Macro

Παναγιώτα Οθωναίου: Έξω από το δωμάτιο των αποφάσεων

Το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν ενημερώθηκαν εκ των προτέρων από τον Donald Trump δεν αποτελεί απλώς διπλωματική παράλειψη. Αποτελεί ένδειξη λειτουργικής ιεράρχησης εντός της Δύσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμετέχει θεσμικά και πολιτικά στο δυτικό πλαίσιο, αλλά δεν κατέχει τον πυρήνα της στρατηγικής πρωτοβουλίας. Σε κρίσιμες αποφάσεις χρήσης ισχύος, ο καθορισμός της εξαίρεσης δηλαδή της στιγμής όπου η βία καθίσταται εργαλείο πολιτικής παραμένει στην Ουάσινγκτον.

Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε θέση διαρθρωτικής εξάρτησης. Δεν είναι απλώς σύμμαχος αλλά εταίρος με περιορισμένη ικανότητα συνδιαμόρφωσης. Οι επιλογές της αμερικανικής εκτελεστικής εξουσίας παράγουν άμεσες επιπτώσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ενέργεια και την κοινωνική σταθερότητα, χωρίς να έχουν προηγηθεί μηχανισμοί συλλογικής απόφασης.

Η αναδιάταξη της ισχύος

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βασίστηκε στην παραδοχή ότι η παγκοσμιοποίηση και η θεσμική πυκνότητα θα περιόριζαν τη μονομερή δράση. Η ισχύς της ήταν έμμεση, θεσμική και οικονομική. Η σημερινή πραγματικότητα αναδεικνύει επιστροφή της εκτελεστικής κυριαρχίας. Το αμερικανικό δόγμα, όπως

εκδηλώθηκε στην περίπτωση του Ιράν, δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα, στην αποτροπή μέσω υπεροχής και στην πολιτική πρωτοβουλία που δεν αναμένει πολυμερή συναίνεση. Η στρατηγική λογική είναι ότι η ισχύς προηγείται της διαδικασίας.

Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει απώλεια σχετικής επιρροής. Όταν το διεθνές σύστημα λειτουργεί με όρους ταχείας στρατιωτικής πρωτοβουλίας, η ρυθμιστική ισχύς όσο σημαντική κι αν είναι δεν επαρκεί για να καθορίσει τις εξελίξεις. Η ΕΕ μεταβαίνει από παραγωγός κανόνων σε αποδέκτη αποφάσεων.

Η ΕΕ ως δευτερογενής αποδέκτης συνεπειών

Η αντίδραση της Ένωσης υπό την Ursula von der Leyen υπήρξε θεσμικά συνεπής: εκκλήσεις για αποκλιμάκωση, προστασία πολιτών, έμφαση στο διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, η παρέμβαση ήταν μεταγενέστερη και διαχειριστική. Διαχειρίζεται για ακόμη μια φορά τις επιπτώσεις της κρίσης: την ασφάλεια Ευρωπαίων στην περιοχή, την πιθανότητα μεταναστευτικών ροών, την αστάθεια των αγορών, τις πληθωριστικές πιέσεις. Σε μια οικονομία ήδη επιβαρυμένη από την ενεργειακή κρίση της Ουκρανίας, η Ευρώπη είναι εκτεθειμένη σε κάθε κλιμάκωση.

Το αποτέλεσμα έχει διπλή απόρροια: στρατηγική εξάρτηση και οικονομική ευαλωτότητα. Η ΕΕ υφίσταται το κόστος ενός δόγματος ισχύος που δεν συναποφασίζει ούτε μπορεί να αλλάξει.

Το πρόβλημα συλλογικής δράσης και το ρήγμα της ολοκλήρωσης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίστηκε στην οικοδόμηση ενός μοντέλου «ενιαίας αγοράς» , αλλά όχι ενιαίας εκτελεστικής αρχής στην εξωτερική πολιτική. Η ομοφωνία λειτουργεί ως εγγύηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά επιβραδύνει τη στρατηγική αντίδραση.

Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ κρατών-μελών είναι δομικές. Η Ανατολική Ευρώπη προτάσσει τη ρωσική απειλή. Η Νότια εστιάζει στην Μεσόγειο και στη σταθερότητα της περιφέρειας. Η Γαλλία επιδιώκει στρατηγική αυτονομία. Η Γερμανία κινείται με ιστορική επιφυλακτικότητα. Αυτή η πολυφωνία καθιστά δύσκολη τη διαμόρφωση ενιαίας στρατηγικής κουλτούρας.

Το αποτέλεσμα είναι μια ισορροπία χαμηλής φιλοδοξίας. Όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας, αλλά κανείς δεν προχωρά σε πλήρη μεταφορά κυριαρχίας. Το ρήγμα δεν είναι ακόμη θεσμική διάλυση. Είναι απόκλιση μεταξύ γεωπολιτικής φιλοδοξίας και θεσμικής ικανότητας.

Η πολιτική οικονομία της στρατηγικής εξάρτησης

Η κρίση φανέρωσε την αντίφαση μιας Ένωσης που διαχειρίζεται αγορές, αλλά δεν ελέγχει τους όρους ασφάλειας που τις καθορίζουν. Η αύξηση στρατιωτικών δαπανών και η ενίσχυση της αποτροπής συνεπάγονται ανακατανομή πόρων από κοινωνικές πολιτικές. Εάν η στρατηγική αυτονομία περιοριστεί σε στρατιωτικοποίηση χωρίς παράλληλη δημοκρατική εμβάθυνση, υπάρχει κίνδυνος ενίσχυσης κοινωνικών ανισοτήτων και πολιτικής αποξένωσης.

Παράλληλα η Ευρώπη λειτουργεί σε περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας χωρίς να ελέγχει τις κρίσιμες μεταβλητές ασφάλειας. Η μείωση αυτού του κινδύνου προϋποθέτει ενεργειακή διαφοροποίηση, κοινό παραγωγικό μοντέλο και μεταρρύθμιση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, η Ένωση παραμένει εκτεθειμένη.

Η ευρωπαϊκή ταυτότητα στο χείλος του γκρεμού

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συγκροτήθηκε ως ειρηνευτικό εγχείρημα. Η επιστροφή της στρατιωτικής πρωτοβουλίας ως κεντρικού εργαλείου διεθνούς πολιτικής θέτει υπαρξιακό ερώτημα: μπορεί μια ένωση που σχεδιάστηκε για να περιορίσει την κυριαρχία να επιβιώσει σε σύστημα όπου η κυριαρχία επανέρχεται ως θεμελιώδης αρχή;

Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι απλώς ζήτημα εξοπλισμών. Είναι πολιτική επιλογή μεταφοράς κυριαρχίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτό προϋποθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση και θεσμική αναδιάρθρωση που μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί.

Η κρίση λειτουργεί ως καταλύτης. Αποκαλύπτει ότι η Ευρώπη βρίσκεται μεταξύ δύο μοντέλων: του κανονιστικού χώρου ευημερίας και του γεωπολιτικού δρώντος. Η αδυναμία επιλογής ενισχύει το ρήγμα. Σε περιβάλλον όπου η ισχύς καθορίζει τις εξελίξεις, η μη ανάληψη πρωτοβουλίας ισοδυναμεί με αποδοχή δευτερεύοντος ρόλου.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε μεταίχμιο. Είτε θα αποδεχθεί ρόλο δευτερεύοντος στρατηγικού εταίρου, διαχειριζόμενη συνέπειες που δεν συναποφασίζει, είτε θα προχωρήσει σε βαθύτερη πολιτική ενοποίηση που θα της επιτρέψει να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Η πρώτη επιλογή διατηρεί βραχυπρόθεσμη σταθερότητα αλλά εδραιώνει εξάρτηση. Η δεύτερη απαιτεί θεσμικό και δημοκρατικό μετασχηματισμό.

Η κρίση δεν επιβάλλει άμεση διάλυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Επιβάλλει όμως σαφή επιλογή κατεύθυνσης.

Η ΕΠΟΧΗ