Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται από κυβερνητικά χείλη ως ένα success story «αναβαθμίσεων», η καθημερινότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η απόσταση ανάμεσα στους δείκτες των οίκων αξιολόγησης και το άδειο ράφι του σούπερ μάρκετ δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη, αναδεικνύοντας μια βαθιά ταξική πολιτική που γεννά εκρηκτικές κοινωνικές ανισότητες.
Το στεγαστικό ζήτημα στην Ελλάδα έχει λάβει πλέον διαστάσεις εθνικής κρίσης, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα μετά τη Μεταπολίτευση. Με τις αξίες των ακινήτων να έχουν εκτοξευθεί κατά 60% τα τελευταία χρόνια, η «λαϊκή κατοικία» τείνει να γίνει είδος πολυτελελείας.
Η κυνική παραδοχή ότι «πρέπει και οι ιδιοκτήτες να κερδίζουν», σε μια χώρα όπου ο διάμεσος καθαρός μισθός για το 50% των εργαζομένων κυμαίνεται μεταξύ 800 και 900 ευρώ, αποκαλύπτει μια ξεκάθαρη πολιτική μεριά. Όταν το ενοίκιο, οι λογαριασμοί ρεύματος και τα βασικά αγαθά απορροφούν το σύνολο του εισοδήματος μέσα στις πρώτες δεκαπέντε ημέρες του μήνα, η υπερηφάνεια για την «ακμάζουσα οικονομία» ηχεί τουλάχιστον προκλητική. Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια μισθωτοί και συνταξιούχοι συμπιέζονται, οι εταιρείες ενέργειας, οι τράπεζες και οι αλυσίδες τροφίμων απολαμβάνουν κέρδη που παραμένουν στο απυρόβλητο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό αντιπερισπασμό παρά με ουσιαστική θεσμική ανάγκη. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εργαλειοποιήσει την αναθεωρητική διαδικασία καθ’ οδόν προς τις εκλογές, την ίδια στιγμή που η θητεία της έχει σημαδευτεί από σοβαρές σκιές σε σχέση με τον σεβασμό του υφιστάμενου Καταστατικού Χάρτη.
Από την υπόθεση των υποκλοπών και την παράκαμψη του άρθρου 16 για την παιδεία, μέχρι την αλλοίωση των συσχετισμών για την ανάδειξη των Ανεξάρτητων Αρχών, το Σύνταγμα έχει υποστεί επανειλημμένες πιέσεις. Η αντιπολίτευση καλείται να μην δώσει το «πράσινο φως» σε μια διαδικασία που στερείται πολιτικής φερεγγυότητας. Η παροχή 180 ψήφων στην παρούσα Βουλή θα άνοιγε τον δρόμο για ανεξέλεγκτες αλλαγές στην επόμενη, χωρίς να υπάρχει το απαραίτητο κλίμα συναίνεσης.
Το παράδοξο της σημερινής πολιτικής συγκυρίας είναι ότι, παρά τη δεδομένη φθορά μιας επταετούς διακυβέρνησης και τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, η κυβέρνηση διατηρεί τα δημοσκοπικά της πρωτεία. Αυτό όμως δεν οφείλεται στην εμπιστοσύνη των πολιτών, αλλά στην απογοήτευση, την αποχή και την έλλειψη μιας πειστικής εναλλακτικής.
Το μεγάλο πρόβλημα της αντιπολίτευσης παραμένει η αδυναμία της να καταθέσει μια πραγματικά ανταγωνιστική πρόταση εξουσίας. Όσο οι προτάσεις της κινούνται στη λογική των «μέσων λύσεων» και των «κεντρώων ισορροπιών», αδυνατεί να εμπνεύσει εκείνο το 70-75% της κοινωνίας που αισθάνεται ότι η ζωή του υποβαθμίζεται καθημερινά.
Η χώρα δεν έχει ανάγκη από νέα συνταγματικά άρθρα για να προστατευθεί η στέγη ή η δημοκρατία· έχει ανάγκη από την εφαρμογή των υπαρχόντων και από μια πολιτική που θα θέτει τον πολίτη πάνω από τα πλεονάσματα. Η έξοδος από την κρίση εμπιστοσύνης περνά μέσα από την τόλμη για ρήξεις με τα μεγάλα συμφέροντα και όχι μέσα από θεσμικούς ελιγμούς.