσεις της Κομμούνας, όπως και ο πατριωτικός, αντιπρωσικός χαρακτήρας της, έθεταν εμφανή προσκόμματα στον γερμανικό επιστημονισμό του. Από την άλλη, για τον Μπακούνιν, που κατήγγειλε τον «αυταρχικό σοσιαλισμό» των μαρξιστών, η Κομμούνα μπορούσε να υιοθετηθεί μάλλον ευκολότερα, παραβλέποντας αρκετά επιλεκτικά τις γιακωβίνικης υφής καταβολές της.

Η επανάσταση έκανε τους επαναστάτες

Και ο Αλφόνσος Θιέρσος; Κατά μία έννοια, ήταν αυτός που έδωσε την απάντηση. Η πρωτοφανής, ανηλεής στη σκληρότητά της, καταστολή τη «Ματωμένη Εβδομάδα» του Μαΐου, οι σωροί των πτωμάτων που γέμισαν φρίκη τους πάντες και έκαναν τον γύρο του κόσμου μέσα από το φωτογραφικό ρεπορτάζ, οι εξορίες και οι διώξεις που ακολούθησαν τη γενικευμένη σφαγή, «ξεκαθάρισαν» εν πολλοίς το πολιτικό και κοινωνικό στίγμα της Κομμούνας.

Οπως σημειώνει εύστοχα ο Γάλλος ιστορικός Μισέλ Βινόκ, η βία της αστικής παράταξης, που –έχοντας πλήρη ιδεολογική και πολιτική επίγνωση του εαυτού της– κινήθηκε με γνώμονα τον φόβο της μπροστά στο απειλητικό εγχείρημα της Κομμούνας, επέδρασε καθοριστικά στην αυτοσυνείδηση των εξεγερμένων. Η επανάσταση, με άλλα λόγια, έκανε τους επαναστάτες, και όχι το αντίστροφο, θυμίζοντάς μας έτσι, για ακόμη μία φορά, την ανοικτή δυναμική που ενυπάρχει στον πυρήνα των μεγάλων ιστορικών γεγονότων.

Τέλος, αυτή ακριβώς η αιματηρή και συντονισμένη παρέμβαση των κυβερνητικών δυνάμεων συνέβαλε με τη σειρά της καταλυτικά στη μυθοποίηση του 1871, ενίοτε λειαίνοντας ορισμένες από τις πλέον σκοτεινές απολήξεις της Κομμούνας. Λόγου χάρη, έχουμε την τάση, και σωστά, να θυμόμαστε πως το Παρίσι ενέπνευσε την Κροστάνδη, αλλά συγχρόνως γνωρίζουμε πως διεκδικήθηκε όχι μόνο από την αριστερή αλλά και από τη συντηρητική σκέψη.

Μάλιστα, μια τέτοια ιδιοποίηση της Κομμούνας από την ακροδεξιά διευκολύνθηκε από το γεγονός πως ορισμένοι από τους παλιούς συμμάχους των κομμουνάρων, όπως ο Victor Henri Rocheford, με όχημα τον εθνικισμό, τον αντισημιτισμό και τον αντικοινοβουλευτισμό, κατέληξαν στον μπουλανζισμό και έπειτα στο στρατόπεδο των anti-dreyfusards. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν αφορά πλέον και αμιγώς την ίδια την Κομμούνα στην ιστορική μοναδικότητά της αλλά στο φάσμα των ιδεολογικών μετεξελίξεών της, καθώς και στις κατοπινές «τύχες» της, δηλαδή τις ιδεολογικές ερμηνείες και τις πολιτικές επικλήσεις της. Πρόκειται, είναι ευρέως γνωστό, για ό,τι ονομάζουμε ιδεολογικές χρήσεις τις ιστορίας, απέναντι στις οποίες χρωστούμε πάντοτε μια οξυμένη κριτική οπτική προς πάσα κατεύθυνση.

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε:
Michel Winock, «La Commune (1871-1971)», π. Esprit, Δεκέμβριος 1971, σ. 965-1014.
George Haupt, «La Commune comme symbole et comme exemple», Le movement social, Απρίλιος-Ιούνιος 1972, σ. 205-226.
Jacques Droz, Histoire général du socialisme, τομ. Α’, Quadrige-PUF, Παρίσι 1997, σ. 527-533

Η Βίκυ Καραφουλίδου είναι Ιστορικός των Ιδεών

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών