Macro

Ρωγμές της ζωής και της ύπαρξης

Η Σάλι Ρούνεϊ, γεννημένη στην Ιρλανδία το 1991, εμφανίστηκε στα λογοτεχνικά πράγματα το 2017 με το Συζητήσεις με φίλους, το οποίο και γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία, πρωτοφανή για πρωτόλειο έργο. Η κριτική δεν ήταν σύσσωμα θετική ή ενθουσιαστική – εκείνο που για κάποια μερίδα της ήταν κάτι το σύγχρονο και φρέσκο από κάποιους αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και ενστάσεις. Συμβαίνει συχνά η ευπώλητη λογοτεχνία να διχάζει. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο Κανονικοί άνθρωποι, το ρήγμα του διχασμού οξύνθηκε περαιτέρω, ήταν ωστόσο πια πρόδηλο πως η Ρούνεϊ είχε έρθει για να μείνει. Μια ερωτική ιστορία δύο νέων από εκ διαμέτρου αντίθετο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, μια ιστορία ειπωμένη ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια, με όρους πιο σύγχρονους, πιο σημερινούς, ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται μεταβάλλεται, οι κώδικες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαφορετικά, η επικράτεια εντός της οποίας ζουν και δρουν, επίσης. Μια κάποια αλλαγή βηματισμού επήλθε στο τρίτο της μυθιστόρημα Ομορφε κόσμε, πού είσαι. Η Αλις, άλτερ έγκο της Ρούνεϊ, γνώρισε νωρίς την επιτυχία με τα πρώτα βιβλία της, ωστόσο αυτό είχε τεράστιο συναισθηματικό και ψυχολογικό κόστος. Δραπετεύει από το πολύβουο Δουβλίνο για ένα παραθαλάσσιο χωριό, από τον θόρυβο στην ηρεμία της επαρχίας. Το Ιντερμέτζο είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της Σάλι Ρούνεϊ.

Ο Πίτερ και ο Ιβαν είναι αδέλφια. Ο θάνατος του πατέρα τους θα σηματοδοτήσει μια τεράστια αλλαγή στην παγιωμένη συνθήκη μεταξύ τους. Ο Πίτερ, ο μεγάλος αδελφός, είναι δικηγόρος, φαινομενικά επιτυχημένος, τουλάχιστον κοινωνικά και επαγγελματικά, η ζωή του στιγματίστηκε ωστόσο από το ατύχημα που είχε η πρώτη του κοπέλα, εκείνη με την οποία πίστευε πως θα περάσει τη ζωή του στο πλάι της, του ζήτησε να χωρίσουν, να την αφήσει πίσω του, να προχωρήσει στη ζωή του, εκείνη ένιωθε ένα βαρίδι πια. Ο Ιβαν, που στην εφηβεία του θεωρήθηκε μια μεγάλη ελπίδα για το ιρλανδέζικο σκάκι, κοινωνικά αδέξιος, στη σκιά του αδελφού του, δουλεύει δεξιά και αριστερά, συγκατοικεί ώστε να μειώνει τα μηνιαία έξοδα, νιώθει εγκλωβισμένος και μόνος σε αυτή την ανασφάλεια.

Η Ρούνεϊ πλησιάζει τη σχέση των δύο αδελφών με τρόπο ρεαλιστικό, εντοπίζοντας και αναδεικνύοντας τις διαφορετικές τροχιές που η ζωή τους πήρε, ιδιαίτερα αφότου εγκατέλειψαν το πατρικό σπίτι. Συμβαίνει συχνά, στο φαντασιακό των γονέων σίγουρα, σε μεγάλο μέρος της τέχνης επίσης, η εικόνα να παγώνει στο καρέ με την οικογένεια σύσσωμη να κάθεται γύρω από το τραπέζι, η πυρηνική οικογένεια που συνυπάρχει κάτω από την ίδια στέγη, ένα αδιαίρετο σύνολο. Ομως, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο Πίτερ και ο Ιβαν πήραν αναπόφευκτα διαφορετικούς δρόμους, κάποια σημεία τομής σίγουρα υπάρχουν, ωστόσο το εμβαδόν δεν αλληλοκαλύπτεται, έτσι συμβαίνει. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης είναι το βασικό ατού της πλοκής, η παραδοχή επί της οποίας η Ρούνεϊ προωθεί την ιστορία, με παράλληλες αφηγήσεις από τη ζωή των δύο, φανερώνοντας δύο διαφορετικές προσωπικότητες, δύο ξεχωριστά μονοπάτια, τα οποία ο θάνατος του πατέρα οδήγησε σε διασταύρωση, το πένθος, σίγουρα, αλλά και πιο πεζά πράγματα όπως η γραφειοκρατία της ταφής και της κληρονομιάς.

Κάτω από την επιφάνεια και χωρίς να λέγεται ευθέως, η Ρούνεϊ ενσταλάζει και μια άλλη σύγχρονη «πάθηση», εκείνη της ιδιώτευσης, και εδώ, αντίθετα με το προηγούμενο βιβλίο της, με την υπόνοια αυτομυθοπλασίας, η «πάθηση» δεν σχετίζεται με κανέναν τρόπο με τον αναχωρητισμό, τα πρόσωπα της πλοκής ζουν και κινούνται στον σύγχρονο κόσμο, τον διαρκώς και ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο, εκεί που τα συλλογικά διακυβεύματα, παρότι πιεστικά και επείγοντα, στέκουν έξω από την καθημερινότητα του ατόμου, του προσηλωμένου στο δικό του μονοπάτι, στον δικό του μικρόκοσμο με τον ίδιο κέντρο περιστροφής. Η καλή λογοτεχνία το κάνει συχνά αυτό, διά της παραλείψεως να υπογραμμίζει.

Εκείνο που επίσης τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, ιδιαίτερα εκείνου που γνωρίζει και το πρότερο έργο της Ρούνεϊ, είναι η ωριμότητα στη γραφή. Αν και ο ενθουσιασμός της νεότητας υποχωρεί, η συγγραφέας δοκιμάζει τα όρια της γραφής της, χωρίς να απολύει τις αρετές που χαρακτήριζαν το έργο της, όπως το χτίσιμο της πλοκής και οι διάλογοι, τοποθετεί ψηλά και με άνεση υπερπηδά τον πήχη, δουλεύει σε ακόμα περισσότερο βάθος τους χαρακτήρες της, πετυχαίνει, παρά τον πολυσέλιδο όγκο, να παραδώσει ένα σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, το οποίο χωρίς να μετέρχεται τον συναισθηματικό εκβιασμό συγκινεί και συνεπαίρνει τον αναγνώστη, έτσι όπως σελίδα τη σελίδα τον οδηγεί προς την κορύφωση.


ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ