Macro

Πέτη Πέρκα: Το χρονικό της συστηματικής στήριξης των ολιγοπωλιακών δομών στην αγορά ενέργειας

Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η σύνταξη ενός σύντομου χρονικού των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στον τομέα της ενέργειας κατά τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με κύριο στόχο τον εντοπισμό των βασικών αρχών που τις καθορίζουν.
Το στίγμα της πρώτης κυβερνητικής θητείας δόθηκε από τον τότε αρμόδιο Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κ. Χατζηδάκη, ο οποίος μέσω δημόσιων τοποθετήσεων εξέφραζε έντονες ανησυχίες για την οικονομική βιωσιμότητα της ΔΕΗ και την απειλή ενός γενικευμένου «blackout». Οι δηλώσεις αυτές, αν και έμοιαζαν υπερβολικές, λειτούργησαν ως προάγγελος των μετέπειτα εξελίξεων. Στην πραγματικότητα, μεθοδεύτηκε η απαξίωση της δημόσιας επιχείρησης, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβίβασή της σε ιδιωτικά συμφέροντα.

1. Η Αρχή των Καθολικών Ιδιωτικοποιήσεων
Η πρώτη βασική αρχή που διέπει το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής είναι η συστηματική ιδιωτικοποίηση των ενεργειακών υποδομών. Αρχικά, πωλήθηκε το 49% του ελληνικού δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (ΔΕΔΔΗΕ) σε αυστραλιανό επενδυτικό κεφάλαιο (fund) χωρίς πρότερη τεχνογνωσία σε δίκτυα, αφορά δε μια επιχείρηση με εγγυημένα και ιδιαίτερα υψηλά έσοδα.
Στη συνέχεια, μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, παραχωρήθηκε σε ιδιώτες επιπλέον ποσοστό 17% της ΔΕΗ, το οποίο είχε διατηρηθεί υπό δημόσιο έλεγχο παρά τις πιέσεις των τριών μνημονίων. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε χρονικά με την έναρξη της ενεργειακής κρίσης του 2021 και την πανδημία, η οποία επιτάθηκε με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, οδηγώντας σε πρωτοφανείς αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος.
Τον Σεπτέμβριο του 2022, εν μέσω της ενεργειακής κρίσης, ολοκληρώθηκε η πώληση του 100% της ΔΕΠΑ Υποδομών, δηλαδή του δικτύου φυσικού αερίου, στην ιταλική Italgas. Με τον τρόπο αυτό, μια ακόμη εγχώρια υποδομή μονοπωλιακού χαρακτήρα πέρασε υπό τον έλεγχο του ιταλικού δημοσίου, αποκλείοντας το ελληνικό. Το 2023, η τάση των ιδιωτικοποιήσεων συνεχίστηκε με την πώληση του 11% των μετοχών των ΕΛΠΕ, μέσω κοινής διάθεσης από το ΤΑΙΠΕΔ και τον ιδιώτη μεγαλομέτοχο. Ως αποτέλεσμα, το ποσοστό του Δημοσίου υποχώρησε κάτω από το 34%, χάνοντας το δικαίωμα της καταστατικής μειοψηφίας, ενώ είχε προηγηθεί και η παραίτησή του από το δικαίωμα ορισμού της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.

2. Η Μετατροπή της ΔΕΗ σε Κερδοσκοπική Επιχείρηση
Η δεύτερη βασική αρχή αφορά τη μεταβολή του χαρακτήρα της ΔΕΗ από επιχείρηση κοινής ωφέλειας σε καθαρά κερδοσκοπική εταιρεία. Η απώλεια του κοινωνικού και αναπτυξιακού ρόλου που διέθετε η επιχείρηση από την ίδρησή της είχε βαρύ οικονομικό αντίκτυπο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2019, η ΔΕΗ προχώρησε σε αυξήσεις της τάξης του 20% στα τιμολόγιά της. Αντί να αξιοποιήσει τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά για να συγκρατήσει τις τιμές, λειτούργησε ως επιταχυντής για την παγίωση της ακρίβειας.
Το Φαινόμενο της Υπερκερδοφορίας
Το 2020 καταγράφηκαν έντονα φαινόμενα αισχροκέρδειας, τα οποία δεν έλαβαν την ανάλογη δημοσιότητα. Η ΔΕΗ διατήρησε υψηλά τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, παρά τη σημαντική μείωση του κόστους παραγωγής. Ενδεικτικά, τον Απρίλιο του 2020, η εταιρεία χρέωνε 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα τους καταναλωτές χαμηλής τάσης, ενώ το κόστος αγοράς ανερχόταν μόλις σε 28 ευρώ, δηλαδή τετραπλάσια τιμή.
Τα παραπάνω δεδομένα εξηγούν ανάγλυφα και τα πρόσφατα οικονομικά μεγέθη της επιχείρησης για το 2026. Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, η εταιρεία παρουσίασε λειτουργικά έσοδα ύψους 700 εκατομμυρίων ευρώ και καθαρά κέρδη 200 εκατομμυρίων ευρώ. Ο συνολικός στόχος για το τέλος του έτους προβλέπει τη διαμόρφωση των λειτουργικών κερδών στα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ και των καθαρών κερδών στα 700 εκατομμύρια ευρώ. Μάλιστα, προγραμματίζεται η διανομή μερίσματος ύψους 1 ευρώ ανά μετοχή προς τους μετόχους, μια υψηλή κερδοφορία που επιτυγχάνεται αποκλειστικά εις βάρος των Ελλήνων καταναλωτών.

3. Η Στήριξη των Ολιγοπωλιακών Συμφερόντων (Καρτέλ)
Μια ακόμη κεντρική αρχή της κυβερνητικής πολιτικής είναι η συστηματική στήριξη των ολιγοπωλιακών δομών στην αγορά ενέργειας. Η ενεργειακή κρίση, η οποία έπληξε οριζόντια την ελληνική κοινωνία, μετατράπηκε σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία κερδοφορίας για τις εταιρείες του κλάδου, και ειδικότερα για τις καθετοποιημένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στην παραγωγή και την προμήθεια ηλεκτρικού ρεύματος. Το υφιστάμενο ολιγοπώλιο, στο οποίο συμμετέχουν τέσσερις καθετοποιημένοι παίκτες συμπεριλαμβανομένης της ΔΕΗ, διατηρεί τις τιμές σταθερά σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Η επιλογή της κυβέρνησης να διαθέσει δισεκατομμύρια ευρώ για την εκ των υστέρων επιδότηση των λογαριασμών ρεύματος –χρήματα που ουσιαστικά είχαν ήδη εισπραχθεί από τους καταναλωτές μέσω των προηγούμενων φουσκωμένων λογαριασμών– αποδεικνύει ότι πρωταρχικός στόχος δεν ήταν η προστασία των πολιτών, αλλά η διασφάλιση των κερδών του καρτέλ. Αντί να υπάρξει μια ουσιαστική ρυθμιστική παρέμβαση για τη μείωση των τιμών, όπως η επιβολή πλαφόν με βάση το πραγματικό κόστος παραγωγής και ένα εύλογο ποσοστό κέρδους της τάξης του 5%, η κυβέρνηση επέλεξε να επιτρέψει την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση των τιμών, χρησιμοποιώντας τις κρατικές επιδοτήσεις ως μέσο συγκάλυψης της πραγματικότητας.

4. Το Χρηματιστήριο Ενέργειας και τα Φαινόμενα Χειραγώγησης
Οι πρώτες ευκαιρίες για συστηματική κερδοσκοπία εμφανίστηκαν τον Νοέμβριο του 2020 με την εφαρμογή του «Target Model», δηλαδή του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Από την έναρξη κιόλας της λειτουργίας του, και με την ανοχή της κυβέρνησης, σημειώθηκαν κερδοσκοπικά παιχνίδια εκατομμυρίων ευρώ στην αγορά εξισορρόπησης. Τα φαινόμενα αυτά είχαν βεβαιωθεί από την τότε Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ, νυν ΡΑΕΕΦ), η οποία είχε εισηγηθεί την επιστροφή 67 εκατομμυρίων ευρώ στους καταναλωτές –μια υποχρέωση που, παρά τις σχετικές κοινοβουλευτικές ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί, δεν υλοποιήθηκε ποτέ–.
Η κατάσταση αυτή εντάθηκε μέσω των προσφορών που κατέθεταν οι παραγωγοί που διαθέτουν μονάδες φυσικού αερίου, προκειμένου να καλύψουν τη ζήτηση αιχμής σε περιόδους χαμηλής απόδοσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η 4η Σεπτεμβρίου 2024, όταν η μέγιστη τιμή κατέρριψε κάθε ιστορικό ρεκόρ, αγγίζοντας τα 942 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το μέγεθος της κερδοσκοπίας γίνεται αντιληπτό αν αναλογιστεί κανείς ότι το κόστος παραγωγής για τις μονάδες φυσικού αερίου δεν ξεπερνά τα 150 ευρώ, ενώ για την υδροηλεκτρική παραγωγή είναι σχεδόν μηδενικό. Την ύπαρξη αυτής της χειραγώγησης των τιμών, καθώς και την απροθυμία της κυβέρνησης να παρέμβει ρυθμιστικά, αποτυπώνει με τον πιο επίσημο τρόπο και η σχετική έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

5. Η Προώθηση του Λόμπι του Φυσικού Αερίου
Η τελευταία κρίσιμη αρχή αφορά την απροκάλυπτη στήριξη του λόμπι του φυσικού αερίου, μια πολιτική με άμεσες και οδυνηρές συνέπειες για περιοχές όπως η Φλώρινα, που βιώνουν τις επιπτώσεις της βίαιης απολιγνιτοποίησης.
Όπως είχε επισημανθεί εξ αρχής, ο πραγματικός στόχος της κυβερνητικής στρατηγικής δεν ήταν η μετάβαση σε μια πραγματικά πράσινη οικονομία, αλλά το εσπευσμένο κλείσιμο των εγχώριων λιγνιτικών μονάδων με σκοπό την αντικατάστασή τους από εισαγόμενο φυσικό αέριο. Η πραγματικότητα αυτή έχει πλέον αποδειχθεί πλήρως, καθώς η Ελλάδα αναδείχθηκε στη χώρα με το υψηλότερο κόστος επενδύσεων σε υποδομές φυσικού αερίου κατά την τελευταία οκταετία, εγκλωβίζοντας τη χώρα σε ένα ακριβό και ενεργειακά εξαρτημένο μοντέλο.
Ορίστε και το τρίτο, τελευταίο μέρος της ομιλίας σας. Το κείμενο έχει μετατραπεί σε επίσημο, συγκροτημένο γραπτό λόγο, ολοκληρώνοντας την πολιτική και δομική ανάλυση χωρίς τη χρήση λίστας με κουκκίδες, ενώ εντάσσει ομαλά τις χρονικές αναφορές (2025-2026) στο παρόν πλαίσιο:

6. Η Θεσμική Παγίωση των Ορυκτών Καυσίμων
Η στρατηγική επιλογή υπέρ των ορυκτών καυσίμων αποτυπώθηκε με σαφήνεια και στον αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), το οποίο προβλέπει περαιτέρω αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος μέσω της κατασκευής νέων μονάδων φυσικού αερίου. Η εμμονή αυτή επιβεβαιώνεται από τον κυβερνητικό σχεδιασμό για νέες εξορύξεις υδρογονανθράκων. Απέναντι σε αυτή την κατεύθυνση, η Νέα Αριστερά έχει καταθέσει συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία ενάντια στις εξορύξεις, παραμένοντας σταθερή στον δρόμο της απανθρακοποίησης.
Το ζήτημα των ορυκτών καυσίμων είναι βαθιά δομικό. Κάθε γεωπολιτική κρίση και πολεμική σύρραξη αποδεικνύει τη στενή εξάρτηση των κοινωνιών από αυτά, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής μετακυλίεται άμεσα και εξολοκλήρου στους καταναλωτές, πέρα από τις προφανείς και ανυπολόγιστες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση συνεχίζει να επενδύει σε ενεργειακές υποδομές παλαιού τύπου, πανηγυρίζοντας για έργα όπως ο Κάθετος Διάδρομος, τη στιγμή που ο διεθνής ορίζοντας χρήσης του φυσικού αερίου πλησιάζει στο τέλος του.

7. Δομικές Παραλείψεις και Ελλείμματα Σχεδιασμού
Πέρα από τις παραπάνω ενεργητικές πολιτικές, η διακυβέρνηση των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται από σοβαρές παραλείψεις που υπονομεύουν την ομαλή ενεργειακή μετάβαση της χώρας.
Η πρώτη και σημαντικότερη παράλειψη αφορά την πλήρη απουσία υποδομών αποθήκευσης ενέργειας από το ηλεκτρικό σύστημα. Η αδυναμία απορρόφησης της παραγωγής οδήγησε το 2025 σε περικοπές που άγγιξαν το 6,6% της συνολικής παραγωγής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Για το 2026, η απόρριψη καθαρής ενέργειας προβλέπεται να διπλασιαστεί και να φτάσει το 12%, εξαιτίας της στασιμότητας στην ενίσχυση του δικτύου και στην κατασκευή μονάδων αποθήκευσης. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ιδεολογικό και οικονομικό ερώτημα: αν η αναγκαία αυτή αποθήκευση θα υλοποιηθεί από έναν δημόσιο φορέα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου ή αν θα παραχωρηθεί και αυτή στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους που ήδη ελέγχουν την αγορά.
Η δεύτερη παράλειψη αφορά την άναρχη διείσδυση των ΑΠΕ, η οποία υλοποιείται χωρίς σαφείς κανόνες και χωρίς ένα σύγχρονο χωροταξικό σχεδιασμό, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες. Η αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ παραμένει ακόμη ζητούμενο, καθώς η σχετική διαβούλευση ξεκίνησε καθυστερημένα μετά από επτά έτη διακυβέρνησης. Οι πρόσφατες διοικητικές ανακατατάξεις στο Υπουργείο, με την αποχώρηση του Γενικού Γραμματέα κ. Μπακογιάννη, εντείνουν τους φόβους για εκ νέου πάγωμα της διαδικασίας. Αντίστοιχη εκκρεμότητα παρατηρείται τόσο στις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες όσο και στα Προεδρικά Διατάγματα για την προστασία των περιοχών του δικτύου Natura 2000.

8. Η Άρνηση Στήριξης της Ενεργειακής Δημοκρατίας
Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στις Ενεργειακές Κοινότητες αποτελεί συνειδητή άρνηση στήριξης της ενεργειακής δημοκρατίας και της αποκέντρωσης της παραγωγής. Παρά τη διαθεσιμότητα σημαντικών κονδυλίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η πολιτική ηγεσία υπαναχώρησε από τις αρχικές της δεσμεύσεις.
Ενώ αρχικά είχε ανακοινωθεί πρόγραμμα ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ προκειμένου οι Δήμοι να ιδρύσουν ενεργειακές κοινότητες για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και την κάλυψη κοινωνικών τιμολογίων, ο σχεδιασμός αυτός ανατράπηκε βίαια. Αντί της αυτόνομης παραγωγής, επιβλήθηκε στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ένα μοντέλο έμμεσης σύνδεσης με έτοιμα έργα μεγάλων ιδιωτικών ομίλων για την αγορά ελαφρώς φθηνότερου ρεύματος. Η μεθοδευμένη αυτή αλλαγή οδήγησε τελικά στην απένταξη του προγράμματος από το Ταμείο Ανάκαμψης, με αποτέλεσμα το πάγωμα των πόρων και την πλήρη διάψευση των προσδοκιών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

9. Διεύρυνση του Ενεργειακού Σχεδιασμού και η Πρόταση της Νέας Αριστεράς
Καθίσταται σαφές ότι η έννοια της ενεργειακής δημοκρατίας δεν συμβαδίζει με την πολιτική φιλοσοφία της Νέας Δημοκρατίας, η οποία επικεντρώνεται απροκάλυπτα στη στήριξη συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από την ενέργεια οφείλει να ξεπεράσει τον μονοδιάστατο εστιασμό στο ηλεκτρικό ρεύμα. Η ηλεκτροπαραγωγή καλύπτει μόνο ένα μέρος των συνολικών ενεργειακών αναγκών της χώρας. Ως εκ τούτου, η στρατηγική μας πρέπει να δώσει ισότιμο βάρος στην κλιματική θωράκιση των κτιρίων, την ενεργειακή αυτονομία των νοικοκυριών, τις οικολογικές μορφές θέρμανσης και ψύξης, καθώς και στον ριζικό μετασχηματισμό των μεταφορών. Δυστυχώς, οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς αποδεικνύονται από ανύπαρκτες έως εντελώς ανεπαρκείς. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ» και το «Κινούμαι Ηλεκτρικά», τα οποία απέτυχαν να αφήσουν το επιδιωκόμενο αποτύπωμα στην κοινωνία, χωρίς παράλληλα να υπάρχει κανένας νέος εναλλακτικός σχεδιασμός.
Απέναντι σε αυτές τις καταστροφικές πολιτικές, η Νέα Αριστερά έχει αντιτάξει ένα συγκροτημένο πλέγμα κοινοβουλευτικών παρεμβάσεων, καταθέτοντας πλήθος επίκαιρων ερωτήσεων, δηλώσεων, καθώς και ολοκληρωμένων σχεδίων νόμου που αποτυπώνουν με ακρίβεια τις προγραμματικές μας θέσεις. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις παρεμβάσεις αυτές παραμένουν αναπάντητες από την κυβέρνηση, η προσπάθειά μας συνεχίζεται αμείωτη. Η διέξοδος από την παρούσα κρίση δεν περιορίζεται μόνο στο θεσμικό επίπεδο· προϋποθέτει την ενεργή συμμετοχή των πολιτών, την ενίσχυση και την επιστημονική τεκμηρίωση των κοινωνικών και οικολογικών κινημάτων.

Παρέμβαση της Πέτης Πέρκα στο πλαίσιο της εκδήλωσης “Ενεργειακή Μετάβαση – Γεωπολιτική, οι πολιτικές της Δεξιάς και η Αριστερή διέξοδος”