Macro

Ο Άσαντ, τα χημικά και ο πόλεμος…

Εδώ και δύο 24ωρα, πληροφορίες περί χρήσης χημικών όπλων για δεύτερη φορά στη Συρία, κατακλύζουν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Οι εικόνες μικρών παιδιών να κείτονται στους δρόμους χωρίς να μπορούν να πάρουν ανάσα αλλά και τα σώματα νεκρών ανθρώπων, προκαλούν οργή για τις συνέπειες του πολέμου. Τις συνέπειες αυτές, η Δύση τις πληρώνει άμεσα και έμμεσα. Άμεσα, όταν το «τέκνο» αυτού του πολέμου προχωράει σε τυφλές επιθέσεις στην επικράτεια της, και έμμεσα, με τα ρεύματα των προσφύγων και των μεταναστών που καθημερινά εγκαταλείπουν τη Μέση Ανατολή, για να διασωθούν από αυτόν τον χωρίς ορίζοντα τέλους πόλεμο.

Η καταδίκη των θανάτων ή της χρήσης χημικών όπλων ενάντια σε οποιονδήποτε άνθρωπο είναι μια σχεδόν αυτονόητη διαδικασία. Οι συνέπειες του πολέμου είναι απλά καταστροφικές. Ξεφεύγοντας, όμως, από αυτή την ανθρωπιστική διάσταση, και λαμβάνοντας υπ όψιν τον πόλεμο ως μια πράξη πολιτική, η οποία συντελείται με στόχο την επιστροφή εν τέλει στη πολιτική κανονικότητα με διαφορετικό όμως συσχετισμό, η τοποθέτηση μας οφείλει να συγκροτείται στη βάση της κριτικής και της ανάλυσης, μακριά από εύκολες αφηγήσεις.

Μακριά από ευχολόγια και επισφαλείς διατυπώσεις, επιχειρούμε να απαντήσουμε τι έγινε στην Συρία προχθές το βράδυ. Χρησιμοποιήθηκαν χημικά όπλα; Αν ναι από ποιόν, και εν τέλει με τι στόχο;

Για τη διεθνή κοινότητα, η απάντηση μοιάζει απλή. Ο Μπασάρ αλ Άσαντ αποτελεί στόχο του Πενταγώνου και των ΗΠΑ, όχι από το 2011, αλλά ήδη από το 2003. Στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, οι ΗΠΑ είχαν εξαπολύσει σωρεία κατηγοριών κατά της Δαμασκού για υπόθαλψη τρομοκρατών και στελεχών της Αλ Κάιντα. Ακόμα και αν οι αναλυτές του Πενταγώνου γνώριζαν πως δεν υπήρχε περίπτωση σύνδεσης Ισλαμικής τρομοκρατίας και Δαμασκού, η ανάγκη αναμόρφωσης του χάρτη της Μέσης Ανατολής με απώτερο σκοπό την φιλελευθεροποίηση της, παρέμεναν ψηλά στην ατζέντα.

Από το 2011 και τον «Αραβικό Χειμώνα», ο πρόεδρος Άσαντ επανήλθε στο προσκήνιο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Τότε, μπροστά στην ισλαμική οργή των Σύρων, βρέθηκε στο στόχαστρο ως δολοφόνος του λαού του. Τα διεθνή μέσα ακολούθησαν την ίδια μεθοδολογία στην προσπάθειά τους να τον απονομιμοποιήσουν, με αυτήν που εφάρμοσαν στην Λιβύη. Fun Fact: Τα μέσα ενημέρωσης τότε παρουσίαζαν το πλήθος που γέννησε το σκοτάδι των τζιχαντιστών ως φιλελεύθερο κίνημα, και τον Άσαντ ως αιμοδιψή δικτάτορα.

Ένα ακόμα στοιχείο που εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στο πόλεμο της Συρίας, είναι η πρωτογενής πηγή ενημέρωσης από τους ανθρώπους που είτε συμμετέχουν είτε βιώνουν το πόλεμο. Η έλλειψη κάλυψης ή η περιορισμένη κάλυψη του πολέμου από δημοσιογράφους, έχει ως αποτέλεσμα την μεταφορά εικόνων και γεγονότων τα οποία εύκολα μπορούν να παρερμηνευθούν είτε να αλλοιωθούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συνέβησαν αλλά το ότι αυτά που βλέπουμε δεν είναι και αυτά που μας περιγράφουν ότι είναι. Άμα σε αυτή τη κατάσταση προσθέσουμε και τις πολλαπλές πηγές ενημέρωσης και πληροφόρησης που έχουμε στην εποχή του διαδικτύου γίνεται εύκολα αντιληπτό πως η έννοια της ενημέρωσης γίνεται ακόμα δυσκολότερη ενώ η προσπάθεια αξιοποίησης των γεγονότων για πολιτικά οφέλη πολύ ευκολότερη.

Κάτι αντίστοιχο συνέβη και προχθές. Με τις εικόνες να κατακλύζουν τους τηλεοπτικούς δέκτες, αναλυτές, δημοσιογράφοι και πολιτικοί βιάστηκαν να μιλήσουν για ένα έγκλημα που βαραίνει το καθεστώς, ξεχνώντας όμως να αναφέρουν δύο σημαντικά στοιχεία. Το ένα αφορά την καταστροφή του οπλοστασίου του Άσαντ το 2013 – μετά από μια αντίστοιχη κατηγορία. Το δεύτερο αφορά τον λόγο για τον οποίο το καθεστώς εκτιμάται πως προχώρησε σε αυτή την ενέργεια.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το καθεστώς της Δαμασκού χαρακτηριζόταν και χαρακτηρίζεται από μια σκληρή μπααθική απολυταρχία. Για πολλές δεκαετίες, τόσο ο Χαφέζ όσο και ο Μπασάρ Αλ Άσαντ, διατηρούνταν στην εξουσία μέσα από την ισχύ ενός αυταρχικού κατασταλτικού μηχανισμού. Είναι επίσης δεδομένο πως το 2011, ένοπλοι υποστηρικτές της Χεζμπολάχ επιχειρούσαν στην  Δαμασκό, προχωρώντας σε μαζικές ένοπλες επιθέσεις κατά των διαδηλωτών. Τέλος, η σύγκρουση μεταξύ Μουσουλμανικής Αδελφότητας και καθεστώτος, σίγουρα δεν αποτελεί ένα φαινόμενο που ξέσπασε την τελευταία δεκαετία.

Τις περισσότερες φορές, αποφεύγοντας ερωτήματα που διαταράσσουν βεβαιότητες και αλήθειες, καταλήγουμε στην ταύτιση με την μία ή την άλλη πλευρά μιας σύγκρουσης: Ο Άσαντ είναι δικτάτορας και διέπραξε το έγκλημα vs. oι Αμερικάνοι που θέλουν να ρίξουν τον Άσαντ ενορχήστρωσαν μία προβοκάτσια.  Αυτές οι δύο όψεις ανήκουν στο ίδιο ακατάλληλο νόμισμα που πολλές φορές χρησιμοποιούμε για να αναλύσουμε ένα γεγονός σαν αυτό της Συρίας. Αποτέλεσμα: η πλήρης αποξένωση μας από την πραγματικότητα της περιπλοκότητας τέτοιων φαινομένων.

Δεδομένου του αυταρχισμού και της βιαιότητας που χαρακτηρίζει αυτόν και το καθεστώς που ηγείται, ακόμα και αν ο Άσαντ επιθυμούσε, δηλαδή, να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα για να χτυπήσει την κωμόπολη της επαρχίας Ιντλίμπ της βορειοδυτικής Συρίας – που ελέγχεται από τους αντάρτες και από τζιχαντιστικές οργανώσεις- , έχει δύο πολύ καλούς λόγους να τον αποτρέπουν:  Ο πρώτος είναι πως το τελευταίο ένα χρόνο, με τη στήριξη των Ρώσων, των Ιρανών αλλά και των μαχητών της Χεζμπολάχ, προελαύνει και ανακαταλαμβάνει όλες τις πολιορκημένες περιοχές.  Ο δεύτερος είναι πως γνωρίζει ότι η Διεθνής Κοινότητα έχει το άγρυπνο βλέμμα της στραμμένο στη Συρία και τον ίδιο.

Αναγνωρίζοντας το πόλεμο ως (α)συνέχεια της πολιτικής και όχι απλά ως μια πράξη ακροτήτων με στόχο την γενοκτονία, και λαμβάνοντας υπ όψιν τους παίκτες αυτής της μάχης ως ορθολογικούς δρώντες και όχι απλά ως άλογα όντα που επιθυμούν το θάνατο, τότε μπορούμε να προκαλέσουμε ρωγμές, έστω, στη δύναμη της εύκολης προσέγγισης. Ποιόν λοιπόν θα συνέφερε αυτή τη στιγμή μια τέτοια κίνηση που δεδομένα προκαλεί την κοινή γνώμη και μπορεί να επισύρει την εμπλοκή του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ στον πόλεμο της Συρίας; Το καθεστώς που προελαύνει ή την κονιορτοποιημένη ισλαμική αντιπολίτευση;

Άλλο ένα στοιχείο που ανακαλείται στην επιλεκτική μνήμη της Δύσης μόνο όταν πρόκειται για ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην επικράτεια της, είναι πως οι τζιχαντιστές είναι οι πρώτοι οι οποίοι δεν υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή και την χρησιμοποιούν εργαλειακά για την  επίτευξη ενός ανώτερου πολιτικού στόχου. Αξιοσημείωτη, λοιπόν, παραμένει η προσκόλληση των δυτικών στην εικόνα και την ευκολίας της, ξεχνώντας το συνολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα η σύγκρουση ή το γεγονός που εξετάζεται.

Καταληκτικά, η έκβαση του πόλεμου στη Συρία θα κρίνει και την ηγεμονική δύναμη στην περιοχή για τα επόμενα χρόνια. Η έλλειψη «λογικής» στη χρησιμοποίηση χημικών όπλων από το καθεστώς δεν σημαίνει ότι αυτή απαιτείται προκειμένου το γεγονός να συνέβη στη πραγματικότητα.  Όπως επίσης, δεν σημαίνει πως συνέβη επειδή έτσι διακινείται (άλλωστε απέχουμε μόνο μερικές εβδομάδες από όταν πρωτακούστηκε από επίσημα χείλη ο όρος «alternative facts»).

ΥΓ1. Το ότι δεν υπάρχει λογική στη χρησιμοποίηση χημικών όπλων από το καθεστώς, δεν σημαίνει πως η ενέργεια έγινε με στόχο τη προβοκάτσια εις βάρος του Άσαντ. Σε ένα πόλεμο που συμμετέχουν τρείς διαφορετικές συμμαχίες που όμως στο εσωτερικό τους είναι πολυδιασπασμένες σε δεκάδες κομμάτια,  η διαδικασία επίρριψης ευθυνών είναι μια διαδικασία απο δύσκολη έως ακατόρθωτη.

Πηγή: Nonaligned