Macro

Νίκος Ξυδάκης: Το καλοκαίρι είναι μόνο η νοσταλγία του

[[ Κι όσοι δεν έχουν την ηλικία για να ‘χουν αναμνήσεις; Ε, θα τις κατασκευάζουν: Τα Ανδροειδή Ονειρεύονται Ηλεκτρικά Πρόβατα. ]]

ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ
Μακάριοι όσοι έχουν να θυμούνται καλοκαίρια μυρωμένα ερωτικά, αλμυρά, με δροσερά σκοτάδια έναστρα, καλοκαίρια αργίας και σχόλης, ξερικά, αλίπληκτα και μελτεμοδαρμένα.
Μακάριοι οι μπούμερ οι λοιδορούμενοι, ότι αυτοί εγεύθησαν Κυκλάδες νήσους προ τουρισμού, ή ολίγου τουρισμού, ένα μπάρ με ελάχιστα κοκτέιλ, μια ντισκοτέκ με λίγους δίσκους, πηγάδια και ξερολιθιές και Χώρες μυθικές, ίδιες επί αιώνες.
Μακάριοι όσοι αποβιβάστηκαν νύχτα στο νησί και ξημερώθηκαν με φτενό σλίπινγκ μπαγκ σε προαύλιο εκκλησίας.
Μακάριοι όσοι βίωσαν το Αρχιπέλαγος χωρίς πρόγραμμα, χωρίς χάρτη, χωρίς λεφτά.
Μακάριοι όσοι είδαν τ’ αστέρια και νανουρίστηκαν με φλοίσβο.
Μακάριοι οι νοσταλγοί.
ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Το ελληνικό καλοκαίρι είναι λοιπόν νοσταλγία; Ναι, αυτό που μυθολογήθηκε, στιχουργήθηκε, βιώθηκε, αυτό που διαμόρφωσε πολλούς από εμάς, αισθητικά και ηθικά, υπαρξιακά, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, αυτό το καλοκαίρι εξελίσσεται γοργά σε άπιαστο όνειρο. Μπορεί και σε εφιάλτη.
Και δεν είναι μόνο η κλιματική κρίση. Είναι κι αυτή, η άνοδος της θερμοκρασίας και η λειψυδρία είναι δείκτες κρίσης· αλλά το απρόσιτο αβίωτο καλοκαίρι είναι περισσότερο αποτέλεσμα μιας γενικευμένης πενίας, μιας διαρκούς κρίσης στην οικονομική και πολιτική δομή, στην πνευματική υπερδομή, στις υποδομές, στην κοινωνική σύνθεση, στις πρακτικές της καθημερινής ζωής, στις δυνατότητες για ζωή.
Είναι μια αλλαγή σαν βαρυτική κατάρρευση: στο πώς αντιμετωπίζεται ο χωροχρόνος Αρχιπέλαγος, ο περιαστικός και αστικός χώρος, ο χωροχρόνος καλοκαίρι. Μια καταστροφική αλλαγή στο πώς αντιμετωπίζεται εντέλει η ζωή στον ύστερο καπιταλισμό.
Θα ήταν κοινότοπο να επαναλάβουμε ότι ο χώρος και ο χρόνος των ανθρώπων, των «πολλών», καταρρέουν υπό το βάρος της κερδοσκοπίας. Αλλά ισχύει στο ακέραιο. Αντιδιαμετρικά, ο χώρος και ο χρόνος των «λίγων», των πλούσιων, διαστέλλονται και καταλαμβάνουν κάθε διαθέσιμη γωνία, εξερευνούν πλέον τις δυνατότητες εξαγοράς του διαστήματος. Μάλιστα, αυτή η υπερκατάληψη του χωροχρόνου επιδεικνύεται με κάθε τρόπο, σαν προβολέας υποταγής και ελκυστής μάταιου φθόνου.
Η παρούσα «έλλειψη καλοκαιριού», έτσι όπως βιώνεται πικρά, με σερβιριζόμενο μάνιουαλ για staycation, είναι μια ακόμη τερατώδης ανισότητα, κοινωνική και οικονομική. Ασφαλώς συνδέεται άμεσα με τον υπερτουρισμό, τις πληθωρισμένες τιμές, τη φούσκα των ακινήτων, τη μόνιμη δυσπραγία των πτωχευμένων Ελλήνων της Μεγάλης Ύφεσης.
Αλλά η πικρή βίωση της έλλειψης καλοκαιριού πάνω απ’ όλα σηματοδοτεί ένα βάραθρο, ταξικό και συνάμα υπαρξιακό: Για πολλές δεκαετίες, όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και τις δυο πρώτες δεκαετίες του 21ου, το καλοκαίρι ήταν μια δημοκρατική επικράτεια· ο καθείς μπορούσε να βαπτιστεί άπαξ ή δίπαξ στα διάφανα νερά μιας παραλίας, να γευτεί καλαμαράκια και μπίρες σε ένα ταβερνάκι, να πληρώσει έναν ακτοπλοϊκό ναύλο, να βρεθεί στο χωριό για τα πανηγύρια και τ’ ανταμώματα. Αυτός ο ζωτικός δημοκρατικός χώρος τώρα εξέλιπε.
Ο διαθέσιμος χώρος του καλοκαιρινού εξισωτισμού είναι πια ιδιωτικός και εμπορεύσιμος μόνον. Τα μπάνια του λαού είναι χλευαζόμενος αναχρονισμός, οι λαϊκές συναυλίες είναι εξοβελιστέος λαϊκισμός. Οι πλεμπαίοι δεν διαλέγουν ζωή· πολύ περισσότερο, δεν διακοπάρουν, δεν έχουν δικαίωμα στο καλοκαίρι.
ΟΝΕΙΡΟ ΑΠ’ ΟΤΑΝ ΖΟΥΣΑΜΕ
[ Το σώμα χαϊδεύεται με ήλιο και θάλασσα, η ψυχή ποδίζει στ’ ανοιχτά, και βαθμιαία σώμα και ψυχή συντονίζονται, συντήκονται στο φως, μνήμες και προοράσεις σμίγουν, εδώ οι τεθνεώτες εντοιχισμένα οστά σε έρημα ξωκκλήσια, εδώ και η ριγηλή ματαιότης, τα κυνηγητά εφήβων πόθων, εδώ κολυμπούσες νήπιο, κι εδώ ηλικιωμένος παρατηρείς θλιμμένα το αλαλάζον πλήθος.
Μέρη πια του περιοδεύοντος πλήθους, παρατηρούμε τους άλλους του θέρους, τους διπλανούς, και βλέπουμε τους εαυτούς μας. Νιώθουμε μόνοι: «ερημία μιας απέραντης ταξιδιωτικής δραστηριότητας» λέει ο Xάιντεγκερ, και εννοεί τον τουρισμό. Φταίει και η ηλικία, ακόμη και σαν επίνοια, μάλλον σαν βούλιαγμα, για τούτο το μελαγχολικό βλέμμα, τον γλυκόπικρο αναλογισμό. ]
ΘΑ ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΜΕ
Θα νοσταλγούμε λοιπόν. Αλλοι θα νοσταλγούν μια αυτοσχέδια ντισκοτέκ με καλαμένια στέγη, Λεντ Ζέπελιν και Μπάρι Γουάιτ· άλλοι θα νοσταλγούν μια επιδοτούμενη Γλυκερία στην πλατεία του χωριού με μπίρες απ’ το βαρέλι πάγου, έναν Νίκο Παπάζογλου στο θεατράκι της Λάκκας με ουίσκι και μπάφο· άλλοι θα νοσταλγούν ψαράκι και λευκό κρασί, Περσείδες και Γαλαξία, πανσέληνα κολύμπια, ολονύκτιους πλόες, θερινά ροκ στο Καλλιμάρμαρο, κατάνυξη στον Λυκαβηττό, έθνικ στην παραλία Αλίμου, πρωτοχιπστερία στις Μικρές Κυκλάδες…
Ο καθείς κάτι θα νοσταλγεί, εκτενέστερο ή μικρότερο. Αλλά μόνο θα νοσταλγεί, δεν θα ζεί.
Κι όσοι δεν έχουν την ηλικία για να έχουν αναμνήσεις; Ε, θα τις κατασκευάζουν: Τα Ανδροειδή Ονειρεύονται Ηλεκτρικά Πρόβατα.